<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-4628237057126184005</id><updated>2012-02-16T22:11:25.792+02:00</updated><category term='Αρκάδιος'/><category term='Αρειανισμός'/><category term='Ανδρόνικος Α&apos; Κομνηνός'/><category term='Μονοθελητισμός'/><category term='Η δυναστεία των Αγγέλων'/><category term='Φιλολογία-Τέχνη (12ος αιώνας)'/><category term='Τα θέματα'/><category term='Πατσινάκοι'/><category term='Φιλολογία-Τεχνη επί Ιουστινιανού'/><category term='Φώτιος'/><category term='Μαρκιανός'/><category term='Κωνσταντίνος Ε&apos;'/><category term='Δ&apos; Σταυροφορία'/><category term='Αναστάσιος Α&apos;'/><category term='Ιουλιανός ο Παραβάτης'/><category term='Φιλολογία (4ος - 5ος αιώνας)'/><category term='Ιουστινιανός Β&apos;'/><category term='Μέγας Θεοδόσιος'/><category term='Α&apos; Σταυροφορία'/><category term='Κώνστας Β&apos;'/><category term='Κομνηνοί'/><category term='Βασίλειος Β&apos;'/><category term='Λέων ΣΤ&apos;'/><category term='Ηράκλειος'/><category term='Εσωτερική πολιτική Κομνηνών-Αγγέλων'/><category term='Σύνοδος της Νίκαιας'/><category term='Η Σύνοδος του 754'/><category term='Χριστιανισμός'/><category term='Το σχίσμα'/><category term='Δεύτερη περίοδος της Εικονομαχίας'/><category term='Ρωμανός Α&apos;'/><category term='Διγενής Ακρίτας'/><category term='Η Ε&apos; Οικουμενική Σύνοδος'/><category term='Β&apos; Σταυροφορία'/><category term='Θεοδόσιος Β&apos; ο Νεώτερος'/><category term='Ιωάννης Χρυσόστομος'/><category term='Ζήνων'/><category term='Κωνσταντινούπολη'/><category term='Διάδοχοι του Ιουστινιανού'/><category term='Νομοθετικό έργο Ιουστινιανού'/><category term='Λέων Γ&apos; Ίσαυρος'/><category term='Κωνσταντίνος Δ&apos;'/><category term='Μωάμεθ'/><category term='Βούλγαροι'/><category term='Η θέση του παιδιού στο Βυζάντιο'/><category term='Ισλάμ'/><category term='Μακεδονική Δυναστεία'/><category term='Κωνσταντίνος'/><category term='Ιωάννης Β&apos; Κομνηνός'/><category term='Μανουήλ Κομνηνός'/><category term='Κωνστάντιος'/><category term='Οικονομία επί Ιουστινιανού'/><category term='Ιουστινιανός Α&apos;'/><category term='Νικόλαος Μυστικός'/><category term='Εικονομαχία'/><category term='εμπόριο επί Ιουστινιανού'/><category term='Σλάβοι'/><category term='Αλέξιος Β&apos; Κομνηνός'/><category term='Η εξ Αμορίου δυναστεία'/><category term='Ιωάννης Τσιμισκής'/><category term='ΣΤ&apos; Οικουμενική Σύνοδος'/><category term='Φιλολογία (9ος αιώνας)'/><category term='Λέων Α&apos;'/><category term='Ήττα Μυριοκέφαλου'/><category term='Φιλολογία (7ος αιών)'/><category term='Η Στάση του «Νίκα»'/><category term='Φόροι επί Ιουστινιανού'/><category term='Ζ&apos; Οικουμενική Σύνοδος'/><category term='Έδικτο των Μεδιολάνων'/><category term='Μιχαήλ Ψελλός'/><category term='Καρλομάγνος'/><category term='Ιωάννης Κυριώτης'/><category term='Νικηφόρος Φωκάς'/><category term='Βασίλειος Α&apos;'/><category term='Φιλολογία-Τέχνη (10ος αιών)'/><category term='Υγρό πυρ'/><category term='Καλλίνικος'/><category term='Ισαάκιος Κομνηνός'/><category term='Εξωτερική πολιτική (9ος αιώνας)'/><title type='text'>Βυζαντινή Ιστορία</title><subtitle type='html'></subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://byzantin-history.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4628237057126184005/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://byzantin-history.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>Τ.ΠΑΣΧΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14270320127730862399</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='21' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_Lg1-sKZbjQs/SKs8rdsLQTI/AAAAAAAAAAY/mgo4tz2xrVs/S220/J0178444.JPG'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>42</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4628237057126184005.post-7084044515350018622</id><published>2011-06-30T00:31:00.001+03:00</published><updated>2011-08-29T10:40:28.600+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Φιλολογία-Τέχνη (12ος αιώνας)'/><title type='text'>Φιλολογία και τέχνη επί Κομνηνών και Αγγέλων</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;Την εποχή της δυναστείας των Μακεδόνων χαρακτήριζε μια εντατική πολιτιστική δράση στον τομέα της επιστήμης, της φιλολογίας, της αγωγής και της τέχνης. Η δράση ανθρώπων σαν τον &lt;em&gt;Φώτιο&lt;/em&gt; (9ος αιώνας), τον &lt;em&gt;Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο&lt;/em&gt; (10ος αιώνας) και τον &lt;em&gt;Μιχαήλ Ψελλό&lt;/em&gt; (11ος αιώνας), το πολιτιστικό περιβάλλον τους, καθώς και η αναζωογόνηση του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης, που μεταρρυθμίστηκε τον 11ο αιώνα, δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για την αναγέννηση του πολιτισμού της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων.&lt;br /&gt;Ο Ησίοδος, ο Όμηρος, ο Πλάτωνας, οι ιστορικοί Θουκυδίδης και Πολύβιος, οι ρήτορες Ισοκράτης και Δημοσθένης, οι Έλληνες τραγωδοί και ο Αριστοφάνης και άλλοι σπουδαίοι εκπρόσωποι της αρχαίας φιλολογίας γίνονταν αντικείμενα μελέτης και μίμησης από τους συγγραφείς του 12ου και των αρχών του 13ου αιώνα. Η απομίμηση αυτή ήταν φανερή κυρίως στη γλώσσα, η οποία, με την υπερβολική της τάση προς αγνότητα της αρχαίας Αττικής διαλέκτου, έγινε τεχνητή, μεγαλορρήμων και μερικές φορές δυσκολονόητη και ανώμαλη. Γενικά η γλώσσα ήταν τελείως διαφορετική από την ομιλούμενη. Η φιλολογία της εποχής αυτής, όπως λέει ο Bury, ήταν η φιλολογία των ανθρώπων που ήταν «&lt;em&gt;σκλάβοι της παράδοσης. Η σκλαβιά αυτή βεβαίως ήταν δουλεία από ευγενείς κυρίους, αλλά πάντως ήταν δουλεία&lt;/em&gt;». Μερικοί όμως συγγραφείς, παρά την ειδικότητά τους στην κλασσική γλώσσα, δεν παραμελούσαν την ομιλούμενη «δημοτική» γλώσσα της εποχής τους και άφησαν πολύ ενδιαφέροντα κομμάτια στην ομιλούμενη γλώσσα του 12ου αιώνα. Συγγραφείς της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων κατανόησαν την υπεροχή του βυζαντινού πολιτισμού επί του πολιτισμού των λαών της Δύσης, τους οποίους μια πηγή ονομάζει «&lt;em&gt;σκοτεινές και περιπλανώμενες φυλές, των οποίων το μεγαλύτερο μέρος, αν δε γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, ανατράφηκε τουλάχιστον από αυτήν και που ανάμεσά τους δεν καταφεύγει ούτε η χάρη ούτε η μούσα&lt;/em&gt;». Φυλές στις οποίες το ευχάριστο τραγούδι φαίνεται σαν «&lt;em&gt;κραυγή από γύπες ή κρωγμός κοράκων&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Στο φιλολογικό τομέα της εποχής αυτής βρίσκουμε ένα μεγάλο αριθμό σπουδαίων και εκλεκτών συγγραφέων, τόσο εκκλησιαστικών όσο και κοσμικών. Η φιλολογική κίνηση επηρέασε επίσης την ίδια την οικογένεια των Κομνηνών, της οποίας πολλά μέλη, υποχωρώντας στην επιρροή αυτή, αφιέρωσαν μέρος του καιρού τους στη μάθηση και τη φιλολογία.&lt;br /&gt;Η πολύ μορφωμένη κι έξυπνη μητέρα του Αλέξιου Α' Κομνηνού, &lt;strong&gt;Άννα Θαλασσινή&lt;/strong&gt;, την οποία η εγγονή της Άννα Κομνηνή χαρακτηρίζει ως «&lt;em&gt;τη μεγαλύτερη δόξα όχι μόνο μεταξύ των γυναικών, αλλά και μεταξύ των ανδρών, καθώς και κόσμημα της ανθρωπότητας&lt;/em&gt;», ερχόταν συχνά στα γεύματα με ένα βιβλίο στα χέρια και συζητούσε εκεί δογματικά προβλήματα των Πατέρων της Εκκλησίας, δείχνοντας ιδιαίτερη προτίμηση στον φιλόσοφο και μάρτυρα Μάξιμο.&lt;br /&gt;Ο ίδιος ο αυτοκράτορας &lt;strong&gt;Αλέξιος Κομνηνός&lt;/strong&gt; έγραψε μερικές θεολογικές διατριβές κατά των αιρετικών. Οι «&lt;em&gt;Μούσες&lt;/em&gt;» του Αλέξιου, που γράφτηκαν λίγο πριν από το θάνατό του, εκδόθηκαν το 1913. Οι «&lt;em&gt;Μούσες&lt;/em&gt;» αυτές, αφιερωμένες στο γιο και διάδοχό του Ιωάννη, είναι ένα είδος πολιτικής διαθήκης που δεν αφορά μόνο αφηρημένα προβλήματα ηθικής, αλλά και πολλά σύγχρονά του ιστορικά γεγονότα, όπως, για παράδειγμα, την Α' Σταυροφορία.&lt;br /&gt;Η κόρη του Αλεξίου, Άννα και ο σύζυγός της Νικηφόρος Βρυέννιος, κατέχουν τιμητική θέση στην ιστοριογραφία του Βυζαντίου. Ο &lt;strong&gt;Νικηφόρος Βρυέννιος&lt;/strong&gt;, που επέζησε του Αλέξιου και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στις υποθέσεις του κράτους υπό τον Αλέξιο και το γιο του Ιωάννη, ήθελε να γράψει μια ιστορία του Αλέξιου Κομνηνού, αλλά ο θάνατος τον εμπόδισε να φέρει σε πέρας το σχέδιό του. Πέτυχε όμως να συνθέσει ένα είδος οικογενειακού χρονικού ή αναμνήσεων, για να δείξει τις αιτίες της ανόδου στην εξουσία του οίκου των Κομνηνών, που φτάνει σχεδόν μέχρι την ενθρόνιση του Αλέξιου. Η λεπτομερής περιγραφή του Βρυέννιου ασχολείται με τα γεγονότα μεταξύ 1070 και 1079, δηλαδή μέχρι τις αρχές της βασιλείας του Νικηφόρου Γ' Βατανιάτη. Επειδή συζητάει τη δράση των μελών του οίκου των Κομνηνών, το έργο του χαρακτηρίζεται από κάποια μεροληψία. Το ύφος του Βρυέννιου είναι μάλλον απλό και δεν έχει τίποτε από την τεχνητή τελειότητα που συναντά κανείς στο έργο της συζύγου του. Η επιρροή του Ξενοφώντα είναι φανερή στο έργο του, το οποίο έχει πολλή σημασία τόσο για την εσωτερική ιστορία της αυλής όσο και για την εξωτερική πολιτική, διαφωτίζοντας κυρίως τα ζήτημα για την αύξηση του τουρκικού κινδύνου.&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="192"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="192"&gt;&lt;strong&gt;ΑΝΝΑ ΚΟΜΝΗΝΗ&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="192"&gt;Η ικανή και πολύ μορφωμένη σύζυγος του Βρυέννιου, η μεγαλύτερη κόρη του Αλέξιου, &lt;strong&gt;Άννα Κομνηνή&lt;/strong&gt;, είναι η συγγραφέας της «&lt;em&gt;Αλεξιάδας&lt;/em&gt;». Η πρώτη αυτή μεγάλη επιτυχία της φιλολογικής αναγέννησης της εποχής των Κομνηνών, είναι αφιερωμένη στην περιγραφή της ένδοξης βασιλείας του πατέρα της Κομνηνής «&lt;em&gt;του Μεγάλου Αλέξιου, του φωτός του σύμπαντος, του ήλιου της Άννας&lt;/em&gt;». Ένας βιογράφος της Άννας παρατηρεί ότι «&lt;em&gt;σχεδόν μέχρι τον 19ο αιώνα μια γυναίκα ιστορικός αποτελούσε ένα είδος rara avis&lt;/em&gt;». Στα 15 βιβλία του μεγάλου της έργου, η Άννα περιγράφοντας την περίοδο μεταξύ 1069 και 1118, δίνει μια εικόνα της βαθμιαίας ανόδου του οίκου των Κομνηνών κατά την περίοδο πριν την ενθρόνιση του Αλέξιου και επεκτείνει τη διήγησή της μέχρι το θάνατό του, συνεχίζοντας έτσι το έργο του συζύγου της Νικηφόρου Βρυέννιου. Η τάση να εξυψώσει τον πατέρα της είναι φανερή σ’ όλη την «&lt;em&gt;Αλεξιάδα&lt;/em&gt;», που προσπαθεί να δείξει στον αναγνώστη την υπεροχή αυτού του «&lt;em&gt;δέκατου τρίτου απόστολου&lt;/em&gt;» (δηλαδή του Αλέξιου) σε σχέση με τα άλλα μέλη της οικογένειας των Κομνηνών. Η Άννα είχε μια εξαιρετική αγωγή και είχε διαβάσει πολλούς από τους πιο εκλεκτούς συγγραφείς της αρχαιότητας, τον Όμηρο, τους λυρικούς, τους τραγωδούς, τον Αριστοφάνη, τους ιστορικούς Θουκυδίδη και Πολύβιο, τους ρήτορες Ισοκράτη και Δημοσθένη και τους φιλόσοφους Αριστοτέλη και Πλάτωνα. Όλα αυτά επηρέασαν το ύφος της «&lt;em&gt;Αλεξιάδας&lt;/em&gt;», στην οποία η Άννα υιοθέτησε την εξωτερική μορφή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και χρησιμοποίησε, όπως λέει ο Krumbacher, μια τεχνητή, σχεδόν τελείως νεκρή, γλώσσα που είναι εντελώς αντίθετη προς τη «δημοτική» (ομιλούμενη) γλώσσα που χρησιμοποιείτο στη φιλολογία της εποχής αυτής.&lt;/div&gt;Η Άννα απολογείται στους αναγνώστες της ακόμα και όταν ονομάζει με βάρβαρα ονόματα τους Δυτικούς ή Ρώσους ηγέτες, τα οποία «&lt;em&gt;παραμορφώνουν την αξία και την αντικειμενικότητα της ιστορίας&lt;/em&gt;». Παρά τη μεροληψία που δείχνει η Άννα για τον πατέρα της, δημιούργησε ένα έργο που είναι εξαιρετικά σπουδαίο από ιστορική πλευρά. Ένα έργο που δεν στηρίχθηκε μόνο στην προσωπική παρατήρηση και τις προφορικές πληροφορίες, αλλά και στα στοιχεία των αρχείων του κράτους, της διπλωματικής αλληλογραφίας και των αυτοκρατορικών διαταγμάτων. Η «&lt;em&gt;Αλεξιάδα&lt;/em&gt;» αποτελεί μια από τις πιο σπουδαίες πηγές για την ιστορία της Α' Σταυροφορίας. Οι σύγχρονοι επιστήμονες αναγνωρίζουν ότι, παρά τις ελλείψεις τους, οι αναμνήσεις αυτές της Άννας παραμένουν ένα από τα πιο σπουδαία έργα της μεσαιωνικής βυζαντινής ιστοριογραφίας και ότι θα παραμείνουν ως η ευγενέστερη ένδειξη του βυζαντινού κράτους, που αναγεννήθηκε από τον Αλέξιο Κομνηνό. [1]&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="193"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="193"&gt;&lt;strong&gt;ΣΕΒΑΣΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ ΙΣΣΑΚΙΟΣ&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="193"&gt;Δεν είναι γνωστό αν ο γιος και διάδοχος του Αλέξιου Ιωάννης, που διέθεσε σχεδόν όλη του τη ζωή σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, συμφωνούσε ή όχι με τις φιλολογικές τάσεις του περιβάλλοντός του. Ο μικρότερος όμως αδελφός του, ο &lt;strong&gt;Σεβαστοκράτορας Ισαάκιος&lt;/strong&gt;, δεν ήταν μόνο ένας μορφωμένος άνθρωπος που ενδιαφερόταν για τη φιλολογία, αλλά και ο συγγραφέας δύο μικρών έργων σχετικών με την ιστορία της μεταμόρφωσης των Ομηρικών επών κατά τον Μεσαίωνα, καθώς και της εισαγωγής του Κώδικα της Οκτάτευχου, της βιβλιοθήκης του Seraglia.&lt;/div&gt;Μερικές έρευνες οδηγούν στην υπόθεση ότι τα έργα του Σεβαστοκράτορα Ισαάκιου Κομνηνού ήταν πολύ πιο ποικίλα από όσο μπορεί να αποδειχθεί με βάση δύο ή τρία δημοσιευθέντα σύντομα κείμενα και ότι στο πρόσωπό του παρουσιάζεται ένας ενδιαφέρων, από πολλές απόψεις, νέος συγγραφέας.&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="194"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="194"&gt;&lt;strong&gt;ΜΑΝΟΥΗΛ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="194"&gt;Ο αυτοκράτορας &lt;strong&gt;Μανουήλ&lt;/strong&gt;, που ενδιαφερόταν πολύ για την Αστρολογία, έγραψε μια πραγματεία, με την οποία υπερασπιζόταν την Αστρολογία από τις επιθέσεις που αυτή υφίστατο από τον Κλήρο, ενώ επιπλέον ήταν ο συγγραφέας πολλών θεολογικών έργων, καθώς και διάφορων αυτοκρατορικών ομιλιών. Λόγω των θεολογικών μελετών του Μανουήλ, ο πανηγυριστής του Ευστάθιος Θεσσαλονίκης, ονομάζει τη βασιλεία του «&lt;em&gt;αυτοκρατορική ιεροσύνη&lt;/em&gt;» ή «&lt;em&gt;βασίλειο ιεράτευμα&lt;/em&gt;» (Έξοδος 19:6). Ο Μανουήλ δεν ενδιαφερόταν ο ίδιος μόνο για τη φιλολογία και τη θεολογία, αλλά προσπαθούσε να προσελκύσει το ενδιαφέρον και των άλλων. Έστειλε το περίφημο έργο του Πτολεμαίου «&lt;em&gt;Αλμαγέστη&lt;/em&gt;», [2] ως δώρο στο βασιλιά της Σικελίας, ενώ συγχρόνως μεταφέρθηκαν μερικά ακόμα χειρόγραφα από τη βιβλιοθήκη του Μανουήλ στη Σικελία. Η πρώτη λατινική μετάφραση του έργου έγινε με βάση το χειρόγραφο, περίπου το 1160. Η γυναικαδέλφη του Μανουήλ &lt;strong&gt;Ειρήνη&lt;/strong&gt;, διακρίθηκε για την αγάπη της στα γράμματα, καθώς και για το φιλολογικό της ταλέντο. Ο ποιητής και πιθανόν δάσκαλός της, Θεόδωρος Πρόδρομος, της αφιέρωσε πολλούς στίχους, ενώ ο Κωνσταντίνος Μανασσής την αποκαλεί «&lt;em&gt;φιλολογιώτατη&lt;/em&gt;». Ένας διάλογος κατά των Ιουδαίων, που αποδίδεται μερικές φορές στην εποχή του Ανδρόνικου Α', ανήκει σε&amp;nbsp;μεταγενέστερη περίοδο.&lt;/div&gt;Η σύντομη αυτή σκιαγραφία δείχνει πόσο έντονα είχε ασχοληθεί με τη φιλολογία η δυναστεία των Κομνηνών, αν και το φαινόμενο αυτό εμφανίζει τη γενική εξύψωση του πολιτισμού που εκδηλώθηκε κυρίως με την ανάπτυξη της φιλολογίας και αποτελεί ένα από τα κύρια γνωρίσματα της εποχής των Κομνηνών.&lt;br /&gt;Από την εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων, οι ιστορικοί και οι ποιητές, οι συγγραφείς θεολογικών έργων, οι συγγραφείς που ασχολούνται με την αρχαιότητα και οι χρονογράφοι, άφησαν έργα που δείχνουν τα φιλολογικά ενδιαφέροντα της εποχής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΙΝΝΑΜΟΣ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="195"&gt;Ένας ιστορικός, ο &lt;strong&gt;Ιωάννης Κίνναμος&lt;/strong&gt;, σύγχρονος των Κομνηνών, έγραψε μια ιστορία της βασιλείας του Ιωάννη και του Μανουήλ (1118-1176) που αποτελεί μια συνέχεια του έργου της Άννας Κομνηνής. Η ιστορία αυτή ακολουθεί το παράδειγμα του Ηρόδοτου και του Ξενοφώντα και επηρεάζεται και από τον Προκόπιο. Επειδή το κέντρο της ιστορίας είναι ο Μανουήλ, το έργο αυτό είναι κάπως εγκωμιαστικό. Ο Κίνναμος ήταν θερμός υποστηρικτής των δικαιωμάτων της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, καθώς και ένας εκ πεποιθήσεως ανταγωνιστής του Πάπα και της αυτοκρατορικής εξουσίας των Γερμανών βασιλέων. Σαν ήρωα του διάλεξε τον Μανουήλ, που του είχε φερθεί ευνοϊκά, αν και η εξιστόρηση των γεγονότων είναι αξιόλογη και βασισμένη στη μελέτη αξιόπιστων πηγών. Το έργο είναι γραμμένο σε πολύ καλή ελληνική γλώσσα και «&lt;em&gt;στο ύφος ενός τίμιου στρατιώτη, γεμάτου από αυθορμητισμό και ειλικρινή ενθουσιασμό για τον αυτοκράτορά του&lt;/em&gt;» (Neumann).&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΜΙΧΑΗΛ ΑΚΟΜΙΝΑΤΟΣ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="196"&gt;Ο &lt;strong&gt;Μιχαήλ&lt;/strong&gt; και ο &lt;strong&gt;Νικήτας Ακομινάτοι&lt;/strong&gt;, δυο αδέλφια από τις Χώνες της Φρυγίας, [3] ήταν εκλεκτές φυσιογνωμίες της φιλολογίας του 12ου και αρχές του 13ου αιώνα. Πολλές φορές είναι γνωστοί (με βάση την πόλη στην οποία γεννήθηκαν) ως Χωνιάτες. Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο &lt;strong&gt;Μιχαήλ&lt;/strong&gt;, που είχε πάρει εξαιρετική κλασσική μόρφωση στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με τον Επίσκοπο Θεσσαλονίκης Ευστάθιο, διάλεξε την εκκλησιαστική σταδιοδρομία και έγινε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών για 30 χρόνια και πλέον. Ενθουσιώδης θαυμαστής της ελληνικής αρχαιότητας, έμενε στο κτίριο της Επισκοπής, στην Ακρόπολη, όπου το Μεσαίωνα, βρισκόταν ο Καθεδρικός ναός της Παρθένου Μαρίας. Ο Μιχαήλ ένιωθε εξαιρετικά ευτυχής που μπορούσε να ζει στην Ακρόπολη, από όπου νόμιζε ότι έφτανε «&lt;em&gt;στην κορυφή των ουρανών&lt;/em&gt;». Ο Καθεδρικός του Ναός ήταν γι’ αυτόν μια συνεχής πηγή ικανοποίησης κι ενθουσιασμού. Έβλεπε την πόλη και το λαό της σαν να ήταν ένας σύγχρονος του Πλάτωνα και γι’ αυτό ενδιαφερόταν πολύ να δει να γεφυρώνεται το τρομερό χάσμα που χώριζε τον πληθυσμό της Αθήνας της εποχής του από τους αρχαίους Έλληνες. Ο Μιχαήλ ήταν ένας ιδεολόγος και δεν μπορούσε να εκτιμήσει κατάλληλα την εξέλιξη και επίτευξη των εθνογραφικών μεταβολών της Ελλάδας.&lt;/div&gt;Ο ιδεαλισμός του συγκρουόταν με τη σκληρή πραγματικότητα και γι’ αυτό έλεγε: «&lt;em&gt;Ζω στην Αθήνα, αλλά δεν βλέπω την Αθήνα πουθενά&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Ο λαμπρός λόγος, που εκφώνησε με την ευκαιρία της ενθρόνισής του μπροστά στους Αθηναίους που μαζεύτηκαν στον Παρθενώνα, ήταν, όπως ο ίδιος λέει, ένα δείγμα απλότητας ύφους. Με το λόγο του αυτόν υπενθύμισε στους ακροατές του την παλιά μεγαλοπρέπεια της πόλης, εξέφρασε τη σταθερή του πίστη στη γενεαλογική συνέχεια των Αθηναίων, από την αρχαιότητα μέχρι τότε, παρότρυνε τους Αθηναίους να είναι προσκολλημένοι στις ευγενείς συνήθειες και τον ευγενή τρόπο ζωής των προγόνων τους και παρουσίασε τα παραδείγματα του Αριστείδη, του Διογένη, του Περικλή, του Θεμιστοκλή και άλλων. Η ομιλία αυτή όμως, φτιαγμένη στην πραγματικότητα σ’ ένα ύφος ανώτερο, γεμάτη από αρχαία βιβλικά αποσπάσματα και εξωραϊσμένη με μεταφορές και αλληγορίες, έμεινε ακατανόητη και σκοτεινή για τους ακροατές του νέου Μητροπολίτη. Η ομιλία αυτή ξεπερνούσε τις δυνατότητες των Αθηναίων του 12ου αιώνα, πράγμα που δεν αντιλήφθηκε ο Μιχαήλ. Σ’ ένα από τα μεταγενέστερα κηρύγματά του αναφωνεί με βαθειά λύπη: «&lt;em&gt;Ω! πόλη των Αθηνών! Μητέρα της σοφίας! Σε ποια αμάθεια έχεις βυθιστεί!... Όταν σου μιλούσα, με την ευκαιρία της ενθρόνισής μου, απλά και φυσικά, φαινόταν σαν να είχα μιλήσει για κάτι το ακατανόητο ή σε μια ξένη γλώσσα, των Περσών ή των Σκύθων&lt;/em&gt;». Ο μορφωμένος Μιχαήλ Ακομινάτος σύντομα έπαψε να βλέπει τους σύγχρονους Αθηναίους τους άμεσους απόγονους των αρχαίων Ελλήνων. «Η εξαιρετική ωραιότητα της χώρας», γράφει, «&lt;em&gt;έχει διατηρηθεί: ο Υμηττός με το άφθονο μέλι, ο Πειραιάς, η κάποτε μυστηριώδης Ελευσίνα, η πεδιάδα του Μαραθώνα και η Ακρόπολη. Αλλά η γενιά εκείνη που αγάπησε την επιστήμη εξαφανίστηκε για να έρθει στη θέση της μια γενιά αμόρφωτη και φτωχή, ψυχικά και σωματικά&lt;/em&gt;». Κυκλωμένος από βάρβαρους, ο Μιχαήλ φοβόταν μήπως γίνει και ο ίδιος βάρβαρος και απολίτιστος και θρηνούσε το κατάντημα της ελληνικής γλώσσας που είχε γίνει ένα είδος βάρβαρης διαλέκτου, την οποία κατόρθωσε να καταλάβει μόνο ύστερα από παραμονή 3 ετών στην Αθήνα. Είναι πιθανόν ο Μιχαήλ να υπερβάλλει τα πράγματα, αλλά δεν απέχει από την πραγματικότητα όταν γράφει ότι η Αθήνα υπήρξε μια λαμπρή πόλη που δεν ζούσε πια. Το όνομα των Αθηναίων θα είχε εξαφανιστεί από τη μνήμη των ανθρώπων, αν δεν είχε εξασφαλιστεί η συνεχής του ύπαρξη από τα έργα του παρελθόντος και από τα φημισμένα μέρη της, την Ακρόπολη, τον Άρειο Πάγο, τον Υμηττό και τον Πειραιά, τα οποία σαν ένα αμετάβλητο έργο της φύσης στέκονται πέρα από τις μεταβολές και τις καταστροφές του χρόνου.&lt;br /&gt;Ο Μιχαήλ έμεινε στην Αθήνα μέχρι τις αρχές του 13ου αιώνα. Μετά την ανάκτηση της πόλης από τους Φράγκους, το 1204, αναγκάστηκε να παραχωρήσει την έδρα του σ’ ένα Λατίνο Επίσκοπο και να περάσει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του στο μικρό νησί Κέα, κοντά στις ακτές της Αττικής, όπου και θάφτηκε μετά το θάνατό του το 1220 ή το 1222.&lt;br /&gt;Ο Μιχαήλ Ακομινάτος άφησε μια πλούσια φιλολογική κληρονομιά σε ομιλίες και κηρύγματα για διάφορα θέματα, καθώς και πολυάριθμα γράμματα και μερικά ποιήματα που δίνουν σπουδαίες πληροφορίες για την πολιτική, κοινωνική και φιλολογική ζωή της εποχής του. Από τα ποιήματά του, την πρώτη θέση κατέχει ένα ιαμβικό ελεγείο γραμμένο προς τιμή της Αθήνας που αποτελεί «&lt;em&gt;τον πρώτο και τον μόνο, ίσως, θρήνο των ερειπίων της παλιάς ένδοξης πόλης&lt;/em&gt;». Ο Gregorovius ονομάζει τον Μιχαήλ Ακομινάτο ακτίνα ηλίου όπου φώτισε το σκοτάδι της Αθήνας του Μεσαίωνα, καθώς και «&lt;em&gt;τελευταίο μεγάλο πολίτη και τελευταία δόξα αυτής της πόλης των σοφών&lt;/em&gt;». Ένας άλλος συγγραφέας λέει ότι ο Μιχαήλ «&lt;em&gt;αλλοδαπός εκ γενετής, ταύτισε τόσο πολύ τον εαυτό του με τη νέα του πατρίδα ώστε μπορούμε να τον ονομάσουμε ως τον τελευταίο των μεγάλων Αθηναίων, που αξίζει να σταθεί κοντά σ’ αυτές τις ευγενείς φυσιογνωμίες, των οποίων το παράδειγμα πρόβαλλε τόσο πολύ στο ποίμνιό του&lt;/em&gt;». Στον βαρβαρισμό που έπνιγε την Αθήνα, για τον οποίον μιλάει ο Μιχαήλ, καθώς και στη διαφθορά της ελληνικής γλώσσας, μπορεί να δει κανείς μερικά ίχνη της σλάβικης επιρροής.&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="179"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="179"&gt;&lt;strong&gt;ΝΙΚΗΤΑΣ ΑΚΟΜΙΝΑΤΟΣ&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="179"&gt;Ο νεώτερος αδελφός του Μιχαήλ, &lt;strong&gt;Νικήτας Ακομινάτος&lt;/strong&gt; ή &lt;strong&gt;Χωνιάτης&lt;/strong&gt;, κατέχει την πιο σπουδαία θέση ανάμεσα στους ιστορικούς του 12ου και των αρχών του 13ου αιώνα. Γεννημένος στα μέσα του 12ου αιώνα, στις Χωνές της Φρυγίας, ο Νικήτας, όπως και ο αδελφός του, στάλθηκε από παιδί στην Κωνσταντινούπολη, όπου σπούδασε κάτω από την καθοδήγηση του μεγαλύτερου αδελφού Μιχαήλ. Ενώ ο Μιχαήλ αφιερώθηκε στην Εκκλησία, ο Νικήτας διάλεξε μια κοσμική σταδιοδρομία, που την άρχισε υπό τον Μανουήλ για να φτάσει στα ανώτατα αξιώματα την εποχή των Αγγέλων. Αφού αναγκάστηκε να φύγει από την πρωτεύουσα μετά τη λεηλασία της από τους Σταυροφόρους το 1204, κατέφυγε στην αυλή του αυτοκράτορα της Νίκαιας &lt;strong&gt;Θεόδωρου Λάσκαρη&lt;/strong&gt;, ο οποίος τον αποκατέστησε στις παλιές του τιμές και διακρίσεις, δίνοντάς του τη δυνατότητα να αφιερώσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην προσφιλή του φιλολογική εργασία και να τελειώσει τη μεγάλη του ιστορία. Ο Νικήτας πέθανε στη Νίκαια αμέσως μετά το 1210. Ο Μιχαήλ επέζησε του Νικήτα και έγραψε, με την ευκαιρία του θανάτου του αδελφού του, ένα συγκινητικό επικήδειο λόγο, που είναι πολύ σπουδαίος, όσον αφορά τη βιογραφία του Νικήτα.&lt;/div&gt;Το μεγαλύτερο φιλολογικό του κατόρθωμα είναι το μεγάλο ιστορικό έργο. Σε 20 βιβλία, που παρουσιάζουν τα γεγονότα από την ενθρόνιση του Ιωάννη Κομνηνού μέχρι τα πρώτα έτη της Λατινικής αυτοκρατορίας (1118-1206). Το έργο του Νικήτα είναι μια ανεκτίμητη πηγή για την εποχή του Μανουήλ, την ενδιαφέρουσα βασιλεία του Ανδρόνικου, την εποχή των Αγγέλων, την Δ' Σταυροφορία και την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους το 1204. H αρχή της ιστορίας του, που ασχολείται με την εποχή του Ιωάννη Κομνηνού, είναι πολύ σύντομη. Το έργο διασπάται με ένα δευτερεύον γεγονός και δεν παρουσιάζει πλήρες σύνολο. Ίσως, λέει ο Uspensky, δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην πλήρη του μορφή. Για την ιστορία του ο Νικήτας αναγνωρίζει δύο μόνο πηγές: τις διηγήσεις των αυτοπτών μαρτύρων και την προσωπική παρατήρηση. Οι γνώμες των ιστορικών ποικίλουν ως προς το κατά πόσο ο Νικήτας χρησιμοποίησε τον Ιωάννη Κίνναμο ως πηγή του. Η ιστορία του Νικήτα είναι γραμμένη σ’ ένα πληθωρικό, εύγλωττο και γραφικό ύφος, που αποδεικνύει βαθειά γνώση τόσο της αρχαίας φιλολογίας όσο και της θεολογίας. Παρόλα αυτά, όμως, ο ίδιος ο συγγραφέας έχει τελείως διαφορετική γνώμη για το ύφος του.&lt;br /&gt;Παρά την ύπαρξη κάποιας μεροληψίας στην περιγραφή των γεγονότων της μιας ή της άλλης βασιλείας, ο Νικήτας, που ήταν σταθερά πεπεισμένος για την πλήρη υπεροχή «&lt;em&gt;των Ρωμαίων&lt;/em&gt;» επί των βαρβάρων της Δύσης, αποτελεί ως ιστορικός κάτι που αξίζει να το προσέξουμε με εμπιστοσύνη και προσοχή. Στην ειδική μονογραφία που έχει γράψει ο Uspensky για τον Νικήτα Χωνιάτη, αναφέρει ότι «&lt;em&gt;ο Νικήτας αξίζει να μελετηθεί έστω και για τον απλό λόγο ότι στην ιστορία του ασχολείται με την πιο σπουδαία εποχή του Μεσαίωνα, οπότε οι εχθρικές σχέσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης είχαν φτάσει στο ανώτερο σημείο τους για να ξεσπάσουν στις Σταυροφορίες και την ίδρυση της Λατινικής αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη. Οι γνώμες του για τους Σταυροφόρους της Δύσης και για τις σχέσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης διακρίνονται από μια βαθειά αλήθεια και μια ευφυή ιστορική διορατικότητα, την οποία δε βρίσκουμε στα καλύτερα έργα της μεσαιωνικής φιλολογίας της Δύσης&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Εκτός από την «Ιστορία» του, ο Νικήτας Χωνιάτης έχει πιθανόν γράψει μια μικρή διατριβή σχετική με τα αγάλματα που καταστράφηκαν το 1204, από τους Λατίνους στην Κωνσταντινούπολη, μερικά έργα ρητορικής φύσης, προς τιμή διαφόρων αυτοκρατόρων, καθώς και μια θεολογική διατριβή, τον «&lt;em&gt;Θησαυρό Ορθοδοξίας&lt;/em&gt;». Το τελευταίο αυτό έργο, που είναι συνέχεια της «&lt;em&gt;Πανοπλίας&lt;/em&gt;» του &lt;strong&gt;Ευθύμιου Ζιγαβηνού&lt;/strong&gt;, γράφτηκε μετά από μελέτη πολλών συγγραφέων και έχει ως αντικείμενο την ανασκευή ενός μεγάλου αριθμού αιρετικών πλανών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="197"&gt;Ανάμεσα στους εκλεκτούς εκπροσώπους του πολιτισμού του 12ου αιώνα, ανήκει κι ο ικανός δάσκαλος και φίλος του Μιχαήλ Χωνιάτη, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης &lt;strong&gt;Ευστάθιος&lt;/strong&gt;, «&lt;em&gt;η πιο φτωχή φυσιογνωμία του κόσμου των γραμμάτων του Βυζαντίου, από την εποχή του Μιχαήλ Ψελλού&lt;/em&gt;» (Gregorovius). Μορφώθηκε στην Κωνσταντινούπολη, έγινε διάκονος της Αγίας Σοφίας και υπήρξε διδάσκαλος της ρητορικής. Τα περισσότερα από τα έργα του τα έγραψε εκεί, αλλά τα ιστορικά του έργα και διάφορες άλλες εργασίες τις επεξεργάστηκε αργότερα στη Θεσσαλονίκη. Το σπίτι του Ευστάθιου στην Κωνσταντινούπολη ήταν ένα είδος σχολής για νέους σπουδαστές και έγινε ένα κέντρο, γύρω από το οποίο συγκεντρώνονταν τα καλύτερα πνεύματα της πρωτεύουσας, καθώς και νέοι που διψούσαν για μάθηση. Σαν θρησκευτικός ηγέτης της Θεσσαλονίκης, που ερχόταν (ως προς τη σπουδαιότητα) αμέσως μετά την πρωτεύουσα, ο Ευστάθιος αφιέρωσε ένα μεγάλο μέρος από τη δραστηριότητά του στην εξύψωση του πνευματικού και ηθικού επιπέδου των συνθηκών του μοναστηριακού βίου της εποχής του, με αποτέλεσμα μερικές φορές να δημιουργεί εχθρούς μεταξύ των μοναχών. Από την πολιτιστική πλευρά έχουν πολύ ενδιαφέρον οι επανειλημμένες εκκλήσεις τους προς τους μοναχούς, να μη σπαταλούν τους θησαυρούς των βιβλιοθηκών. Ο Ευστάθιος πέθανε μεταξύ του 1192 και του 1194. Ο μαθητής και φίλος του Μητροπολίτης Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτος, τίμησε τη μνήμη του με ένα συγκινητικό επικήδειο λόγο.&lt;/div&gt;Συνετός παρατηρητής της πολιτικής ζωής της εποχής του, καταρτισμένος θεολόγος που με θάρρος αναγνώριζε την κατάπτωση της μοναστικής ζωής, καθώς και βαθύς λόγιος, του οποίου οι γνώσεις σχετικά με την αρχαία φιλολογία του εξασφάλιζαν μια τιμητική θέση όχι μόνο στην ιστορία του βυζαντινού πολιτισμού, αλλά και στην ιστορία της κλασικής φιλολογίας, ο Ευστάθιος είναι αναμφίβολα μια εκλεκτή προσωπικότητα της πνευματικής ζωής του Βυζαντίου του 12ου αιώνα. Το πνευματικό του κληροδότημα μπορεί να διαιρεθεί σε δύο ομάδες: στην πρώτη ομάδα ανήκουν τα εκτενή και λεπτομερή του σχόλια της Ιλιάδας, της Οδύσσειας, του Πίνδαρου και μερικών άλλων, ενώ στη δεύτερη ομάδα ανήκουν τα έργα που γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη: η ιστορία της κατάκτησης της Θεσσαλονίκης από τους Νορμανδούς, το 1185, η σημαντική του αλληλογραφία, η διατριβή του σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις της μοναχικής ζωής, ένας λόγος που γράφτηκε με την ευκαιρία του θανάτου του αυτοκράτορα Μανουήλ και άλλα συγγράμματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΣ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="198"&gt;Στα τέλη του 11ου και στις αρχές του 12ου αιώνα, έζησε στη Βουλγαρία ένας πολύ σπουδαίος θεολόγος, ο &lt;strong&gt;Θεοφύλακτος&lt;/strong&gt; Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας, ο οποίος γεννήθηκε στην Εύβοια και υπηρέτησε για ένα διάστημα ως διάκονος στην Αγία Σοφία. Μορφώθηκε πολύ καλά από τον περίφημο Μιχαήλ Ψελλό και διορίστηκε πιθανόν από τον Αλέξιο Α' Κομνηνό Αρχιεπίσκοπος Αχρίδας, στη Βουλγαρία, που την εποχή αυτή βρισκόταν κάτω από την εξουσία του Βυζαντίου. Κάτω από τις αυστηρές και βάρβαρες συνθήκες ζωής της Βουλγαρίας, ο Θεοφύλακτος δεν μπορούσε να ξεχάσει τη ζωή που ζούσε πριν στην Κωνσταντινούπολη και ευχόταν με όλη τη δύναμη της ψυχής του να επιστρέψει στην πρωτεύουσα. Η ευχή του όμως δεν εκπληρώθηκε και πέθανε στη Βουλγαρία στις αρχές του 12ου αιώνα (περίπου το 1108). Υπήρξε ο συγγραφέας μερικών θεολογικών έργων και τα σχόλιά του που αναφέρονται στα βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης είναι ιδιαίτερα γνωστά. Για εμάς όμως η πιο σημαντική φιλολογική κληρονομιά που μας άφησε ο Θεοφύλακτος είναι οι επιστολές του και το βιβλίο του σχετικά με τα σφάλματα των Λατίνων. Σχεδόν όλα τα γράμματα γράφτηκαν μεταξύ του 1091 και του 1108 και δίνουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εικόνα της ζωής των επαρχιών του Βυζαντίου. Οι επιστολές αυτές ελκύουν το ενδιαφέρον αν και δεν έχουν προσεχτικά μελετηθεί σε σχέση με την εσωτερική ιστορία της αυτοκρατορίας. Το βιβλίο του σχετικά με τα σφάλματα των Λατίνων υπήρξε σημαντικό λόγω των συμβιβαστικών τάσεων που παρουσιάζει σε σχέση με την Καθολική Εκκλησία.&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΜΙΧΑΗΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="199"&gt;Ο &lt;strong&gt;Μιχαήλ Θεσσαλονίκης&lt;/strong&gt; έζησε κι έγραψε στη διάρκεια της βασιλείας του Μανουήλ. Άρχισε τη σταδιοδρομία του ως διάκονος και καθηγητής της ερμηνείας των Ευαγγελίων, στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης, αλλά τελικά καταδικάστηκε ως αιρετικός και στερήθηκε όλων των τίτλων του. Συνέγραψε μερικές ομιλίες προς τιμή του Μανουήλ, η τελευταία από τις οποίες εκφωνήθηκε ως επικήδειος, λίγες μέρες μετά το θάνατο του αυτοκράτορα. Οι ομιλίες του Μιχαήλ δίνουν μερικές ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες για τα ιστορικά γεγονότα της εποχής του.&lt;/div&gt;Στα μέσα του 12ου αιώνα, γράφτηκε ο διάλογος Τιμαρίων, κατά τα πρότυπα των νεκρικών διαλόγων του Λουκιανού, ο οποίος συνήθως θεωρείται ως ανώνυμος και του οποίου συγγραφέας θεωρείται ο Τιμαρίων. Ο Τιμαρίων περιγράφει την ιστορία της μετάβασής του στον Άδη και παρουσιάζει τις συζητήσεις του με τους νεκρούς που συνάντησε εκεί. Είδε στον Άδη τον αυτοκράτορα Ρωμανό Διγενή, τον Ιωάννη Ιταλό, τον Μιχαήλ Ψελλό, τον Εικονομάχο αυτοκράτορα Θεόφιλο και άλλους. Ο «&lt;em&gt;Τιμαρίων&lt;/em&gt;», ο οποίος αναμφίβολα αποτελεί το καλύτερο έργο απομίμησης του Λουκιανού, είναι γεμάτος από δύναμη και χιούμορ. Εκτός όμως από αυτό, το έργο τούτο της εποχής των Κομνηνών αποτελεί μια πολύ ενδιαφέρουσα πηγή για την εσωτερική ζωή του Βυζαντίου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΖΕΤΖΗΣ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="200"&gt;Ένας άλλος σύγχρονος των Κομνηνών, ο &lt;strong&gt;Ιωάννης Τζέτζης&lt;/strong&gt;, που πέθανε πιθανόν στα τέλη του 12ου αιώνα, είναι πολύ σπουδαίος από άποψη φιλολογική, ιστορική και πολιτική, καθώς και από την άποψη της κλασσικής αρχαιότητας. Μορφώθηκε φιλοσοφικά πολύ καλά στην πρωτεύουσα και για ένα διάστημα υπήρξε καθηγητής της γραμματικής. Μετά αφιερώθηκε στη φιλοσοφική δράση, από την οποία και συντηρείτο. Στα έργα του ο Ιωάννης Τζέτζης δεν παραλείπει να αναφέρει τις συνθήκες της ζωής του, παρουσιάζοντας έναν άνθρωπο του 12ου αιώνα που ζει χάρη στο φιλολογικό του έργο, που συνεχώς αγωνίζεται με τη φτώχεια και τη δυστυχία, που υπηρετεί τους πλούσιους και τους αγενείς, αφιερώνοντάς τους τα έργα του, και που συχνά αγανακτεί για τη μικρή αναγνώριση των υπηρεσιών του. Κάποια μέρα βρέθηκε σε τόση ανάγκη που δεν του έμεινε κανένα από τα βιβλία του, εκτός από τον Πλούταρχο. Μη διαθέτοντας χρήματα, μερικές φορές, δεν διέθετε ούτε βιβλία και, βασιζόμενος πολύ στη μνήμη του, έκανε πολλά ιστορικά σφάλματα γράφοντας τα έργα του. Σ’ ένα από τα έργα του γράφει: «&lt;em&gt;Για μένα βιβλιοθήκη είναι το κεφάλι μου. Μη έχοντας καθόλου χρήματα, δεν έχω βιβλία και επομένως δεν μπορώ να ονομάσω ακριβώς τον συγγραφέα&lt;/em&gt;». Σ’ ένα άλλο του έργο, αναφερόμενος στη μνήμη του, γράφει ότι «&lt;em&gt;ο Θεός δεν έχει φανερώσει άλλον άνθρωπο, παλαιότερα ή τώρα, με μεγαλύτερη μνήμη απ’ αυτήν του Τζέτζη&lt;/em&gt;». Η επαφή του Τζέτζη με αρχαίους και βυζαντινούς συγγραφείς ήταν πραγματικά πολύ αξιόλογη. Γνώριζε πολλούς ποιητές, δραματικούς, ιστορικούς, ρήτορες, φιλοσόφους, γεωγράφους και φιλόλογους και κυρίως τον Λουκιανό. Τα έργα του, γραμμένα σε ύφος ρητορικό και φορτωμένα από μυθολογία και ιστορικά αποσπάσματα, είναι δύσκολα και μάλλον χωρίς ενδιαφέρον για τον αναγνώστη. Ανάμεσα στα πολλά του έργα βρίσκουμε τη συλλογή των 107 επιστολών του, οι οποίες, παρά τα φιλολογικά τους σφάλματα, έχουν κάποιο ενδιαφέρον τόσο για τη βιογραφία του συγγραφέα τους όσο και για τη βιογραφία των προσώπων στα οποία απευθύνονται. Μια «Βίβλος ιστοριών», γραμμένη σε λαϊκό ύφος, σε στίχους δηλαδή που είναι γνωστοί ως «πολιτικοί», αποτελείται από 12.000 γραμμές και πλέον και είναι ένα ποιητικό έργο με ιστορικό και φιλολογικό χαρακτήρα. Επειδή ο συγγραφέας διαίρεσε το έργο, για ευκολότερη χρήση του, σε τμήματα από χίλιες γραμμές, ονομάζεται συνήθως «χιλιάδες». Οι ιστορίες ή οι χιλιάδες του Ιωάννη Τζέτζη περιγράφονται από τον Krumbacher σαν «&lt;em&gt;τίποτε άλλο από ένα τεράστιο σχόλιο σε στίχους των επιστολών του, τις οποίες εξηγεί γράμμα προς γράμμα. Οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των επιστολών του και των ‘χιλιάδων’ είναι τόσο στενές ώστε το ένα πράγμα να μπορεί να θεωρηθεί σαν λεπτομερής δείκτης του άλλου&lt;/em&gt;». Το γεγονός αυτό και μόνο στερεί τις «χιλιάδες» από οποιαδήποτε μεγάλη φιλολογική σημασία. Ένας άλλος επιστήμονας, ο Vasilievsky, παρατηρεί ότι «&lt;em&gt;οι ‘χιλιάδες’, από φιλολογική άποψη, είναι πλήρης ανοησία αν και μερικές φορές εξηγούν ό,τι έχει παραμείνει σκοτεινό στον πεζό λόγο&lt;/em&gt;», δηλαδή στις επιστολές του Τζέτζη. Ένα άλλο εκτενές έργο του Τζέτζη είναι οι &lt;em&gt;Αλληγορίες&lt;/em&gt; του που αφιερώνονται στη σύζυγο του αυτοκράτορα Μανουήλ, τη Γερμανίδα πριγκίπισσα &lt;strong&gt;Βέρθα-Ειρήνη&lt;/strong&gt;, την οποία ο συγγραφέας ονομάζει «&lt;em&gt;ομηρικότατη&lt;/em&gt;», δηλαδή τη μεγαλύτερη θαυμάστρια του Ομήρου. Αρχίζοντας τις Αλληγορίες του ο Τζέτζης λέει με έπαρση ότι θα κάνει τον Όμηρο προσιτό για όλους τους ανθρώπους που θα εισχωρήσουν στα αόρατα βάθη της σοφίας του. Το έργο αυτό, όπως λέει ο Vasilievsky, δεν στερείται μόνο καλού γούστου, αλλά και κοινής λογικής. Εκτός από τα έργα αυτά, ο Ιωάννης Τζέτζης άφησε μερικά συγγράμματα σχετικά με τον Όμηρο, τον Ησίοδο και τον Αριστοφάνη, μερικά ποιήματα και μερικά άλλα έργα.&lt;/div&gt;Με βάση τις παρατηρήσεις αυτές, προκύπτει φυσικά το ερώτημα αν ο Ιωάννης Τζέτζης έχει καμιά σημασία για την πολιτιστική κίνηση του 12ου αιώνα. Έχοντας όμως κατά νου τον εξαιρετικό ζήλο με τον οποίον συνέλεγε το υλικό του, τα έργα του αποτελούν μια πλούσια πηγή αρχαιολογικών σημειώσεων που είναι σημαντικές για την κλασσική φιλολογία. Επιπλέον, η μέθοδος της εργασίας του συγγραφέα και η εκτενής επαφή του με την κλασσική φιλολογία, οδηγεί σε μερικά συμπεράσματα σχετικά με τον χαρακτήρα της φιλολογικής «αναγέννησης» της εποχής των Κομνηνών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΙΣΑΑΚ ΤΖΕΤΖΗΣ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="201"&gt;Ο μεγαλύτερος αδελφός του, &lt;strong&gt;Ισαάκ Τζέτζης&lt;/strong&gt;, που ασχολήθηκε με τη φιλολογία και τη μετρική, δεν υπάρχει λόγος να αναφερθεί. Στη φιλολογία όμως «&lt;em&gt;οι αδελφοί Τζέτζη&lt;/em&gt;» αναφέρονται συχνά με τέτοιο τρόπο που νομίζει κανείς ότι και οι δύο είχαν την ίδια αξία. Στην πραγματικότητα, ο Ισαάκ Τζέτζης δεν διακρίθηκε για τίποτε και γι’ αυτό θα ήταν πιο σωστό να πάψουμε να αναφερόμαστε στους «&lt;em&gt;αδελφούς Τζέτζη&lt;/em&gt;».&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="202"&gt;Μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα της εποχής των τριών πρώτων Κομνηνών, και κυρίως του Ιωάννη και του Μανουήλ, είναι ο πολύ μορφωμένος ποιητής &lt;strong&gt;Θεόδωρος Πρόδρομος&lt;/strong&gt; ή &lt;strong&gt;Πτωχοπρόδρομος&lt;/strong&gt;, όπως πολλές φορές αποκαλεί ο ίδιος τον εαυτό του με ένα πνεύμα μιας μάλλον παρεξηγημένης ταπείνωσης. Τα διάφορα έργα του Προδρόμου παρέχουν πολύ υλικό για μελέτη στον φιλόλογο, τον φιλόσοφο, τον θεολόγο και τον ιστορικό. Αν και τα δημοσιευμένα έργα, που αποδίδονται στον Πρόδρομο, είναι πολυάριθμα, όμως διατηρείται ανάμεσα στα χειρόγραφα των διαφόρων βιβλιοθηκών της Δύσης και της Ανατολής αρκετό υλικό που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί. Προς το παρόν η προσωπικότητα του Προδρόμου δημιουργεί στους ιστορικούς πολλά ζητήματα, επειδή δεν έχει ξεκαθαριστεί σε ποιον πράγματι ανήκουν τα πολυάριθμα άεργα που αποδίδονται στον Πρόδρομο, με βάση τα χειρόγραφα. Μια ομάδα ειδικών αναγνωρίζει δυο συγγραφείς με το όνομα Πρόδρομος, μιας άλλη τρεις και μια τρίτη μόνον ένα. Το πρόβλημα δεν έχει λυθεί ακόμα και πιθανόν η λύση του θα είναι δυνατή μόνο αφού δημοσιευθεί όλη η φιλολογική κληρονομιά που σχετίζεται με το όνομα του Προδρόμου.&lt;/div&gt;Η καλύτερη περίοδος της δράσης του Προδρόμου υπήρξε το πρώτο ήμισυ του 12ου αιώνα. Ο θείος του, γνωστός με το μοναστικό του όνομα Ιωάννης, υπήρξε Μητροπολίτης Κιέβου (Ιωάννης Β') στη Ρωσία και, όπως αναφέρει το 1089 ένας Ρώσος χρονογράφος, ο Ιωάννης ήταν «&lt;em&gt;ένας άνθρωπος που χρησιμοποιούσε με ικανότητα τα βιβλία, μορφωμένος, αλλά και ελεήμων για τους φτωχούς και τις χήρες&lt;/em&gt;». Ο Πρόδρομος πέθανε, κατά πάσα πιθανότητα, το 1150 περίπου.&lt;br /&gt;Ο Πρόδρομος, όπως λέει ο Diehl, ανήκε σε μια ξεπεσμένη τάξη της πρωτεύουσας, στο φιλολογικό προλεταριάτο, που αποτελείτο από έξυπνους, καλλιεργημένους και διακεκριμένους ανθρώπους, που η ζωή με τη δριμύτητά της είχε ταπεινώσει. Έχοντας γνωριμίες στους κύκλους της αυλής και με την αυτοκρατορική οικογένεια, αλλά και με ανώτερους και ισχυρούς υπαλλήλους του κράτους, αυτοί οι φτωχοί συγγραφείς αγωνίζονταν με δυσκολία να αποκτήσουν προστάτες, των οποίων η γενναιοδωρία θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει τα βιοποριστικά. Όλη η ζωή του Προδρόμου πέρασε με μια προσπάθεια να βρει προστάτες, με ένα συνεχή αγώνα εναντίον της φτώχειας, της αρρώστιας και των γερατειών καθώς και με αιτήσεις για υποστήριξη. Γι’ αυτό και δεν φείδεται κολακειών και ταπεινών εκφράσεων, άσχετα με το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση για υποστήριξη ή η κολακεία. Πρέπει όμως να εκτιμηθεί το γεγονός ότι ο Πρόδρομος έμεινε για πάντα σχεδόν πιστός σ’ ένα πρόσωπο, που ήταν η γυναικαδέλφη του Μανουήλ, Ειρήνη.&lt;br /&gt;Η κατάσταση των ανθρώπων των γραμμάτων, σαν τον Πρόδρομο, ήταν μερικές φορές πολύ δύσκολη. Σ’ ένα ποίημα, π.χ., που αποδιδόταν στον Πρόδρομο, παρουσιάζεται ο συγγραφέας του να εκφράζει τη λύπη του γιατί δεν είναι τσαγκάρης ή ράφτης, βαφέας ή αρτοπώλης, εφόσον αυτοί έχουν κάτι να φάνε. Ο συγγραφέας όμως δέχεται από τον πρώτο που συναντά την ειρωνική απάντηση: «&lt;em&gt;Φάγε τα συγγράμματά σου και συντηρήσου από αυτά, αγαπητέ! Μάσησε άπληστα τα γραπτά σου! Βγάλε τα εκκλησιαστικά σου ενδύματα και γίνου εργάτης!&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Πάρα πολλά έργα με διαφορετικό χαρακτήρα έχουν διασωθεί με το όνομα του Προδρόμου, ο οποίος ήταν μυθιστοριογράφος, αγιογράφος, ρήτορας, συγγραφέας επιστολών, ενός αστρολογικού ποιήματος, θρησκευτικών ποιημάτων, φιλοσοφικών έργων, σάτυρων και χιουμοριστικών έργων. Πολλά από τα έργα του αποτελούν συνθέσεις που έγιναν με την ευκαιρία νικών, γεννήσεων, θανάτων, γάμων κλπ. και είναι πολύ σπουδαία για τους υπαινιγμούς που κάνουν για τις προσωπικότητες και τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται, καθώς και για τις πληροφορίες που δίνουν σχετικά με τη ζωή των κατώτερων τάξεων της πρωτεύουσας. Ο Πρόδρομος υπέστη συχνά σοβαρές επικρίσεις από τους ειδικούς που τονίζουν τη «&lt;em&gt;φτώχεια των θεμάτων&lt;/em&gt;» του και την «&lt;em&gt;αηδιαστική εξωτερική μορφή των ποιημάτων του&lt;/em&gt;», λέγοντας ότι «&lt;em&gt;η ποίηση δεν μπορεί να απαιτηθεί από συγγραφείς που γράφουν για να κερδίσουν το ψωμί τους&lt;/em&gt;». Η επίκριση όμως αυτή γίνεται με βάση τα χειρότερα και δυστυχώς πιο γνωστά του έργα, όπως είναι το μεγάλο στομφώδες ποιητικό του μυθιστόρημα «&lt;em&gt;τα κατά Ροδάνθη και Δοσικλέα&lt;/em&gt;», το οποίο μερικοί χαρακτηρίζουν ως απελπιστικά μονότονο έργο που η ανάγνωσή του αποτελεί πραγματική δοκιμασία. Η γνώμη αυτή όμως δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως η τελευταία λέξη. Μια γενική επισκόπηση του έργου του, μαζί με τα πεζά έργα του, τους σατυρικούς διαλόγους, τους λίβελους και τα επιγράμματα (στα οποία ακολουθεί τα καλύτερα υποδείγματα της αρχαιότητας και κυρίως τον Λουκιανό) οδηγεί στην υπέρ του Πρόδρομου αναθεώρηση της γενικής κρίσης του φιλολογικού του έργου. Στα έργα αυτά υπάρχουν θαυμάσιες και λεπτές παρατηρήσεις για την πραγματικότητα της εποχής εκείνης, οι οποίες αναμφίβολα αποτελούν ενδιαφέρουσες πηγές για την κοινωνική ιστορία γενικά και για την ιστορία της φιλολογίας ειδικά. Ο Πρόδρομος αξίζει να τον προσέξουμε και για μια άλλη πολύ σπουδαία συμβολή του. Σε μερικά από τα έργα του, κυρίως στα χιουμοριστικά, εγκατέλειψε τη χρήση της τεχνικής κλασικής γλώσσας και χρησιμοποίησε την ομιλούμενη ελληνική του 12ου αιώνα, στην οποία άφησε πολύ ενδιαφέροντα κομμάτια. Γι’ αυτό και πρέπει να τον ευγνωμονούμε. Οι καλύτεροι Βυζαντινολόγοι της εποχής μας αναγνωρίζουν ότι, παρά τις ελλείψεις που παρουσιάζει, ο Πρόδρομος ανήκει αναμφίβολα στα αξιοπαρατήρητα φαινόμενα της βυζαντινής φιλολογίας και είναι (όσο λίγοι Βυζαντινοί είναι) μια διακεκριμένη φιλολογική και ιστορική προσωπικότητα. [4]&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="203"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="203"&gt;&lt;strong&gt;ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΙΛΒΗΣ&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="203"&gt;Την εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων έζησε κι ο &lt;strong&gt;Κωνσταντίνος Στιλβής&lt;/strong&gt;, ένας ανθρωπιστής, για τον οποίον γνωρίζουμε πολύ λίγα πράγματα. Μορφώθηκε πολύ καλά, έγινε διδάσκαλος στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα πήρε τον τίτλο του Διδασκάλου της Φιλολογίας. Είναι γνωστό ότι συνέθεσε 35 ποιήματα. Από αυτά, το πιο γνωστό είναι ένα σχετικό με τη μεγάλη φωτιά της Κωνσταντινούπολης (της 25ης Ιουλίου του 1197), ποίημα που αποτελεί και την πρώτη αναφορά αυτού του γεγονότος. Το ποίημα αποτελείται από 938 στίχους και δίνει πολλές πληροφορίες για την τοπογραφία, την κατασκευή και τις συνήθειες της πρωτεύουσας της Ανατολικής αυτοκρατορίας. Σε άλλο του ποίημα, ο ίδιος συγγραφέας, περιγράφει μια άλλη φωτιά της Κωνσταντινούπολης που συνέβη το 1198. Τα έργα αυτού του συγγραφέα διατηρούνται σε πολλές βιβλιοθήκες της Ευρώπης κι η προσωπικότητά του ασφαλώς αξίζει να μελετηθεί περισσότερο.&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="204"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="204"&gt;&lt;strong&gt;ΧΡΟΝΙΚΟΓΡΑΦΟΙ&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wlyt74="204"&gt;Την εποχή των Κομνηνών έχουμε επίσης αρκετούς εκπροσώπους του βυζαντινού χρονικού, οι οποίοι αρχίζουν τη διήγησή τους με τη Δημιουργία του κόσμου. Ο &lt;strong&gt;Γεώργιος Κεδρηνός&lt;/strong&gt;, που έζησε την εποχή του Αλέξιου Κομνηνού, διηγείται γεγονότα που φτάνουν στις αρχές της βασιλείας του Ισαάκιου Κομνηνού, το 1057. Η περιγραφή των γεγονότων μετά το 811 είναι σχεδόν απαράλλακτη με αυτήν του χρονογράφου του 11ου αιώνα &lt;strong&gt;Ιωάννη Σκυλίτση&lt;/strong&gt;. Ο &lt;strong&gt;Ιωάννης Ζωναράς&lt;/strong&gt;, κατά τον 12ο αιώνα, δεν έγραψε ένα συνηθισμένο ξερό χρονικό, αλλά ένα εγχειρίδιο παγκόσμιας ιστορίας, που προοριζόταν για την εκπλήρωση ανώτερων απαιτήσεων και το οποίο στηριζόταν σε αξιόπιστες πηγές. Ο Ζωναράς διηγείται τα γεγονότα μέχρι την ενθρόνιση του Ιωάννη Κομνηνού (1118). Το χρονικό του &lt;strong&gt;Κωνσταντίνου Μανασσή&lt;/strong&gt;, που γράφηκε το πρώτο ήμισυ του 12ου αιώνα σε στίχους και το οποίο αφιερώθηκε στη γυναικαδέλφη του Μανουήλ, Ειρήνη, περιγράφει τα γεγονότα μέχρι την εποχή της ενθρόνισης του Αλέξιου Κομνηνού (1081). Στις αρχές του περασμένου αιώνα δημοσιεύθηκε μια συνέχεια του χρονικού του Μανασσή που περιέχει 79 στίχους καλύπτοντας σύντομα την περίοδο από τον Ιωάννη Κομνηνό μέχρι τον Βαλδουίνο, τον πρώτο Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. Το μισό σχεδόν από το έργο του ασχολείται με τον Ανδρόνικο. Ο Μανασσής έγραψε επίσης ένα ιαμβικό ποίημα με τον πιθανόν τίτλο «&lt;em&gt;Οδοιπορικό&lt;/em&gt;», που ασχολείται με σύγχρονά του γεγονότα και που δημοσιεύτηκε το 1904. Τελικά ο &lt;strong&gt;Μιχαήλ Γλυκάς&lt;/strong&gt; έγραψε τον 12ο αιώνα ένα Διεθνές χρονικό για τα γεγονότα μέχρι το θάνατο του Αλέξιου Κομνηνού (1118).&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΤΕΧΝΗ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Όσον αφορά τη βυζαντινή τέχνη, η εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων ήταν συνέχεια του Β' Χρυσού Αιώνα, που την αρχή του πολλοί επιστήμονες τοποθετούν στα μέσα του 9ου αιώνα, στην άνοδο δηλαδή στο θρόνο της Μακεδονικής δυναστείας. Φυσικά η ταραχώδης περίοδος του 11ου αιώνα (λίγο πριν την άνοδο στην εξουσία της δυναστείας των Κομνηνών) διέκοψε για μικρό χρονικό διάστημα τη λαμπρότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας της εποχής των Μακεδόνων αυτοκρατόρων. Με τη νέα όμως δυναστεία των Κομνηνών το Βυζάντιο κέρδισε και πάλι ένα μέρος της παλιάς του δόξας κι ευημερίας και η βυζαντινή τέχνη φαινόταν ικανή να συνεχίσει τη λαμπρή παράδοση της εποχής των Μακεδόνων. Ένα είδος όμως φορμαλισμού και ακινησίας χαρακτηρίζει την εποχή των Κομνηνών. «&lt;em&gt;Τον 11ο αιώνα παρατηρούμε ήδη την παρακμή στα αισθήματα έναντι της αρχαιότητας. Η φυσική ελευθερία δίνει τη θέση της στον φορμαλισμό, η θεολογική σκοπιμότητα γίνεται πιο έκδηλη ο σκοπός για τον οποίον δημιουργείται ένα έργο&lt;/em&gt;» (Dalton). Σ’ ένα άλλο βιβλίο ο Dalton λέει ότι «&lt;em&gt;οι πηγές της προόδου ξεράθηκαν, ενώ δεν υπήρχε πια καμιά δύναμη οργανικής ανάπτυξης... Καθώς η περίοδος των Κομνηνών προχωρούσε, η θεία τέχνη έγινε ένα είδος τυπικού, το οποίο απομνημονευόταν και εκτελείτο υπό την ασυνείδητη σχεδόν καθοδήγηση των ειδικών. Η τέχνη δε διέθετε πλέον φλόγα ή ζέση και κινείτο ασυναίσθητα προς τον φορμαλισμό&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Αυτό όμως δεν θα πει ότι η βυζαντινή τέχνη, την εποχή των Κομνηνών, βρισκόταν σε κατάσταση παρακμής. Ειδικά στον τομέα της αρχιτεκτονικής εμφανίστηκαν πολλά αξιόλογα μνημεία.&lt;br /&gt;Στην Κωνσταντινούπολη κτίστηκε &lt;strong&gt;το ανάκτορο των Βλαχερνών&lt;/strong&gt; και οι Κομνηνοί άφησαν την παλιά αυτοκρατορική κατοικία (το Μεγάλο Παλάτι) κι εγκαταστάθηκαν σε νέο ανάκτορο, στην άκρη του Κεράτιου κόλπου. Η νέα κατοικία του αυτοκράτορα δεν υστερούσε καθόλου από το Μεγάλο Παλάτι και οι συγγραφείς της εποχής εκείνης την περιέγραφαν με ενθουσιασμό. Το Μεγάλο Παλάτι, που εγκαταλείφθηκε, παράκμασε και τον 15ο αιώνα ήταν ένα απλό ερείπιο που καταστράφηκε τελείως από τους Τούρκους.&lt;br /&gt;Το όνομα των Κομνηνών συνδέεται και με την κατασκευή ή ανασυγκρότηση αρκετών εκκλησιών. Τέτοιες εκκλησίες είναι ο &lt;strong&gt;Παντοκράτορας&lt;/strong&gt;, όπου θάφτηκε ο Ιωάννης Β' και ο Μανουήλ Α' και όπου αργότερα τον 15ο αιώνα επρόκειτο να θαφτούν οι αυτοκράτορες Μανουήλ Β' και Ιωάννης Η' Παλαιολόγος. Η περίφημη εκκλησία της χώρας (Qahrieh Jami) ανασυγκροτήθηκε στις αρχές του 12ου αιώνα. Γενικά, εκκλησίες χτίζονταν όχι μόνο στην πρωτεύουσα αλλά και στις επαρχίες. Στη Δύση εγκαινιάστηκε επίσημα, στη Βενετία, το 1095, ο Καθεδρικός Ναός του Αγίου Μάρκου, του οποίου το σχέδιο αναπαριστά την εκκλησία των Αποστόλων της Κωνσταντινούπολης, παρουσιάζοντας με τα μωσαϊκά της την επιρροή του Βυζαντίου. Στη Σικελία πολλά κτίρια και μωσαϊκά που παρουσιάζουν τα καλύτερα επιτεύγματα της βυζαντινής τέχνης, ανήκουν στον 12ο αιώνα. Στην Ανατολή τα μωσαϊκά της εκκλησίας της Γέννησης στη Βηθλεέμ, αποτελούν σπουδαία υπολείμματα μιας διακόσμησης που έγινε από Χριστιανούς καλλιτέχνες της Ανατολής, για τον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό, το 1169.&lt;br /&gt;Έτσι τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση «&lt;em&gt;η επιρροή της βυζαντινής τέχνης παρέμεινε ισχυρή κατά τον 12ο αιώνα, και εκεί ακόμα που δεν θα το περίμενε κανείς, δηλαδή ανάμεσα στους Νορμανδούς της Σικελίας και τους Λατίνους της Συρίας&lt;/em&gt;» (Diehl).&lt;br /&gt;Πολύ σπουδαίες τοιχογραφίες του 11ου και του 12ου αιώνα ανακαλύφθηκαν στην Καππαδοκία και τη Νότια Ιταλία, καθώς και στη Ρωσία, στο Κίεβο, το Chernigov και το Novgorod.&lt;br /&gt;Πολλά δείγματα της τέχνης της εποχής αυτής βρίσκει κανείς σε ελεφάντινα γλυπτά, στην αγγειοπλαστική, στην επεξεργασία του μετάλλου, στις σφραγίδες και σε χαραγμένους πολύτιμους λίθους.&lt;br /&gt;Παρά την καλλιτεχνική όμως δημιουργία της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων, η πρώτη περίοδος του Β' Χρυσού Αιώνα, που συμπίπτει με τη δυναστεία των Μακεδόνων, υπήρξε πιο λαμπρή και πιο δημιουργική. Συνεπώς δεν μπορεί να συμφωνήσει κανείς με την άποψη του Duthuit (ενός Γάλλου συγγραφέα), που ισχυρίζεται ότι η δημιουργική δύναμη του Βυζαντίου και της χριστιανικής Ανατολής έφτασε στο απόγειό της, κατά τον 12ο αιώνα.&lt;br /&gt;Η βυζαντινή αναγέννηση του 12ου αιώνα είναι σπουδαία και ενδιαφέρουσα μόνο σαν αναπόσπαστο τμήμα της γενικής ευρωπαϊκής αναγέννησης του 12ου αιώνα, η οποία έχει τόσο ωραία περιγραφεί και ερμηνευτεί από τον Haskins στο βιβλίο του «&lt;em&gt;Η Αναγέννηση του δωδέκατου αιώνα». Στις δύο πρώτες γραμμές του προλόγου του λέει ότι «ο τίτλος αυτού του βιβλίου θα φανεί σε πολλούς ότι περιέχει μια αντίθεση. Μια αναγέννηση κατά τον 12ο αιώνα!&lt;/em&gt;». Αλλά δεν υπάρχει καμιά αντίθεση. Τον 12ο αιώνα η Δυτική Ευρώπη γνώρισε την αναζωογόνηση των Λατίνων κλασικών, της λατινικής γλώσσας, του λατινικού πεζού λόγου και στίχου, του δικαίου και της φιλοσοφίας και των ιστορικών έργων. Ο αιώνας αυτός υπήρξε η εποχή των μεταφράσεων από τα ελληνικά και τα αραβικά, καθώς και της πρώτης δημιουργίας των Πανεπιστημίων. Και ο Haskins έχει απόλυτο δίκαιο όταν λέει ότι «&lt;em&gt;δεν έχει γίνει πάντοτε αντιληπτό όσο πρέπει ότι υπήρχε και μια αξιόλογη άμεση επαφή με τις ελληνικές πηγές, τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ανατολή και ότι οι μεταφράσεις που έγιναν απευθείας από τα ελληνικά πρωτότυπα υπήρξαν ένα σπουδαίο, άμεσο και πιστό μέσο για τη μετάδοση της γνώσης των αρχαίων&lt;/em&gt;». Τον 12ο αιώνα οι άμεσες σχέσεις μεταξύ της Ιταλίας και του Βυζαντίου, και κυρίως της Κωνσταντινούπολης, ήταν πιο εκτεταμένες και πιο συχνές απ’ όσο μπορεί κανείς να διαπιστώσει με την πρώτη ματιά. Λόγω των σχεδίων των Κομνηνών να πλησιάσουν πιο πολύ στη Ρώμη, έγιναν πολλές συζητήσεις στη Κωνσταντινούπολη (πολύ συχνά μπροστά στους αυτοκράτορες) με συμμετοχή μορφωμένων μελών της Καθολικής Εκκλησίας, που έρχονταν στην πρωτεύουσα του Βυζαντίου με σκοπό τον συμβιβασμό των δύο Εκκλησιών. Οι συζητήσεις αυτές συνέβαλαν πολύ στη μεταβίβαση της ελληνικής γνώσης στη Δύση. Επιπλέον οι εμπορικές σχέσεις των ιταλικών εμπορικών Δημοκρατιών με το Βυζάντιο, καθώς και τα χρήματα της Κωνσταντινούπολης που ανήκαν στους Ενετούς και τους κατοίκους της Πίζας, οδήγησαν στην πρωτεύουσα αρκετούς Ιταλούς λόγιους που έμαθαν ελληνικά και μετέφεραν ένα ποσοστό της ελληνικής γνώσης στη Δύση. Την εποχή κυρίως του Μανουήλ Κομνηνού παρατηρείται στην Κωνσταντινούπολη μια σταθερή εμφάνιση αποστολών του Πάπα, του αυτοκράτορα, των Γάλλων, των κατοίκων της Πίζας και άλλων, καθώς και μια συνεχής και διαδοχική μετάβαση Ελλήνων πρεσβευτών στη Δύση, που θυμίζει τη μετανάστευση των Ελλήνων στην Ιταλία στις αρχές του 15ου αιώνα.&lt;br /&gt;Έχοντας υπόψη όλη αυτή τη δράση, το συμπέρασμα είναι ότι η μορφωτική κίνηση της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων αποτελεί μια από τις λαμπρές σελίδες της ιστορίας του Βυζαντίου. Σε παλαιότερες εποχές το Βυζάντιο δεν παρουσίασε τέτοια αναβίωση και η αναβίωση του 12ου αιώνα γίνεται πιο σημαντική όταν συγκριθεί με την αναγέννηση που παρουσιάστηκε, συγχρόνως στη Δύση. Ο 12ος αιώνας μπορεί να χαρακτηριστεί ασφαλώς ως η εποχή της πρώτης ελληνικής Αναγέννησης της βυζαντινής ιστορίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Υποσημειώσεις&lt;/strong&gt;:&lt;br /&gt;[1] &lt;span style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα η Άννα Κομνηνή ήταν γνωστή κυρίως από&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;την εμφάνιση&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;του ονόματός της στο έργο του&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EN-US; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Sir&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EN-US; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Walter&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EN-US; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Scott&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;«&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EN-US; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Count&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EN-US; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Robert&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EN-US; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;of&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EN-US; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Paris&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;».&lt;/span&gt; Έχει&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;όμως τόσο μεταμορφωθεί ώστε είναι αγνώριστη. Σε μια απ’ τις σκηνές του&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;μυθιστορήματος (κεφ. &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span lang="EN-US" style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EN-US; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;IV&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;) η Άννα διαβάζει ένα απόσπασμα από την ιστορία της&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;το οποίο δεν υπάρχει στην «Αλεξιάδα».&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;[2] &lt;span style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Η λέξη προέρχεται από το αραβικό άρθρο «&lt;i&gt;αλ&lt;/i&gt;» και την ελληνική λέξη&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;«&lt;i&gt;μεγίστη&lt;/i&gt;» και είναι ο&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;τίτλος με τον οποίο έγινε γνωστή στην Ευρώπη, σε αραβική μετάφραση, η&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;«Μεγάλη μαθηματική σύνταξη της Αστρονομίας» του Κλαύδιου Πτολεμαίου.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;[3] &lt;span style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Οι αρχαίες Κολοσσές. Η πόλη αυτή καταστράφηκε από σεισμό το 60 μ.Χ.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;[4] &lt;span style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Πρέπει να θυμηθούμε ότι πολλά έργα που φέρουν το όνομα του Προδρόμου&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;δεν ανήκουν σ’&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;αυτόν, αλλά γράφηκαν από όσους ανήκαν στον φιλολογικό κύκλο&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;του.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4628237057126184005-7084044515350018622?l=byzantin-history.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://byzantin-history.blogspot.com/feeds/7084044515350018622/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=4628237057126184005&amp;postID=7084044515350018622&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4628237057126184005/posts/default/7084044515350018622'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4628237057126184005/posts/default/7084044515350018622'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://byzantin-history.blogspot.com/2011/06/blog-post_30.html' title='Φιλολογία και τέχνη επί Κομνηνών και Αγγέλων'/><author><name>Τ.ΠΑΣΧΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14270320127730862399</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='21' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_Lg1-sKZbjQs/SKs8rdsLQTI/AAAAAAAAAAY/mgo4tz2xrVs/S220/J0178444.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4628237057126184005.post-5436745530818214900</id><published>2011-06-24T00:55:00.001+03:00</published><updated>2011-08-29T10:58:02.527+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Εσωτερική πολιτική Κομνηνών-Αγγέλων'/><title type='text'>Εσωτερικές υποθέσεις των Κομνηνών και των Αγγέλων</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;&lt;strong&gt;ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Η εκκλησιαστική ζωή του Βυζαντίου την εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων είναι σημαντική για δύο κυρίως λόγους: α) για τις εσωτερικές εκκλησιαστικές σχέσεις, με επίκεντρο τις προσπάθειες επίλυσης ορισμένων θρησκευτικών προβλημάτων και αμφιβολιών που τάραζαν την κοινωνία του Βυζαντίου, ενώ ήταν και πολύ ενδιαφέροντα την εποχή αυτή και β) για τις σχέσεις της Ανατολικής προς τη Δυτική εκκλησία, δηλαδή του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης προς τον Πάπα.&lt;br /&gt;Στις σχέσεις τους με την εκκλησία οι αυτοκράτορες της δυναστείας των Κομνηνών και των Αγγέλων υιοθέτησαν σταθερά τον καισαροπαπισμό, που ήταν ένα πολύ χαρακτηριστικό γνώρισμα του Βυζαντίου. Σε μια μετάφραση της «Ιστορίας» του Νικήτα Χωνιάτη, ο &lt;strong&gt;Ισαάκιος Άγγελος&lt;/strong&gt; φαίνεται να λέει τα εξής: «&lt;em&gt;Στη γη δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ της εξουσίας του Θεού και του αυτοκράτορα. Οι βασιλείς έχουν το δικαίωμα να κάνουν τα πάντα και μπορούν να χρησιμοποιούν μαζί με αυτό που τους ανήκει, χωρίς διάκριση, κι εκείνο που ανήκει στον Θεό, γιατί έχουν λάβει την αυτοκρατορική εξουσία από τον Θεό. Μεταξύ Θεού και αυτοκράτορα δεν υπάρχει διαφορά&lt;/em&gt;». Ο ίδιος συγγραφέας μιλώντας για την εκκλησιαστική πολιτική του &lt;strong&gt;Μανουήλ Κομνηνού&lt;/strong&gt; παρουσιάζει ως γενική πεποίθηση των αυτοκρατόρων το ότι ήταν «&lt;em&gt;αλάνθαστοι κριτές των θείων και ανθρώπινων πραγμάτων&lt;/em&gt;». Η γνώμη αυτή υποστηρίχθηκε το δεύτερο ήμισυ του 12ου αιώνα, απ’ τον κλήρο. Ο Έλληνας κοινωνιολόγος και σχολιαστής του Νομοκανόνα (που κακώς αποδίδεται στον Φώτιο), Πατριάρχης Αντιόχειας &lt;strong&gt;Θεόδωρος Βαλσαμώνας&lt;/strong&gt;, που έζησε την εποχή του τελευταίου Κομνηνού και του πρώτου Αγγέλου, γράφει τα εξής: «&lt;em&gt;Ως οι βασιλείς κι οι Πατριάρχες μεγαλύνονται μεν και με διδασκαλικά αξιώματα δια την του αγίου χρίσματος δύναμιν. Εντεύθεν γαρ οι πιστοί δεσπότες και αυτοκράτορες κατηχητικά μιλούν στον χριστεπώνυμο λαό και θυμιάζουν ως ιερείς&lt;/em&gt;». Η δόξα τους είναι όμοια με αυτήν του ηλίου, επειδή με τη λαμπρότητα της ορθοδοξίας τους φωτίζουν τον κόσμο από τη μια άκρη ως την άλλη. Η δύναμη και η δράση των αυτοκρατόρων επεκτείνεται στο σώμα και στη ψυχή (των ανθρώπων), ενώ η δύναμη και η δράση του Πατριάρχη περιορίζεται μόνο στην ψυχή. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει ότι: «&lt;em&gt;ο αυτοκράτορας δεν υπόκειται ούτε στους Νόμους ούτε στους Κανόνες&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Η εκκλησιαστική ζωή, την εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων, έδινε τη δυνατότητα στους αυτοκράτορες να ασκούν σε μεγάλη έκταση τις καιροσκοπικές τους ιδέες: αφενός μεν οι πολυάριθμες «&lt;em&gt;αιρέσεις&lt;/em&gt;» και τα «&lt;em&gt;εσφαλμένα δόγματα&lt;/em&gt;» τάραζαν τα πνεύματα των ανθρώπων, αφετέρου οι απειλές των Τούρκων και των Πατσινάκων, καθώς και οι νέες σχέσεις (λόγω των Σταυροφοριών) Ανατολής και Δύσης άρχισαν να απειλούν την υπόσταση του Βυζαντίου ως ανεξάρτητου κράτους και ανάγκασαν τους αυτοκράτορες να αντιμετωπίζουν σοβαρά το πρόβλημα της ένωσης με την Καθολική Εκκλησία, η οποία μέσω του Πάπα θα μπορούσε να εμποδίσει τον πολιτικό κίνδυνο που αντιμετώπιζε η Ανατολή από τη Δύση.&lt;br /&gt;Σχετικά με τη θρησκεία, οι δύο πρώτοι Κομνηνοί υπήρξαν γενικά υπερασπιστές της Ανατολικής Ορθόδοξης πίστης και εκκλησίας, αν και, υπό την πίεση των πολιτικών γεγονότων, έκαναν μερικές παραχωρήσεις υπέρ της Καθολικής εκκλησίας.&lt;br /&gt;Η κόρη του Αλέξιου Κομνηνού, κάτω από την επιρροή της δράσης του πατέρα της, τον αποκαλεί, ασφαλώς με υπερβολή, στην «&lt;strong&gt;Αλεξιάδα&lt;/strong&gt;», «&lt;em&gt;δέκατο τρίτο απόστολο&lt;/em&gt;». Αν και ο τίτλος αυτός ανήκει στον Μεγάλο Κωνσταντίνο, ο Αλέξιος Κομνηνός πρέπει «&lt;em&gt;να τοποθετηθεί κοντά στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο ή, αν υπάρχει αντίρρηση, μετά τον Κωνσταντίνο&lt;/em&gt;». Ο τρίτος Κομνηνός, &lt;strong&gt;Μανουήλ&lt;/strong&gt;, ζημίωσε πολύ τα συμφέροντα της Ανατολικής Εκκλησίας για χάρη της απατηλής δυτικής πολιτικής του.&lt;br /&gt;Στην εσωτερική εκκλησιαστική ζωή της αυτοκρατορίας, η κύρια προσοχή των αυτοκρατόρων στράφηκε στον αγώνα κατά των δογματικών σφαλμάτων και των αιρετικών κινήσεων της εποχής τους. Μια έκφανση όμως της ζωής της εκκλησίας, δηλαδή η εκτεταμένη αύξηση της ιδιοκτησίας της εκκλησίας και των μοναστηριών, ανησυχούσε τους αυτοκράτορες, που κατά καιρούς έπαιρναν μερικά περιοριστικά μέτρα.&lt;br /&gt;Για να εξασφαλίσει χρήματα για την άμυνα του κράτους και την αποζημίωση των υποστηρικτών του, ο &lt;strong&gt;Αλέξιος&lt;/strong&gt; κατάσχεσε μερικά μοναστηριακά κτήματα και έκανε χρήματα από αρκετά εκκλησιαστικά σκεύη. Για να μετριάσει τη δυσαρέσκεια που προκάλεσε το μέτρο αυτό, επέστρεψε στις εκκλησίες ένα ποσό που αντιπροσώπευε την αξία των σκευών, ενώ συγχρόνως προέβη σε μια αυτοκριτική για την πράξη του, την οποία καταδικάζει σε μια από τις «Νεαρές» του. Ο &lt;strong&gt;Μανουήλ&lt;/strong&gt; αποκατέστησε τη «Νεαρά» του Νικηφόρου Φωκά που ακυρώθηκε (964) και περιόρισε και πάλι την επέκταση της εκκλησιαστικής και μοναστηριακής περιουσίας. Αργότερα όμως αναγκάστηκε όσο μπορούσε να μετριάσει, με άλλες «Νεαρές», τις συνέπειες αυτού του Διατάγματος.&lt;br /&gt;Η αταξία και η ηθική παρακμή του κλήρου ανησυχούσε και τον Αλέξιο Κομνηνό, ο οποίος σε μια από τις «Νεαρές» του αναφέρει ότι «&lt;em&gt;η χριστιανική πίστη κινδυνεύει, επειδή ο κλήρος χειροτερεύει κάθε μέρα&lt;/em&gt;». Ο Αλέξιος στη συνέχεια έκανε μερικά σχέδια για την εφαρμογή ορισμένων μέτρων που θα εξύψωναν το ηθικό επίπεδο του κλήρου με την προσαρμογή της ζωής του στους κανόνες της εκκλησίας, με τη μόρφωσή του, με την ανάπτυξη της πνευματικής δράσης κλπ. Δυστυχώς όμως, λόγω της γενικής κατάστασης της εποχής αυτής, ο αυτοκράτορας δεν μπόρεσε να συνεχίσει πάντοτε την καλή αρχή που έκανε.&lt;br /&gt;Αν και μερικές φορές οι Κομνηνοί είχαν κηρυχθεί κατά της επέκτασης της εκκλησιαστικής ιδιοκτησίας, υπήρξαν συχνά ιδρυτές και προστάτες μοναστηριών.&lt;br /&gt;Την εποχή του Αλέξιου, ο Άθως ανακηρύχθηκε από τον αυτοκράτορα για πάντα ελεύθερος από φόρους ή άλλες ενοχλήσεις: «&lt;em&gt;Οι κρατικοί υπάλληλοι δεν είχαν καμιά σχέση με το Άγιο Όρος&lt;/em&gt;» (Uspensky). Όπως και πριν, ο Άθως δεν εξαρτιόταν από κανέναν Επίσκοπο. Ο Πρώτος, δηλαδή ο πρόεδρος του συμβουλίου των ηγουμένων των μοναστηριών του Άθω, οριζόταν από τον ίδιο τον αυτοκράτορα, από τον οποίον εξαρτιόταν άμεσα ο Άθως. Την εποχή του Μανουήλ, οι Ρώσοι που ζούσαν στον Άθω, κατέχοντας εκεί ένα μικρό μοναστήρι, απέκτησαν τη μονή του Αγίου Παντελεήμονα, η οποία είναι και σήμερα ακόμα πολύ γνωστή.&lt;br /&gt;Ο Αλέξιος Κομνηνός υποστήριξε επίσης τον &lt;strong&gt;Χριστόδουλο&lt;/strong&gt; να ιδρύσει στην Πάτμο, όπου ο απόστολος Ιωάννης έγραψε την Αποκάλυψη, ένα μοναστήρι στο όνομα του αποστόλου, το οποίο διασώζεται μέχρι σήμερα. Το σχετικό με την υπόθεση αυτή χρυσόβουλο, αναφέρει ότι ο αυτοκράτορας δίνει στον Χριστόδουλο την Πάτμο ως ιδιοκτησία του, απαλλαγμένη από κάθε φόρο, ενώ συγχρόνως απαγορεύει στους κρατικούς υπαλλήλους να εμφανίζονται στο νησί. Για τη ζωή του μοναστηριού καθιερώθηκαν οι πιο αυστηροί κανόνες και όπως παρατηρεί ο Chalandon, «&lt;em&gt;η Πάτμος έγινε μια μικρή και σχεδόν ανεξάρτητη Δημοκρατία, όπου μόνο οι μοναχοί μπορούσαν να ζουν&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Οι επιδρομές των Σελτζούκων κατά των νησιών του Αρχιπελάγους ανάγκασαν τον Χριστόδουλο και τους μοναχούς να εγκαταλείψουν την Πάτμο και να καταφύγουν στην Εύβοια, όπου ο Χριστόδουλος πέθανε στα τέλη του 11ου αιώνα. Οι μεταρρυθμίσεις του δεν επικράτησαν και η προσπάθειά του στην Πάτμο απέτυχε πλήρως.&lt;br /&gt;Ο &lt;strong&gt;Ιωάννης&lt;/strong&gt; Κομνηνός έκτισε στην Κωνσταντινούπολη τη Μονή του Παντοκράτορα και δημιούργησε εκεί ένα καλά οργανωμένο Νοσοκομείο για τους φτωχούς, με 50 κρεβάτια. Ο εσωτερικός κανονισμός του Νοσοκομείου περιγράφεται λεπτομερώς στο σχετικό «Τυπικό» που εξέδωσε ο αυτοκράτορας και που αποτελεί ίσως το πιο ζωντανό παράδειγμα «&lt;em&gt;που έχει διασώσει η ιστορία, σε σχέση με τις ανθρωπιστικές ιδέες της κοινωνίας του Βυζαντίου&lt;/em&gt;» (Uspensky).&lt;br /&gt;Η πνευματική ζωή της εποχής των Κομνηνών διακρίνεται για την έντονη δράση της. Μερικοί ιστορικοί ονομάζουν την περίοδο αυτή «εποχή της ελληνικής αναγέννησης» και είναι καρπός της εργασίας εκλεκτών ανθρώπων, όπως ο &lt;strong&gt;Μιχαήλ Ψελλός&lt;/strong&gt;. Η πνευματική αναζωογόνηση εκδηλώθηκε την εποχή των Κομνηνών, με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας διαφόρων αιρετικών δογμάτων και δογματικών πλανών, με τα οποία οι αυτοκράτορες, σαν προστάτες της Ορθόδοξης πίστης, θα έρχονταν σε αντίθεση. Το γεγονός αυτό διαπιστώνεται από το «&lt;em&gt;Συνοδικό&lt;/em&gt;», δηλαδή τον πίνακα των αιρετικών ονομάτων και των αντι-εκκλησιαστικών δογμάτων, που διαβάζεται ακόμα κάθε χρόνο τη πρώτη εβδομάδα της Τεσσαρακοστής, στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Πολλά ονόματα και δόγματα που περιέχονται στο «Συνοδικό» προέρχονται από την εποχή του Αλέξιου και του Μανουήλ Κομνηνού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΠΑΥΛΙΚΙΑΝΟΙ ΚΑΙ ΒΟΓΟΜΙΛΟΙ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wwagxj="192"&gt;Οι δραστηριότητες του Αλέξιου στράφηκε κυρίως εναντίον των &lt;strong&gt;Παυλικιανών&lt;/strong&gt; και των &lt;strong&gt;Βογομίλων&lt;/strong&gt;, που είχαν εγκατασταθεί για αρκετό διάστημα στα Βαλκάνια και κυρίως στην περιοχή της Φιλιππούπολης. Ούτε όμως ο διωγμός, ούτε οι ταραχές, ούτε το κάψιμο του αρχηγού των Βογομίλων μοναχού &lt;strong&gt;Βασιλείου&lt;/strong&gt;, μπορούσαν να ξεριζώσουν τα δόγματά τους, τα οποία, παρά τη μικρή τους διάδοση στο Βυζάντιο, δεν έπαυαν να υπάρχουν. Τότε ο Αλέξιος κατέφυγε στο μοναχό &lt;strong&gt;Ευθύμιο Ζιγαβηνό&lt;/strong&gt;, έναν ικανό και πολύ μορφωμένο άνθρωπο που είχε σχολιάσει τα βιβλία της Καινής Διαθήκης και τις επιστολές του αποστόλου Παύλου και του ζήτησε να εκθέσει όλα τα δόγματα των αιρέσεων που υπήρχαν και κυρίως το δόγμα των Βογομίλων και να τα ανασκευάσει με βάση τους Πατέρες της Εκκλησίας. Σύμφωνα με την επιθυμία του αυτοκράτορα, ο Ζιγαβηνός έγραψε τη «&lt;em&gt;Δογματική Πανοπλία&lt;/em&gt;», που περιέχει όλες τις επιστημονικές αποδείξεις και προορίζεται για την ανασκευή όλων των επιχειρημάτων των αιρετικών, και τη χρησιμοποίησή της ως εγχειριδίου στον αγώνα κατά των δογματικών πλανών. Παρόλα αυτά όμως, την εποχή του Μανουήλ παρουσιάστηκε η περίπτωση του μοναχού &lt;strong&gt;Νίφωνα&lt;/strong&gt;, που δίδασκε το δόγμα των Βογομίλων.&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wwagxj="193"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wwagxj="193"&gt;&lt;strong&gt;ΙΩΑΝΝΗΣ ΙΤΑΛΟΣ&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wwagxj="193"&gt;Ανάμεσα στα άλλα γεγονότα της πνευματικής ζωής του Βυζαντίου της εποχής του Αλέξιου Κομνηνού συγκαταλέγεται κι η περίπτωση του φιλόσοφου &lt;strong&gt;Ιωάννη Ιταλού&lt;/strong&gt;, μαθητή του Μιχαήλ Ψελλού, που κατηγορήθηκε ότι δίδασκε «&lt;em&gt;στους ακροατές του τις διεστραμμένες θεωρίες και τα αιρετικά δόγματα που είχαν καταδικαστεί από την Εκκλησία και που ήταν αντίθετα με τις Γραφές και την παράδοση των Πατέρων της Εκκλησίας&lt;/em&gt;» (Uspensky).&lt;/div&gt;Το επίσημο έγγραφο της καταδίκης του Ιωάννη Ιταλού δημοσιεύτηκε κι εξηγήθηκε απ’ το Ρώσο Uspensky, που παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα σελίδα της πνευματικής ζωής της εποχής του πρώτου Κομνηνού. Στη Σύνοδο που εξέτασε την περίπτωση του Ιταλού, κρίθηκε όχι μόνο αιρετικός, που δίδασκε ένα επικίνδυνο δόγμα για την Εκκλησία, αλλά και ο καθηγητής του Πανεπιστημίου που δίδασκε ώριμα άτομα, επηρεασμένος από τις ιδέες του Αριστοτέλη, του Πλάτωνα και άλλων φιλοσόφων. Μερικοί από τους μαθητές του κλήθηκαν στη δίκη του Ιταλού, τον οποίον τελικά η Σύνοδος κήρυξε αιρετικό λόγω των αποπλανητικών του ιδεών. Ο Πατριάρχης έγινε οπαδός του δόγματος του Ιταλού, πράγμα που σκανδάλισε τόσο την Εκκλησία όσο και το λαό. Μετά από διαταγή του αυτοκράτορα, καταρτίστηκε ένας πίνακας με τις πλάνες του Ιταλού, ενώ τόσο ο ίδιος όσο και η διδασκαλία του αναθεματίστηκαν.&lt;br /&gt;Επειδή δεν έχουν δημοσιευθεί όλα τα έργα του Ιταλού, δεν μπορούμε να σχηματίσουμε μια συγκεκριμένη γνώμη για τον άνθρωπο και τη διδασκαλία του και γι’ αυτό οι ιστορικοί διαφωνούν για το θέμα αυτό. Ενώ, όπως λέει ο Uspensky, «&lt;em&gt;η ελευθερία της φιλοσοφικής σκέψης περιοριζόταν από την ανώτατη αυθεντία των Γραφών και των έργων των Πατέρων της Εκκλησίας&lt;/em&gt;», ο Ιταλός, σύμφωνα με μερικούς ιστορικούς, «&lt;em&gt;θεωρούσε δυνατή, σε μερικά ζητήματα, την επικράτηση της φιλοσοφίας πάνω στα δόγματα της Εκκλησίας&lt;/em&gt;» (Bezobrazev), «&lt;em&gt;ξεχώριζε τον θεολογικό από τον φιλοσοφικό τομέα, και δεχόταν τη δυνατότητα επικράτησης ανεξάρτητων απόψεων στον ένα ή τον άλλο τομέα&lt;/em&gt;» (Bryanzev). Τελικά, ο Marr αναφέρεται στη περίπτωση του Ιταλού και θέτει «&lt;em&gt;το πολύ σπουδαίο ερώτημα, αν αυτοί που προκάλεσαν τη δίκη του Ιταλού, βρίσκονταν στο ίδιο με αυτόν πνευματικό επίπεδο, που απαιτούσε τον διαχωρισμό της φιλοσοφίας από τη θεολογία και αν, αφού καταδικάστηκε ο λόγιος επειδή παρεισέδυσε στη θεολογία, απέκτησε την ελευθερία της γνήσιας φιλοσοφικής θεώρησης των πραγμάτων&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Η απάντηση φυσικά είναι αρνητική: την εποχή αυτή μια ελευθερία αυτού του είδους ήταν αδύνατη. Ο Ιταλός όμως δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί μόνο σαν θεολόγος. «&lt;em&gt;Ήταν ένας φιλόσοφος που κατηγορήθηκε, επειδή το φιλοσοφικό του σύστημα δεν ανταποκρινόταν στο δόγμα της Εκκλησίας&lt;/em&gt;» (Chalandon) και όπως τονίζει ο πιο σύγχρονος ερευνητής της θρησκευτικής ζωής της εποχής των Κομνηνών (Οικονόμος), ο Ιταλός, όπως φαίνεται καθαρά από όλες τις σχετικές πληροφορίες, ανήκε στη Νεοπλατωνική σχολή.&lt;br /&gt;Όλη η ασυμφωνία και η διαφορά των απόψεων δείχνει πόσο ενδιαφέρον είναι το πρόβλημα του Ιωάννη Ιταλού για τη πολιτιστική ιστορία του Βυζαντίου, του τέλους του 11ου αιώνα.&lt;br /&gt;Αυτό όμως δεν είναι το παν. Η προσοχή έχει στραφεί και προς τα δόγματα που εμφανίστηκαν, την εποχή του Ιωάννη Ιταλού, στη Δυτική ευρωπαϊκή φιλοσοφία και που μοιάζουν με τα δόγματα του Ιωάννη. Μια τέτοια ομοιότητα υπάρχει στο δόγμα του περίφημου Γάλλου λόγιου και καθηγητή του πρώτου ήμισυ του 12ου αιώνα &lt;strong&gt;Αβέλαρδου&lt;/strong&gt;, του οποίου η αυτοβιογραφία «Historia Calamitatum» διαβάζεται ακόμα με πολύ ενδιαφέρον.&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wwagxj="195"&gt;Έχοντας υπόψη το πολύπλοκο και ανεπαρκώς μελετημένο πρόβλημα της αμοιβαίας επιρροής που υπέστησαν την εποχή αυτή η Ανατολή και η Δύση, θα ήταν πολύ πρόχειρη η γνώμη ότι ο δυτικός ευρωπαϊκός σχολαστικισμός εξαρτιόταν από αυτόν του Βυζαντίου. Πάντως μπορεί να λεχθεί ότι «&lt;em&gt;ο κύκλος των ιδεών μέσα στον οποίο κινείτο η ευρωπαϊκή, από τον ενδέκατο μέχρι το δέκατο τρίτο αιώνα υπήρξε όμοιος με εκείνον που βρίσκουμε στο Βυζάντιο&lt;/em&gt;» (Uspensky).&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Η ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΘΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Σε σχέση με τις εξωτερικές εκκλησιαστικές υποθέσεις η εποχή των πρώτων Κομνηνών ήταν μια περίοδος δραστήριων επαφών με τους Πάπες και τη Δυτική Εκκλησία. Κύρια αιτία αυτών των σχέσεων, όπως φαίνεται από την έκκληση του αυτοκράτορα &lt;strong&gt;Μιχαήλ Ζ'&lt;/strong&gt; προς τον Πάπα &lt;strong&gt;Γρηγόριο Ζ'&lt;/strong&gt;, ήταν ο κίνδυνος από την πλευρά των Τούρκων και των Πατσινάκων που απειλούσε το Βυζάντιο. Ο κίνδυνος αυτός ανάγκασε τους αυτοκράτορες να ζητήσουν βοήθεια από τη Δύση, και σαν αντάλλαγμα πρόσφεραν ακόμα και την ένωση των Εκκλησιών. Συνεπώς, η τάση των Κομνηνών να πετύχουν την ένωση με τη Ρωμαϊκή Εκκλησία εξηγείται με βάση καθαρά πολιτικά αίτια.&lt;br /&gt;Στη διάρκεια των πιο κρίσιμων ετών ο Αλέξιος Κομνηνός εκδήλωσε τις συμβιβαστικές του διαθέσεις στον Πάπα &lt;strong&gt;Ουρβανό Β'&lt;/strong&gt; κι υποσχέθηκε να συγκαλέσει στην πρωτεύουσα μια Σύνοδο που θα συζητούσε το ζήτημα με τα άζυμα καθώς και άλλα θέματα που χώριζαν τις δύο εκκλησίες. Το 1089 έγινε στη Κωνσταντινούπολη μια Σύνοδος των Ελλήνων Επισκόπων με πρόεδρο τον Αλέξιο Α', όπου συζητήθηκε η πρόταση του Ουρβανού Β' για την επαναφορά του ονόματός του στα δίπτυχα και τη μνημόνευσή του στη διάρκεια των ακολουθιών. Η πρόταση αυτή του Πάπα, υπό την πίεση του αυτοκράτορα, έγινε δεκτή. Στην εποχή αυτή ανήκει ίσως το σχετικό με τις πλάνες των Λατίνων έργο του Αρχιεπισκόπου της Βουλγαρίας Θεοφύλακτου, στο οποίο ο Vasilievsky διαβλέπει «&lt;em&gt;σημεία των καιρών&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Το κύριο θέμα του έργου του &lt;strong&gt;Θεοφύλακτου&lt;/strong&gt; είναι πολύ σπουδαίο. Ο συγγραφέας δε δέχεται τη γενική άποψη περί οριστικού σχίσματος των Εκκλησιών, δε θεωρεί τις πλάνες των Λατίνων και τόσο πολλές που να δικαιολογούν ένα αναπόφευκτο σχίσμα και εκδηλώνεται κατά της θεολογικής αδιαλλαξίας και υπεροψίας που επικρατούσε ανάμεσα στους μορφωμένους της εποχής του. Με μια λέξη ο Θεοφύλακτος ήταν, σε πολλά σημεία, έτοιμος για υποχωρήσεις. Στο ζήτημα όμως του Συμβόλου της Πίστης δε χωρούσε συμβιβασμούς. Δηλαδή, η υιοθέτηση του filioque από τη μεριά της Ανατολής ήταν αδύνατη.&lt;br /&gt;Η κρίσιμη όμως κατάσταση της αυτοκρατορίας, καθώς και μερικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε στη Ρώμη ο Πάπας Ουρβανός Β', εμπόδισαν τη σύγκλιση αυτής της Συνόδου. Η Α' Σταυροφορία, που έλαβε χώρα λίγα χρόνια αργότερα, καθώς και η εχθρότητα και η δυσπιστία που δημιουργήθηκε μεταξύ των Βυζαντινών και των Σταυροφόρων, δεν συντελούσαν στην αμοιβαία κατανόηση των Εκκλησιών. Την εποχή του Ιωάννη Κομνηνού έγιναν συνεννοήσεις για την ένωση των Εκκλησιών μεταξύ του αυτοκράτορα και των Παπών &lt;strong&gt;Καλίξτου Β'&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Ονώριου Β'&lt;/strong&gt; και διασώθηκαν δυο επιστολές που στάλθηκαν από τον Ιωάννη προς τους Πάπες αυτούς. Απεσταλμένοι του Πάπα έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη με πλήρη εξουσιοδότηση για τη διαχείριση του ζητήματος, αλλά δεν κατόρθωσαν τίποτα το θετικό. Συγχρόνως, μερικοί μορφωμένοι Λατίνοι, από τη Δύση, πήραν μέρος σε διάφορες θεολογικές συζητήσεις στην Κωνσταντινούπολη. Ο Γερμανός &lt;strong&gt;Άνσελμος&lt;/strong&gt;, Επίσκοπος Havelberg, έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα περιγραφή της συζήτησης που έγινε μπροστά στον Ιωάννη Κομνηνό, το 1136, στην οποία παρευρίσκονταν αρκετοί Λατίνοι, ανάμεσα στους οποίους διακρίνονταν τρεις σοφοί άνθρωποι που χειρίζονταν καλά και τις δυο γλώσσες, ο &lt;strong&gt;Ιάκωβος&lt;/strong&gt; από τη Βενετία, ο &lt;strong&gt;Βουργούνδιος&lt;/strong&gt; από την Πίζα και ο &lt;strong&gt;Μωυσής&lt;/strong&gt; από την Ιταλία. Ο τελευταίος που διακρινόταν από τους άλλους για τη γνώση τόσο της λατινικής όσο και της ελληνικής φιλολογίας, εκλέχτηκε από όλους ως διερμηνέας και των δύο πλευρών.&lt;br /&gt;Οι σχέσεις με τη Δυτική Εκκλησία έγιναν πιο έντονες την εποχή του λατινόφιλου διαδόχου του Ιωάννη, &lt;strong&gt;Μανουήλ Α'&lt;/strong&gt;, ο οποίος, αποβλέποντας στην αποκατάσταση μιας ενιαίας Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και έχοντας την πεποίθηση ότι μόνο από τη Ρώμη θα μπορούσε να λάβει το αυτοκρατορικό στέμμα, πρόσφερε στον Πάπα την ένωση. Είναι λοιπόν φανερό, ότι τα αίτια των συνεννοήσεων σχετικά με την ένωση ήταν καθαρά πολιτικά. Όπως σωστά παρατηρεί ο Γερμανός ιστορικός Norden «&lt;em&gt;οι Κομνηνοί έλπιζαν, με τη βοήθεια του Πάπα, να επιβληθούν στη Δύση και στη συνέχεια επί του ίδιου του Πάπα, ενώ οι Πάπες οραματίζονταν την κυριαρχία επί της Εκκλησίας του Βυζαντίου, με την υποστήριξη των Κομνηνών, και στη συνέχεια επί της Βυζαντινής αυτοκρατορίας&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Μετά τη Β' Σταυροφορία ο Μανουήλ επικοινώνησε με αρκετούς Πάπες, οι οποίοι μερικές φορές ήταν διατεθειμένοι να έρθουν σε φιλική επαφή με τον αυτοκράτορα. Κυρίως φιλικές διαθέσεις εκδήλωσε ο Πάπας &lt;strong&gt;Αδριανός Δ'&lt;/strong&gt;, ο οποίος βρισκόταν σε διάσταση με τον βασιλιά της Σικελίας, ενώ είχε θυμώσει και με τον αυτοκράτορα Φρειδερίκο Βαρβαρόσα, που μόλις είχε στεφθεί. Στο μήνυμα που είχε στείλει στον αρχιεπίσκοπο της Θεσσαλονίκης Βασίλειο, ο Αδριανός Δ' εκφράζει την επιθυμία του να προσφέρει τη βοήθειά του για την ένωση όλων των Χριστιανών, συγκρίνοντας την Ανατολική Εκκλησία με τη «χαμένη δραχμή», το περιπλανώμενο πρόβατο και το νεκρό Λάζαρο.&lt;br /&gt;Λίγο καιρό αργότερα, ο Μανουήλ υποσχέθηκε επίσημα στον Πάπα &lt;strong&gt;Αλέξανδρο Γ'&lt;/strong&gt;, μέσω των απεσταλμένων του, την ένωση των Εκκλησιών, με την προϋπόθεση να του επιστρέψει ο Πάπας το στέμμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που βρισκόταν τότε παράνομα στα χέρια του Γερμανού Βασιλιά Φρειδερίκου. Σε περίπτωση που ο Πάπας είχε ανάγκη από χρήματα ή στρατιωτικές ενισχύσεις, ο Μανουήλ υποσχόταν άφθονη τη βοήθειά του. Ο Αλέξανδρος όμως, του οποίου η κατάσταση είχε κάπως καλυτερεύσει, αρνήθηκε την προσφορά αυτή.&lt;br /&gt;Ο αυτοκράτορας συγκάλεσε μια Σύνοδο στη πρωτεύουσα με σκοπό τον τερματισμό των διαφόρων αιτιών της δυσαρέσκειας που υπήρχε μεταξύ των Λατίνων και των Βυζαντινών και την εύρεση τρόπου ένωσης των Εκκλησιών. Ο Μανουήλ έκανε τα πάντα για να οδηγήσει τον Πατριάρχη σε συμβιβασμούς. Μια συζήτηση, που έγινε στη Σύνοδο ανάμεσα στον Μανουήλ και τον Πατριάρχη, αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο, που βοηθάει για τον χαρακτηρισμό των απόψεων των δύο κύριων παραγόντων της Συνόδου. Στη συζήτηση αυτή, ο Πατριάρχης λέει ότι ο Πάπας «&lt;em&gt;αναδίδει ασέβεια&lt;/em&gt;» και ότι προτιμά τον ζυγό των «Αγαρηνών» (δηλαδή των Μουσουλμάνων) από αυτόν των Λατίνων. Η άποψη αυτή του Πατριάρχη, που εκπροσωπούσε τα αισθήματα του λαού και της Εκκλησίας της εποχής αυτής, θα επαναλαμβανόταν πολλές φορές στο μέλλον, όπως έγινε, για παράδειγμα, τον 15ο αιώνα, την εποχή δηλαδή της πτώσης του Βυζαντίου. Ο Μανουήλ αναγκάστηκε να υποχωρήσει κι εκδήλωσε ότι θα απέφευγε τους Λατίνους, όπως αποφεύγει κανείς το δηλητήριο του φιδιού. Όλες οι συζητήσεις της Συνόδου, όχι μόνο δεν πέτυχαν καμιά συμφωνία, αλλά και κατέληξαν στην απόφαση της οριστικής διακοπής κάθε σχέσης με τον Πάπα και τους οπαδούς του.&lt;br /&gt;Έτσι ο Μανουήλ απέτυχε τελείως, τόσο στην εξωτερική όσο και την εκκλησιαστική πολιτική του. Ως αιτία της αποτυχίας μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι η πολιτική του αυτοκράτορα, και στους δυο τομείς, υπήρξε ατομική πολιτική που δεν είχε καμιά σταθερή βάση στην κοινή γνώμη. Η αποκατάσταση της μιας αυτοκρατορίας από καιρό ήταν αδύνατη, ενώ οι ενωτικές τάσεις του Μανουήλ δεν έβρισκαν καμιά ανταπόκριση στις μάζες του πληθυσμού του Βυζαντίου.&lt;br /&gt;Τα τελευταία 5 χρόνια της βασιλείας των Κομνηνών (1180-1185), και κυρίως την εποχή του &lt;strong&gt;Ανδρόνικου Α'&lt;/strong&gt;, οι εκκλησιαστικές υποθέσεις απορροφήθηκαν από την πολύπλοκη εξωτερική και εσωτερική κατάσταση της αυτοκρατορίας. Ο Ανδρόνικος, που ήταν αντίθετος με τις λατινικές συμπάθειες των προκατόχων του, δε μπορούσε φυσικά να είναι οπαδός της ένωσης με τη Δυτική Εκκλησία. Στις εκκλησιαστικές υποθέσεις συμπεριφερόταν με τραχύτητα στον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης και δεν επέτρεπε φιλονικίες σχετικές με ζητήματα πίστης. «&lt;em&gt;Ένας διάλογος κατά των Ιουδαίων&lt;/em&gt;» που συχνά αποδίδεται στον Ανδρόνικο, ανήκει σε μεταγενέστερη εποχή.&lt;br /&gt;Η εποχή των Αγγέλων, που πολιτικά υπήρξε ταραχώδης, ήταν εξίσου ανώμαλη σε σχέση και με την εκκλησιαστική ζωή. Οι αυτοκράτορες αυτής της δυναστείας είχαν την εντύπωση ότι ήταν κύριοι της κατάστασης, ο δε &lt;strong&gt;Ισαάκιος Άγγελος&lt;/strong&gt; εκθρόνιζε τους Πατριάρχες της Κωνσταντινούπολης τον ένα μετά τον άλλο.&lt;br /&gt;Την εποχή των Αγγέλων, ξέσπασε η διαμάχη σχετικά με τη Θεία Ευχαριστία, στην οποία έλαβε μέρος ο ίδιος ο αυτοκράτορας. Ο ιστορικός της εποχής αυτής, Νικήτας Χωνιάτης, λέει ότι το ερώτημα που τίθετο ήταν «&lt;em&gt;εάν το σώμα του Κυρίου, του οποίου μετέχουμε, είναι άφθαρτο όπως έγινε με τα πάθη και την Ανάστασή Του ή φθαρτό, όπως ήταν προ των παθών&lt;/em&gt;». Με άλλα λόγια, θέμα της διαμάχης αυτής ήταν το «κατά πόσο η Θεία Ευχαριστία, της οποίας μετέχουμε, είναι αντικείμενο των κοινών φυσιολογικών εξελίξεων, στις οποίες υπάγεται κάθε τροφή που παίρνει ο άνθρωπος». Ο &lt;strong&gt;Αλέξιος Άγγελος&lt;/strong&gt; υποστήριζε το δόγμα της «αφθαρσίας» της Θείας Ευχαριστίας.&lt;br /&gt;Μια τέτοια διαμάχη, στα τέλη του 12ου αιώνα, μπορεί να εξηγηθεί λόγω των επιρροών της Δύσης, που ήταν πολύ έντονες στη χριστιανική Ανατολή, την εποχή των Σταυροφοριών. Όπως είναι γνωστό, τέτοιες διαμάχες είχαν αρχίσει στη Δύση πριν από πολύ καιρό. Από τον 9ο ακόμα αιώνα υπήρχαν άνθρωποι που δίδασκαν ότι η Θεία Ευχαριστία υπόκειται στις ίδιες μεταβολές με την κοινή τροφή.&lt;br /&gt;Όσον αφορά τις σχέσεις των Αγγέλων και του Πάπα, ο τελευταίος οδηγείτο από πολιτικά ελατήρια, θέλοντας φυσικά να αναγκάσει την Ανατολική Εκκλησία να δεχθεί την ένωση.&lt;br /&gt;Το σχέδιο του Πάπα όμως απέτυχε, ενώ η πολύπλοκη διεθνής κατάσταση (κυρίως λίγο πριν από την Δ' Σταυροφορία) πρόβαλε τον βασιλιά της Γερμανίας, που φαινόταν ότι θα έπαιζε σπουδαίο ρόλο στη λύση του βυζαντινού προβλήματος. Επειδή ο βασιλιάς της Γερμανίας ήταν ο πιο επικίνδυνος εχθρός του Παπισμού, ο Πάπας, για να τον εμποδίσει να κατακτήσει το Βυζάντιο, προσπάθησε με όλα τα μέσα που διέθετε, να υποστηρίξει τον «σχισματικό» αυτοκράτορα της Ανατολής, έστω και αν ήταν ένας σφετεριστής του θρόνου, όπως ο &lt;strong&gt;Αλέξιος Γ'&lt;/strong&gt;. Ο Ιννοκέντιος Γ' βρισκόταν σε πολύ δύσκολη θέση, κατά την Δ' Σταυροφορία, όταν, ενώ αρχικά αντέδρασε έντονα στην παρέκκλιση της Σταυροφορίας, σιγά-σιγά αναγκάστηκε να αλλάξει σκέψη και να δηλώσει ότι ο Θεός ήταν σύμφωνος με τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης, που ήταν πρωτοφανής σχεδόν για τον βαρβαρισμό της.&lt;br /&gt;Γενικά, η θρησκευτική ζωή της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων, διάρκειας 123 ετών (1081-1204), χαρακτηρίζεται από εξαιρετική ένταση και ζωηρότητα, στις εξωτερικές σχέσεις, και από περίπλοκες και αντίθετες εσωτερικές κινήσεις. Χωρίς αμφιβολία, σε σχέση με τα θρησκευτικά προβλήματα, η εποχή αυτή είναι πολύ σπουδαία και με ζωτικό ενδιαφέρον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Γενικά, μπορεί να πει κανείς, ότι τόσο η εσωτερική κατάσταση του Βυζαντίου, όσο και το διοικητικό του σύστημα λίγο άλλαξαν τον 12ο αιώνα.&lt;br /&gt;Ενώ η ιστορία της Ανατολικής Εκκλησίας, υπό τους Κομνηνούς και τους Αγγέλους, έχει λίγο-πολύ ερευνηθεί πλήρως, τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά όσον αφορά την εσωτερική, κοινωνική κι οικονομική ζωή. Εκτός από το ότι η εσωτερική ιστορία του Βυζαντίου έχει γενικά ερευνηθεί ανεπαρκώς, υπάρχει και έλλειψη προσεκτικής μελέτης της περιόδου που αρχίζει με την εποχή των Κομνηνών. Ακόμα και τώρα οι ιστορίες προσφέρουν συνήθως, σχετικά με το θέμα αυτό, σύντομα κεφάλαια που στηρίζονται μερικές φορές σε γενικές μελέτες, σε τυχαίες παρατηρήσεις ή το πολύ σε μικρά άρθρα, που αναφέρονται σε διάφορα προβλήματα κι έτσι τουλάχιστον, προς το παρόν, δεν υπάρχει επαρκής κατανόηση της εσωτερικής ιστορίας αυτής της εποχής. Ο πιο σίγουρος ερευνητής αυτής της περιόδου, ο Γάλλος ιστορικός Chalandon, πέθανε πριν μπορέσει να δημοσιεύσει τη συνέχεια του βιβλίου του, στην οποία θα συζητιόταν πλήρως το πρόβλημα της εσωτερικής ζωής του Βυζαντίου κατά τον 12ο αιώνα.&lt;br /&gt;Ένας εκπρόσωπος των μεγαλοκτηματιών ευγενών της Μικράς Ασίας, ο &lt;strong&gt;Αλέξιος Κομνηνός&lt;/strong&gt;, έγινε αυτοκράτορας ενός κράτους, του οποίου το οικονομικό σύστημα ήταν τελείως ανοργάνωτο λόγω τόσο των πολλών στρατιωτικών επιχειρήσεων όσο και των εσωτερικών ανωμαλιών της προηγούμενης περιόδου. Παρά την άσχημη οικονομική κατάσταση του κράτους, ο Αλέξιος, στις αρχές κυρίως της βασιλείας του, έπρεπε να ανταμείψει αυτούς που τον βοήθησαν να ανέβη στο θρόνο και να προσφέρει στα μέλη της οικογένειάς του πλούσια δώρα. Οι τρομεροί πόλεμοι με τους Τούρκους, τους Πατσινάκους και τους Νορμανδούς και τα γεγονότα σχετικά με την Α' Σταυροφορία, απαιτούσαν τεράστια έξοδα. Τα κτήματα των μοναστηριών και των μεγαλο-γαιοκτημόνων, χρησίμευσαν για να πλουτίσει το θησαυροφυλάκιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΟΙ ΧΑΡΙΣΤΙΚΑΡΙΟΙ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wwagxj="197"&gt;Όπως μπορεί κανείς να συμπεράνει από τις διάφορες πληροφορίες των πηγών, ο Αλέξιος δε δίσταζε να κατάσχει την ιδιοκτησία των μεγαλοκτηματιών. Ακόμα και σε περίπτωση πολιτικών συνωμοσιών, ως κύρια τιμωρία εφαρμοζόταν η κατάσχεση της ιδιοκτησίας των συνωμοτών. Τα μοναστήρια που είχαν δοθεί ως ισόβια δωρεά στους «&lt;em&gt;χαριστικάριους&lt;/em&gt;», υπόκειντο στην ίδια δήμευση.&lt;/div&gt;Το σύστημα των «&lt;em&gt;χαριστικίων&lt;/em&gt;» δεν αποτελεί εφεύρεση των Κομνηνών, αλλά λόγω των οικονομικών τους δυσκολιών, οι Κομνηνοί κατέφευγαν σ’ αυτό πολύ πιο συχνά από κάθε άλλον. Το σύστημα αυτό έχει σχέση με την «κοσμικοποίηση» των μοναστηριακών κτημάτων, από τους Εικονομάχους αυτοκράτορες, καθώς και με μερικά φαινόμενα της κοινωνικής ζωής μιας ακόμα προηγούμενης εποχής. Τον 10ο και τον 11ο αιώνα, το σύστημα των «χαριστικίων» εφαρμοζόταν ήδη σε μεγάλη έκταση. Τα μοναστήρια δίνονταν τόσο σε κληρικούς όσο και σε λαϊκούς, ακόμα και σε γυναίκες και μερικές φορές συνέβαινε να δίνονται ανδρικά μοναστήρια σε γυναίκες και γυναικεία μοναστήρια σε άνδρες. Ο «χαριστικάριος» έπρεπε να υπερασπίζεται τα συμφέροντα του μοναστηριού που του έδιναν, να το προστατεύει από τις ιδιοτροπίες του διοικητή και των εφοριακών και από την παράνομη φορολογία, καθώς και να ρυθμίζει με ικανότητα την οικονομία του μοναστηριού, κρατώντας για λογαριασμό του το περίσσευμα που έμενε μετά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Στη πραγματικότητα όμως ο «χαριστικάριος» παραμελούσε τα καθήκοντά του και οι μοναστηριακές δωρεές δεν ήταν τίποτε άλλο από μια πηγή κέρδους και εκμετάλλευσης. Γι’ αυτό, η οικονομική κατάσταση των μοναστηριών χειροτέρευε όλο και περισσότερο.&lt;br /&gt;Τα «χαριστίκια» ήταν πολύ επικερδή για εκείνους που τα έπαιρναν και γι’ αυτό οι ανώτεροι υπάλληλοι του Βυζαντίου επιδίωκαν με επιμονή την απόκτησή τους. Η εντολή του Αλέξιου που απέβλεπε στη μετατροπή μερικών εκκλησιαστικών σκευών σε χρήματα ακυρώθηκε αργότερα από τον ίδιο τον αυτοκράτορα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΝΕΟ ΝΟΜΙΣΜΑ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wwagxj="198"&gt;Οι κατασχέσεις όμως των κτημάτων δεν έφταναν για να βελτιώσουν τα οικονομικά του κράτους και ο &lt;strong&gt;Αλέξιος Κομνηνός&lt;/strong&gt; κατέφυγε στο χειρότερο, ίσως, οικονομικό του μέτρο, δηλαδή στην αλλοίωση του νομίσματος, πράγμα για το οποίο οι πηγές τον κατηγορούν πολύ. Παράλληλα δηλαδή με τα παλαιά χρυσά νομίσματα, έθεσε σε κυκλοφορία ένα μίγμα από χαλκό και χρυσό ή άργυρο και χρυσό, που ήταν σε χρήση μαζί με το υγιές νόμισμα. Το νέο νόμισμα, σε σύγκριση με το παλαιό, που συνίστατο από 12 αργυρά «&lt;em&gt;μιλιαρίσια&lt;/em&gt;», εξισωνόταν με 4 μόνον αργυρά νομίσματα, δηλαδή με το 1/3. Ο Αλέξιος όμως απαιτούσε την πληρωμή των φόρων με παλαιό υγιές νόμισμα, γι’ αυτό όλα αυτά τα μέτρα προκαλούσαν μεγαλύτερες περιπλοκές στα οικονομικά του κράτους, ενώ συγχρόνως ερέθιζαν το λαό.&lt;/div&gt;Η κρίσιμη εξωτερική κατάσταση και η πλήρης σχεδόν οικονομική χρεωκοπία της χώρας, παρά τα μέτρα που πάρθηκαν, ανάγκασαν την κυβέρνηση να εισπράξει τους φόρους με εξαιρετική αυστηρότητα και επειδή πολλές ιδιοκτησίες, κοσμικές κι εκκλησιαστικές, είχαν απαλλαγή από τους φόρους, όλο το βάρος της φορολογίας έπεφτε στις κατώτερες τάξεις που είχαν τελείως εξαντληθεί από το αφόρητο βάρος των απαιτήσεων του κράτους. Οι εισπράκτορες των φόρων, που χαρακτηρίζονται από ένα συγγραφέα του 11ο και των αρχών του 12ου αιώνα (Αρχιεπίσκοπο της Βουλγαρίας &lt;strong&gt;Θεοφύλακτο&lt;/strong&gt;) «&lt;em&gt;κλέφτες μάλλον παρά εισπράκτορες&lt;/em&gt;» που παράβλεπαν θείους και ανθρώπινους νόμους κι έτρεχαν άγριοι, εδώ και εκεί, ανάμεσα στο λαό.&lt;br /&gt;Η προσεκτική διοίκηση του &lt;strong&gt;Ιωάννη Κομνηνού&lt;/strong&gt; αύξησε τα οικονομικά του κράτους, κατά κάποιο τρόπο, παρά τους συνεχείς σχεδόν πολέμους. Η διοίκηση όμως του διαδόχου του &lt;strong&gt;Μανουήλ&lt;/strong&gt; ξανάφερε το κράτος σε κατάσταση χρεωκοπίας. Την εποχή αυτή παρατηρήθηκε μια ελάττωση τόσο του πληθυσμού, όσο και της δυνατότητας του λαού να πληρώσει τους φόρους του. Ερημώθηκαν κάποιες περιοχές της Μ. Ασίας, λόγω των εισβολών των Μουσουλμάνων κι ένα τμήμα του πληθυσμού τους αιχμαλωτίστηκε, ενώ ένα άλλο τμήμα διέφυγε προς τις παράλιες πόλεις. Οι έρημες περιοχές φυσικά δεν μπορούσαν να πληρώνουν φόρους. Παρόμοια κατάσταση επικρατούσε στα Βαλκάνια λόγω των επιθέσεων των Ούγγρων, των Σέρβων και των λαών πέρα από τον Δούναβη.&lt;br /&gt;Στο μεταξύ τα έξοδα πολλαπλασιάζονταν. Εκτός από τα έξοδα που διατίθεντο για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, ο Μανουήλ διέθετε τεράστια ποσά για ξένους που έρχονταν στο Βυζάντιο, λόγω των προσπαθειών του αυτοκράτορα προς τους Λατίνους, καθώς και για την πολυτελή εμφάνιση της αυλής του και την ενίσχυση των ευνοουμένων του, ανδρών και γυναικών.&lt;br /&gt;Ο Νικήτας Χωνιάτης δίνει μια εντυπωσιακή εικόνα της γενικής δυσαρέσκειας σαν αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής του Μανουήλ. Οι Έλληνες των Ιόνιων νησιών, μη μπορώντας να υφίστανται το βάρος των φόρων, προτίμησαν την εξουσία των Νορμανδών. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Αλέξιου Κομνηνού, ο Μανουήλ προσπάθησε να βελτιώσει τα οικονομικά του με τη δήμευση των κοσμικών και εκκλησιαστικών κτημάτων και αποκατέστησε την περίφημη Νερά του Νικηφόρου Φωκά (964), που σχετιζόταν με την ιδιοκτησία της Εκκλησίας και των μοναστηριών σε κτήματα.&lt;br /&gt;Μόνο την εποχή του τελευταίου Κομνηνού, &lt;strong&gt;Ανδρόνικου Α'&lt;/strong&gt;, του οποίου η βασιλεία χαρακτηρίζεται από αντίδραση κατά της τακτικής του Μανουήλ, βελτιώθηκε η θέση των φορολογούμενων. Ο Ανδρόνικος είναι γνωστό ότι ήρθε στην εξουσία για να προστατεύσει τα εθνικά συμφέροντα και τις κατώτερες τάξεις από τη λατινόφιλη πολιτική του Μανουήλ και την υποστήριξη που ο τελευταίος έδινε στους μεγαλο-γαιοκτήμονες. Οι μεγαλοκτηματίες και οι εισπράκτορες των φόρων υπόκειντο σε αυστηρή λογοδοσία, οι διοικητές των επαρχιών άρχισαν να παίρνουν μεγάλους μισθούς από το κρατικό θησαυροφυλάκιο και το εμπόριο των δημοσίων αξιωμάτων έπαψε να υπάρχει. Ο Νικήτας Χωνιάτης, σύγχρονος του Ανδρόνικου, δίνει μια πολύ ειδυλλιακή εικόνα των συνεπειών της τακτικής του νέου αυτοκράτορα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΞΕΝΩΝ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wwagxj="199"&gt;Οι βυζαντινές πηγές δίνουν μια θλιβερή εικόνα της εσωτερικής ζωής της χώρας (υπό τον Μανουήλ) και φυσικά οι συνθήκες δεν ήταν δυνατόν να αλλάξουν πολύ στη διάρκεια της σύντομης και ταραχώδους βασιλείας του Ανδρόνικου. Ο Ιουδαίος όμως ταξιδιώτης &lt;strong&gt;Βενιαμίν&lt;/strong&gt;, ο οποίος προερχόταν από την Ισπανία και επισκέφτηκε το Βυζάντιο την εποχή του Μανουήλ, δίνει στην περιγραφή του ταξιδιού του μια λαμπρή εικόνα της Κωνσταντινούπολης, που αποτελεί καρπό της προσωπικής του παρατήρησης και των επαφών που είχε. Ο Βενιαμίν αναφέρεται στην πρωτεύουσα και γράφει τα εξής:&lt;/div&gt;«&lt;em&gt;Από κάθε μέρος της αυτοκρατορίας μεταφέρονται εδώ, κάθε χρόνο, φόροι σαν ένδειξη υποτέλειας και φρούρια ολόκληρα γεμίζουν από μεταξωτά ενδύματα, πορφύρες και χρυσάφι. Παρόμοιες αποθήκες και τέτοιος πλούτος δεν είναι δυνατόν να βρεθούν σε κανένα άλλο μέρος, όλου του κόσμου. Έχει λεχθεί ότι ο φόρος που εισρέει στην πόλη φτάνει κάθε χρόνο το ποσό των 20.000 χρυσών νομισμάτων που προέρχονται τόσο από τα καταστήματα και τις αγορές όσο και από τους εμπόρους που έρχονται από την ξηρά ή τη θάλασσα. Οι κάτοικοι είναι πολύ πλούσιοι σε χρυσό και πολύτιμους λίθους και εμφανίζονται ντυμένοι με μεταξωτά ενδύματα και στολισμένοι με χρυσάφι και ιππεύουν τα άλογά τους δίνοντας την εντύπωση ότι είναι πρίγκιπες. Πράγματι, η χώρα είναι πολύ πλούσια σε ρουχισμό, ψωμί, κρέας και κρασί. Πλούτος σαν αυτόν της Κωνσταντινούπολης δεν μπορεί να βρεθεί σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου...&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Σε άλλο σημείο ο ίδιος ταξιδιώτης λέει ότι όλα τα είδη των εμπόρων έρχονται στην Κωνσταντινούπολη από τη Βαβυλώνα, τη Μεσοποταμία, την Περσία, από όλη την Αίγυπτο, την Κανά, την αυτοκρατορία της Ρωσίας, την Ουγγαρία, από τη χώρα των Πατσινάκων, τη χώρα των Χαζάρων και των Λομβαρδών και την Ισπανία. Η πόλη είναι γεμάτη κίνηση, στην οποία οι έμποροι έρχονται από κάθε χώρα, μέσω ξηράς ή θάλασσας. Εκτός από τη Βαγδάτη δεν υπάρχει στον κόσμο άλλη πόλη σαν κι αυτή. Την εποχή του Μανουήλ, επίσης, ένας Άραβας ταξιδιώτης, ο &lt;strong&gt;al-Harawy&lt;/strong&gt; (ή &lt;strong&gt;el-Herewy&lt;/strong&gt;) επισκέφτηκε την Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε πολύ καλά δεκτός από τον αυτοκράτορα. Στο βιβλίο του περιγράφει τα πιο σπουδαία μνημεία της πρωτεύουσας και παρατηρεί ότι «&lt;em&gt;η Κωνσταντινούπολη είναι μια πόλη πιο μεγάλη από όσο η φήμη της την παρουσιάζει. Είθε ο Θεός, με τη χάρη Του και τη γενναιοδωρία Του, να καταδεχθεί να την κάνει πρωτεύουσα του Ισλάμ!&lt;/em&gt;». Θα μπορούσε ίσως κανείς να συγκρίνει την περιγραφή του Βενιαμίν με μερικούς στίχους του &lt;strong&gt;Ιωάννη Τζέτζη&lt;/strong&gt;, ποιητή της εποχής των Κομνηνών, που αναφέρονται επίσης στη Κωνσταντινούπολη. Παρωδώντας δύο στίχους της Ιλιάδας του Ομήρου (Δ, 437-438) ο Τζέτζης λέει με κάποια πικρία και θυμό ότι «&lt;em&gt;οι άνθρωποι που κατοικούν στην πρωτεύουσα του Κωνσταντίνου, είναι πολύ κλέφτες, δεν ανήκουν σ’ ένα λαό ούτε έχουν κοινή γλώσσα, αποτελούν μίγμα ξένων γλωσσών και είναι κλέφτες, Κρητικοί και Τούρκοι, Αλβανοί, Ρόδιοι και Χιώτες... όλοι τους, αν και είναι κλέφτες και διεστραμμένοι θεωρούνται, στην Κωνσταντινούπολη, ως άγιοι&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Είναι δύσκολο να καθορίσουμε με ακρίβεια τον αριθμό του πληθυσμού της πόλης αυτής της εποχής. Ίσως ο πληθυσμός της έφτανε στα τέλη του 12ου αιώνα, στις 8000.000 ή το 1.000.000.&lt;br /&gt;&lt;div closure_uid_wwagxj="200"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wwagxj="200"&gt;&lt;strong&gt;ΦΕΟΥΔΑΛΙΣΜΟΣ&lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div closure_uid_wwagxj="200"&gt;Λόγω της αύξησης των μεγάλων ιδιοκτησιών, την εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων, οι γαιοκτήμονες κέρδιζαν σταθερά δύναμη αποκτώντας περισσότερη ανεξαρτησία, ενώ ο φεουδαλισμός αναπτυσσόταν γρήγορα στην αυτοκρατορία. Ο Cognasso αναφέρεται στην εποχή των δύο τελευταίων Κομνηνών και του Ισαάκιου Β' Άγγελου και γράφει: «&lt;em&gt;Ο φεουδαλισμός καλύπτει όλη την αυτοκρατορία και ο αυτοκράτορας πρέπει να αγωνιστεί με τους μεγάλους γαιοκτήμονες των επαρχιών, που δε δέχονται πάντοτε να προμηθεύουν στρατό με την ίδια γενναιοδωρία που έδειχναν π.χ. για τον αγώνα κατά των Νορμανδών... Καθώς διασπάστηκε η ισορροπία των παραγόντων που αποτελούσαν το κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο της αυτοκρατορίας, η αριστοκρατία υπερέβη τις άλλες τάξεις και η αυτοκρατορία τελικά περιήλθε στην εξουσία της. Η μοναρχία αποξενώθηκε από τη δύναμη και τον πλούτο της προς χάρη της αριστοκρατίας&lt;/em&gt;». Η αυτοκρατορία έσπευδε προς την καταστροφή της.&lt;/div&gt;Στην εποχή του Μανουήλ ανήκει επίσης ένα πολύ ενδιαφέρον χρυσόβουλο που απαγόρευε τη μεταβίβαση σε οποιονδήποτε (πλην των αξιωματούχων) της ακίνητης περιουσίας που δινόταν από τον αυτοκράτορα. Σε περίπτωση που γινόταν μεταβίβαση, παρά την ύπαρξη της απαγορευτικής διάταξης, η ακίνητη περιουσία περιερχόταν στο θησαυροφυλάκιο. Η απαγόρευση αυτή, που στερούσε από τις κατώτερες τάξεις την ευκαιρία να αποκτήσουν χρήματα που προέρχονταν από αυτοκρατορική δωρεά, έκανε την αριστοκρατία κυρίαρχο τεράστιων περιοχών. Το χρυσόβουλο αυτό ακυρώθηκε τον Δεκέμβριο του 1182 απ’ τον Αλέξιο Β', αλλά αναμφίβολα σχεδιάστηκε υπό την πίεση του παντοδύναμου Ανδρόνικου. Από το 1182 και μετά, τα ακίνητα που προέρχονταν από αυτοκρατορική δωρεά ήταν δυνατόν να μεταβιβαστούν σε οποιονδήποτε, άσχετα από την κοινωνική τάξη στην οποία ανήκε.&lt;br /&gt;Το χρυσόβουλο του 1182 πρέπει να ερμηνευτεί σε σχέση με τη νέα πολιτική του Ανδρόνικου απέναντι στην αριστοκρατία του Βυζαντίου και στους μεγαλο-γαιοκτήμονες, κατά των οποίων ήταν αναγκασμένος να διεξάγει σκληρό αγώνα. Ο Αλέξιος Β' Κομνηνός που υπέγραψε το Νόμο, υπήρξε απλό όργανο της θέλησης του Ανδρόνικου. Συνεπώς, πρέπει να αμφιβάλουμε για την ορθότητα της γνώμης μερικών ιστορικών που πιστεύουν ότι, εφόσον η απαγόρευση του Μανουήλ κατευθυνόταν κατά των Φράγκων, η ανάκλησή της υπήρξε μια φιλική εκδήλωση έναντι των Φράγκων, που ανταποκρίνεται τελείως στην πολιτική του Αλέξιου Β' Κομνηνού.&lt;br /&gt;Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση του μικρού Αλέξιου Β' και της μητέρας του ήταν λατινόφιλη. Μετά την είσοδο όμως του Ανδρόνικου στην Κωνσταντινούπολη, τα πράγματα άλλαξαν. Η εξουσία περιήλθε στα χέρια του και προς τα τέλη του 1182, η πολιτική του έναντι των Λατίνων, ήταν ήδη φανερά εχθρική.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΟ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Λόγω των συνεχών πολέμων της εποχής των Κομνηνών, ο στρατός στοίχιζε στο κράτος τεράστια χρηματικά ποσά κι οι Κομνηνοί φρόντιζαν για την ανασυγκρότηση κι ενίσχυση του στρατού τους, ο οποίος συνίστατο από πολλούς μισθοφόρους από τις πιο διαφορετικές εθνικότητες, εκτός από τους γηγενείς που προέρχονταν από τα θέματα. Την εποχή των Κομνηνών παρουσιάστηκε στο στρατό ένας νέος παράγοντας, ο αγγλοσαξονικός.&lt;br /&gt;Αιτία της εμφάνισης των Αγγλοσαξόνων στο Βυζάντιο ήταν η κατάκτηση της Αγγλίας από τους Νορμανδούς, από τον &lt;strong&gt;Γουλιέλμο τον Κατακτητή&lt;/strong&gt;, το 1066, οπότε η καταστροφή που ξέσπασε στην Αγγλία, μετά τη μάχη του Senlac, βόρεια του Hastings, είχε σαν αποτέλεσμα να περιέλθει η χώρα στα χέρια του τρομερού κατακτητή. Κάθε προσπάθεια των Αγγλοσαξόνων να αποτινάξουν το ζυγό είχε σαν αποτέλεσμα άφθονες εκτελέσεις, ενώ πνιγόταν στο αίμα. Πολλοί Αγγλοσάξονες εγκατέλειψαν στην απελπισία τους την πατρίδα τους και στις αρχές της βασιλείας του Αλέξιου Κομνηνού, τον 11ο αιώνα (όπως τονίζει ο Άγγλος ιστορικός Freeman, στην πολύ γνωστή εργασία του που αναφέρεται στην κατάκτηση της Αγγλίας από τους Νορμανδούς), έχουμε ήδη μερικές ενδείξεις για την εγκατάσταση των Αγγλοσαξόνων στη Βυζαντινή αυτοκρατορία.&lt;br /&gt;Ένας δυτικός χρονογράφος στις αρχές του 12ου αιώνα γράφει ότι «&lt;em&gt;οι Άγγλοι, αφού έχασαν την ελευθερία τους, θλίφτηκαν πολύ... Μερικοί από αυτούς, διαθέτοντας τα λαμπρά τους νιάτα, πήγαν σε μακρινές χώρες προσφέροντας με θάρρος τον εαυτό τους στη στρατιωτική υπηρεσία του αυτοκράτορα Αλέξιου&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Αυτή υπήρξε η αρχή της Εταιρείας των Άγγλων Βαράγγων, που έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην ιστορία του Βυζαντίου του 12ου αιώνα, όπως ακριβώς συνέβη τον 10ο και 11ο αιώνα με τους Ρώσους Βαράγγους. Γενικά, ποτέ προηγουμένως δεν είχαν παρουσιαστεί τόσοι ξένοι μισθοφόροι στο Βυζάντιο, όσοι παρουσιάστηκαν στη διάρκεια της λατινόφιλης βασιλείας του Μανουήλ.&lt;br /&gt;Όσον αφορά το Ναυτικό, οι ναυτικές δυνάμεις, που είχαν οργανωθεί καλά από τον Αλέξιο, φαινόταν να χάνουν βαθμιαία την πολεμική τους δύναμη και υπό τον Μανουήλ βρίσκονταν σε κατάσταση παρακμής. Ο Νικήτας Χωνιάτης, στην ιστορία του, κατηγορεί πολύ τον Μανουήλ για την καταστροφή της ναυτικής δύναμης της αυτοκρατορίας. Επί Κομνηνών τα πλοία των Ενετών, που είχαν συμμαχήσει με την αυτοκρατορία, βοήθησαν πολύ το Βυζάντιο, σε βάρος όμως της οικονομικής του ανεξαρτησίας.&lt;br /&gt;Ο Μανουήλ ανασυγκρότησε κι οχύρωσε μερικά μέρη που βρίσκονταν σε παρακμή. Έτσι οχύρωσε μια πολύ σπουδαία πόλη των νότιων ακτών της Μικράς Ασίας, την Αττάλεια, ενώ συγχρόνως έκτισε οχυρά και κατασκεύασε μια γέφυρα στην Άβυδο, στην είσοδο του Ελλήσποντου, όπου βρισκόταν ένα από τα πιο σημαντικά τελωνεία του Βυζαντίου και όπου είχαν εγκατασταθεί, από την εποχή των Κομνηνών, οι Ενετοί και οι ανταγωνιστές τους, οι Γενοβέζοι και οι κάτοικοι της Πίζας.&lt;br /&gt;Η οργάνωση των επαρχιών υπό τους Κομνηνούς δεν έχει ακόμα ερευνηθεί αρκετά. Είναι γνωστό ότι τον 11ο αιώνα τα θέματα ήταν 38. Η μείωση της έκτασης της αυτοκρατορίας τον 11ο και 12ο αιώνα καθιστά δυνατή τη μείωση των ορίων και του αριθμού των επαρχιών. Σχετικές πληροφορίες με το ζήτημα αυτό μπορεί να πάρει κανείς από τη Νεαρά του Αλέξιου Γ' Αγγέλου, του Νοεμβρίου του 1198, στην οποία συζητούνται τα εμπορικά προνόμια που είχαν δοθεί στους Ενετούς και όπου απαριθμούνται «&lt;em&gt;ονομαστικά όλες οι επαρχίες που βρίσκονται υπό την εξουσία της Ρωμανίας και στις οποίες &lt;/em&gt;(οι Ενετοί)&lt;em&gt; μπορούσαν να διεξάγουν τις εμπορικές τους επιχειρήσεις&lt;/em&gt;». Ο πίνακας που παρουσιάζει η Νεαρά αυτή και που ως πηγή δεν έχει ακόμα μελετηθεί όσο πρέπει, δίνει μια σχετική ιδέα των μεταβολών που έγιναν στη διαίρεση των επαρχιών της αυτοκρατορίας τον 12ο αιώνα.&lt;br /&gt;Τα περισσότερα από τα παλαιά θέματα διοικούνταν από στρατιωτικούς διοικητές ή στρατηγούς. Αργότερα, κυρίως μετά τη μάχη του Ματζικέρτ, το 1071, και στη συνέχεια τον 12ο αιώνα με την αύξηση του κινδύνου των Τούρκων στη Μικρά Ασία και την αποχώρηση της Βουλγαρίας (1186) η έκταση της αυτοκρατορίας μειώθηκε σημαντικά. Λόγω αυτής της μείωσης, ο πολύ σπουδαίος τίτλος του στρατηγού, που δινόταν στο γενικό διοικητή των θεμάτων, έπαψε να χρησιμοποιείται στα τέλη του 11ου αιώνα. Επί Κομνηνών, ο τίτλος των στρατηγών, επειδή δεν ανταποκρινόταν στη μικρή έκταση των επαρχιών, εξαφανίστηκε τελείως και αντικαταστάθηκε σιγά-σιγά από τον τίτλο του δούκα, που ήδη έφεραν από τον 9ο αιώνα, οι κυβερνήτες μερικών μικρών επαρχιών.&lt;br /&gt;Στον εμπορικό τομέα της αυτοκρατορίας, την εποχή των Κομνηνών και των Αγγέλων, έγινε η εξής σημαντική μεταβολή, σαν συνέχεια των Σταυροφοριών. Η Δύση και η Ανατολή άρχισαν να έχουν άμεσες εμπορικές συναλλαγές και το Βυζάντιο έχασε το ρόλο του μεσάζοντα, πράγμα που ήταν ένα σοβαρό χτύπημα για τη διεθνή οικονομική ισχύ της Ανατολικής αυτοκρατορίας. Εκτός από αυτό, στην ίδια την πρωτεύουσα, όπως και σε μερικά άλλα μέρη, η Βενετία είχε ήδη κερδίσει ισχυρές βάσεις από τις αρχές της βασιλείας του Αλέξιου Κομνηνού. Υπό τον Αλέξιο Κομνηνό οι κάτοικοι της Πίζας απέκτησαν στην Κωνσταντινούπολη πολύ σπουδαία προνόμια. Τους δόθηκε μια «σκάλα» καθώς κι ένα τμήμα της πόλης όπου είχαν τα καταστήματα και τα ιδιόκτητα σπίτια τους. Διατηρούσαν επίσης ιδιαίτερα καθίσματα τόσο στην Αγία Σοφία, για να παρακολουθούν τις λειτουργίες, όσο και στον Ιππόδρομο, για τα δημόσια θεάματα. Στα τέλη της βασιλείας του Ιωάννη Κομνηνού οι Γενοβέζοι ήρθαν για πρώτη φορά σε διαπραγματεύσεις με το Βυζάντιο και είναι βέβαιο ότι τα κύρια αίτια αυτών των διαπραγματεύσεων ήταν εμπορικής φύσης. Η πολιτική του Μανουήλ ήταν πάντα στενά συνδεδεμένη με τα εμπορικά συμφέροντα της Βενετίας, της Πίζας και της Γένοβας, οι οποίες, υπέσκαπταν την εμπορική ισχύ της αυτοκρατορίας, ενώ βρίσκονταν μεταξύ τους σε μια κατάσταση διαρκούς ανταγωνισμού. Το 1169 η Γένοβα απέκτησε εξαιρετικά εμπορικά προνόμια σε όλη την αυτοκρατορία, εκτός από δύο μέρη στις βόρειες ακτές της Μαύρης και της Αζοφικής θάλασσας.&lt;br /&gt;Μετά τη φοβερή σφαγή των Λατίνων, το 1182, η θέση τους έγινε και πάλι ευνοϊκή επί των Αγγέλων και τελικά, το Νοέμβριο του 1198 ένα χρυσόβουλο που εκδόθηκε απρόθυμα από τον Αλέξιο Γ’ Άγγελο επιβεβαίωνε τη συμμαχία του Ισαάκιου Άγγελου με τη Βενετία, ανανεώνοντας τα εμπορικά της προνόμια. Τα όρια της περιοχής των Ενετών στην Κωνσταντινούπολη δεν μεταβλήθηκαν. Κατά τη γνώμη ενός συγγραφέα, μερικές προτάσεις αυτής της συνθήκης επηρέασαν πολύ τα ζητήματα της δικαιοδοσίας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.&lt;br /&gt;Εκτός από την πρωτεύουσα και σε πολλές άλλες επαρχιακές πόλεις, καθώς και σε πολλά νησιά της αυτοκρατορίας οι Ενετοί, οι κάτοικοι της Πίζας και οι Γενοβέζοι έκαναν πλήρη χρήση των εμπορικών τους προνομίων διατηρώντας δικές τους περιοχές. Η Θεσσαλονίκη, μετά την Κωνσταντινούπολη, ήταν το πιο σπουδαίο οικονομικό κέντρο της αυτοκρατορίας. Στην πόλη αυτή, όπως αναφέρει μια πηγή του 12ου αιώνα, κάθε χρόνο στα τέλη του Οκτωβρίου, με τη ευκαιρία της γιορτής του προστάτη της πόλης Αγίου Δημητρίου, γινόταν ένα πανηγύρι, στη διάρκεια του οποίου Έλληνες, Σλάβοι, Ιταλοί, Ισπανοί, Πορτογάλοι, Γάλλοι και άλλοι, που έρχονταν από τις μακρινές ακτές του Ατλαντικού, ασκούσαν το εμπόριό τους.&lt;br /&gt;Η Θήβα, η Κόρινθος και η Πάτρα ήταν φημισμένες για τα μεταξωτά τους. Η Αδριανούπολη και η Φιλιππούπολη, στα Βαλκάνια, ήταν επίσης πολύ σπουδαία εμπορικά κέντρα. Τα νησιά του Αιγαίου συμμετείχαν επίσης στη βιομηχανία και το εμπόριο της εποχής αυτής.&lt;br /&gt;Καθώς πλησίαζε το μοιραίο έτος 1204, την εμπορική σπουδαιότητα του Βυζαντίου υπέσκαπτε η εμπορική ανάπτυξη των Δημοκρατιών της Βενετίας, της Γένοβας και της Πίζας. Η Βενετία κατείχε την πρώτη θέση.&lt;br /&gt;Η μοναρχία έχασε, όπως λέει ο Ιταλός ιστορικός Cognasso, «&lt;em&gt;τη δύναμη και τον πλούτο της προς χάρη της αριστοκρατίας, όπως αναγκάστηκε να χάσει τα πολυάριθμα δικαιώματά της προς χάρη των εμπορικών κοσμοπολίτικων τάξεων των μεγάλων πόλεων της αυτοκρατορίας&lt;/em&gt;».&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4628237057126184005-5436745530818214900?l=byzantin-history.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://byzantin-history.blogspot.com/feeds/5436745530818214900/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=4628237057126184005&amp;postID=5436745530818214900&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4628237057126184005/posts/default/5436745530818214900'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4628237057126184005/posts/default/5436745530818214900'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://byzantin-history.blogspot.com/2011/06/blog-post_24.html' title='Εσωτερικές υποθέσεις των Κομνηνών και των Αγγέλων'/><author><name>Τ.ΠΑΣΧΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14270320127730862399</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='21' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_Lg1-sKZbjQs/SKs8rdsLQTI/AAAAAAAAAAY/mgo4tz2xrVs/S220/J0178444.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4628237057126184005.post-5480386461621252911</id><published>2011-06-21T00:42:00.001+03:00</published><updated>2011-06-21T00:43:53.332+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Δ&apos; Σταυροφορία'/><title type='text'>Η Δ' Σταυροφορία και το Βυζάντιο</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;Η Δ' Σταυροφορία είναι ένα εξαιρετικά πολύπλοκο ιστορικό φαινόμενο, στο οποίο αντανακλώνται τα πιο ετερόκλητα συμφέροντα και συναισθήματα. Θρησκευτικά ελατήρια, ελπίδες για μια αμοιβή στην άλλη ζωή, δίψα για πνευματική δράση και αφοσίωση στις υποχρεώσεις που είχε αναλάβει η Σταυροφορία αναμιγνύονταν με την επιθυμία των περιπετειών και του κέρδους, την τάση για ταξίδια και τη φεουδαρχική συνήθεια της απασχόλησης με τον πόλεμο. Η επικράτηση των «κοσμικών» και υλιστικών αισθημάτων επί των πνευματικών, που είχε ήδη εκδηλωθεί στις άλλες Σταυροφορίες, ήταν ιδιαίτερα αισθητή στην Δ' Σταυροφορία και αποδείχθηκε το 1204, με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους και τη δημιουργία της Λατινικής αυτοκρατορίας.&lt;br /&gt;Στα τέλη του 12ου αιώνα και κυρίως την εποχή του Ερρίκου ΣΤ', η επιρροή των Γερμανών ήταν αισθητή στην Ιταλία, ενώ τα σχέδια του αυτοκράτορα της Γερμανίας απειλούσαν διαρκώς την Ανατολική αυτοκρατορία. Ο νέος Πάπας (που εκλέχθηκε το 1198) &lt;strong&gt;Ιννοκέντιος Γ'&lt;/strong&gt;, έστρεψε την προσοχή του στην πλήρη αποκατάσταση της παπικής εξουσίας, που είχαν υποσκάψει οι Γερμανοί βασιλείς και στην τοποθέτησή του ως αρχηγού της χριστιανικής κίνησης κατά του Ισλάμ. Η Ιταλία, αντιδρώντας στην επιρροή των Γερμανών, βρισκόταν στο πλευρό του Πάπα, ο οποίος, θεωρώντας ως κύριο εχθρό του παπισμού και της Ιταλίας τους Hohenstaufen, άρχισε να υποστηρίζει στη Γερμανία τον Όθωνα Brunswick που είχε εκλεγεί βασιλιάς από ένα τμήμα της Γερμανίας, που στράφηκε κατά του αδελφού του Ερρίκου ΣΤ' Φίλιππου Σουηβού. Μια καλή ευκαιρία φάνηκε να παρουσιάζεται στη Βυζαντινή αυτοκρατορία για την εκπλήρωση των σχεδίων των Κομνηνών για την αντικατάσταση του διεθνούς Γερμανικού κράτους με ένα παρόμοιο Βυζαντινό παγκόσμιο κράτος. Έχοντας πιθανόν αυτό υπόψη, ο &lt;strong&gt;Αλέξιος Γ'&lt;/strong&gt; έγραφε στον Ιννοκέντιο Γ', τη χρονιά της εκλογής του τελευταίου, τα εξής: «&lt;em&gt;Είμαστε οι μόνες δύο παγκόσμιες δυνάμεις: η μόνη ρωμαϊκή εκκλησία και η μόνη αυτοκρατορία των διαδόχων του Ιουστινιανού και γι’ αυτό πρέπει να ενωθούμε και να προσπαθήσουμε να εμποδίσουμε μια νέα αύξηση της δύναμης του αντίπαλου μας αυτοκράτορα της Δύσης&lt;/em&gt;». Στην πραγματικότητα, η πολύπλοκη εσωτερική και εξωτερική κατάσταση του Βυζαντίου δεν άφηνε καμιά ελπίδα για την επιτυχία τόσων φιλόδοξων σχεδίων.&lt;br /&gt;Αλλά ο Ιννοκέντιος Γ' δεν ήθελε να βλέπει τον αυτοκράτορα της Ανατολής ως σχισματικό και γι’ αυτό άρχισε συνεννοήσεις για την ένωση των εκκλησιών, οι οποίες όμως προόδευαν πολύ αργά, επειδή σ’ ένα γράμμα του προς τον Αλέξιο ο Πάπας απειλούσε ότι, σε περίπτωση αντίστασης, θα υποστήριζε τα δικαιώματα της οικογένειας του έκπτωτου Ισαάκιου επί του θρόνου του Βυζαντίου, που η κόρη του παντρεύτηκε τον Γερμανό βασιλιά Φίλιππο Σουηβό. Είναι πιθανόν όμως ο Πάπας να μη σκόπευε να πραγματοποιήσει την απειλή του. Ο Αλέξιος Γ' όμως δεν ανταποκρίθηκε στις σχετικές με την ένωση προτάσεις του Πάπα και σ’ ένα γράμμα του μάλιστα πρόβαλε την αρχή ότι η αυτοκρατορική δύναμη ήταν ανώτερη από την πνευματική, με αποτέλεσμα να ενταθούν οι σχέσεις μεταξύ Βυζαντίου και Ρώμης.&lt;br /&gt;Ενώ βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με την Κωνσταντινούπολη, ασκώντας συγχρόνως στη Γερμανία διπλωματική προπαγάνδα, ο Ιννοκέντιος Γ' με εξαιρετική δραστηριότητα οργάνωσε γενική Σταυροφορία στην οποία οι Χριστιανοί της Ανατολής και της Δύσης θα ενώνονταν για την εκπλήρωση του κοινού σκοπού, δηλαδή την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τα χέρια των απίστων. Μηνύματα του Πάπα στάλθηκαν σε όλους τους Χριστιανούς βασιλείς, οι αντιπρόσωποι του Πάπα ταξίδευαν σε όλη την Ευρώπη και υπόσχονταν σε όσους θα συμμετείχαν στη Σταυροφορία άφεση των αμαρτιών τους και πολλά άλλα πρακτικά πλεονεκτήματα, ενώ συγχρόνως κήρυκες ενθάρρυναν τα πλήθη. Σ’ ένα του γράμμα ο Ιννοκέντιος Γ' περιγράφει τη θλιβερή κατάσταση των Αγίων Τόπων, εκδηλώνοντας τον θυμό του κατά των βασιλέων και των πριγκίπων της εποχής του που αφιέρωναν τον καιρό τους σε διασκεδάσεις και ικανοποιήσεις και παρουσιάζει τους Μουσουλμάνους (που τους αποκαλεί ειδωλολάτρες) να ειρωνεύονται τους Χριστιανούς και να τους λένε:&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Πού βρίσκεται ο Θεός σας που δεν μπορεί να ελευθερώσει από τα χέρια μας ούτε τον εαυτό σας ούτε εσάς; Έχουμε μολύνει τα ιερά σας, απλώσαμε τα χέρια μας στα αντικείμενα της λατρείας σας και επιτεθήκαμε με βία κατά των Αγίων Τόπων. Παρά τη θέλησή σας κρατάμε στα χέρια μας το λίκνο της δεισιδαιμονίας των πατέρων σας. Καταστρέψαμε τα όπλα των Γάλλων, τις προσπάθειες των Άγγλων, το σθένος των Γερμανών και τον ηρωισμό των Ισπανών. Τι πέτυχε όλη αυτή η ανδρεία που στράφηκε εναντίον μας; Που είναι ο Θεός σας; Ας σηκωθεί και ας σας βοηθήσει! Ας σας δείξει ότι σας προστατεύει και ότι προστατεύει τον Εαυτό Του!... Δεν έχουμε τίποτα άλλο να κάνουμε εκτός, αφού εξοντώσουμε τους υπερασπιστές που αφήσατε για την προστασία της χώρας, να επιπέσουμε στην ίδια σας τη χώρα για να εκριζώσουμε το όνομά σας και την ανάμνησή σας&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Τι θα απαντήσουμε στις επιθέσεις αυτές;&lt;/em&gt;», ρωτάει ο Πάπας, «&lt;em&gt;πώς θα ανασκευάσουμε τις προσβολές τους; Στην πραγματικότητα, αυτά που λένε είναι εν μέρει σωστά... Ενώ οι άπιστοι εκδηλώνουν το θυμό τους παραμένοντας ατιμώρητοι σε όλη τη χώρα, οι Χριστιανοί δεν τολμούν να βγουν έξω από τις πόλεις τους. Δεν μπορούν καν να μείνουν μέσα σ’ αυτές χωρίς να ανατριχιάζουν. Το ξίφος &lt;/em&gt;(των απίστων) &lt;em&gt;περιμένει απ’ έξω, ενώ μέσα επικρατεί ο φόβος&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Κανείς από τους κύριους βασιλείς της Δυτικής Ευρώπης δεν απάντησε στην έκκληση του Ιννοκέντιου Γ'. Ο &lt;strong&gt;Φίλιππος Β' Αύγουστος&lt;/strong&gt; της Γαλλίας είχε αφοριστεί από την Εκκλησία λόγω του διαζυγίου του, ο &lt;strong&gt;Ιωάννης ο Ακτήμων&lt;/strong&gt; της Αγγλίας (1199-1215), αδελφός του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου, που μόλις είχε ανέβει στο θρόνο, έπρεπε πρώτα από όλα να ενισχύσει τη θέση του και συνεπώς ήταν απασχολημένος με τους αγώνες του κατά των βαρόνων και, τελικά, στη Γερμανία είχε ξεσπάσει ένας αγώνας για το θρόνο, μεταξύ του &lt;strong&gt;Όθωνα Brunswick&lt;/strong&gt; και του &lt;strong&gt;Φίλιππου Σουηβού&lt;/strong&gt;. Επομένως, κανείς από αυτούς τους βασιλείς δεν μπορούσε να αφήσει τη χώρα του. Μόνον ο βασιλιάς της Ουγγαρίας έλαβε μέρος στη Σταυροφορία, αν και οι πιο εκλεκτοί από τους ιππότες της Δύσης (κυρίως της Βόρειας Γαλλίας) ακολούθησαν και αυτοί τους Σταυροφόρους. Ο κόμης Thibault, ο &lt;strong&gt;Βαλδουίνος&lt;/strong&gt; (κόμης της Φλάνδρας), ο &lt;strong&gt;Λουδοβίκος&lt;/strong&gt; και πολλοί άλλοι (όπως ο &lt;strong&gt;Γοδεφρείδος Βιλεαρδουίνος&lt;/strong&gt;, Γάλλος ευγενής από την Καμπανία), δέχθηκαν να συμμετάσχουν στη Σταυροφορία, η οποία διεξήχθη από ένα στρατό που αποτελείτο από Γάλλους, Φλαμανδούς, Άγγλους, Γερμανούς και Σικελούς.&lt;br /&gt;Τον πιο σπουδαίο όμως ρόλο στη Σταυροφορία έπαιξε ο δόγης της Βενετίας &lt;strong&gt;Ερρίκος Δάνδολος&lt;/strong&gt;, ο οποίος αποτελεί τον χαρακτηριστικό τύπο, στη σκέψη και τον χαρακτήρα, του Ενετού. Αν και όταν ανέβηκε στο θρόνο ήταν ήδη 80 ετών (αν όχι παραπάνω), έμοιαζε με έναν νέο άνθρωπο χάρη στη δυναμική δραστηριότητα, τον πατριωτισμό του και την πλήρη κατανόηση των πιο σπουδαίων επιδιώξεων της Βενετίας, και κυρίως των οικονομικών της σκοπών. Για ό,τι αφορούσε το μεγαλείο, το καλό και την ευημερία της Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου, ο Δάνδολος δεν γνώριζε δισταγμούς. Κατέχοντας την τέχνη της συνεργασίας με τους άλλους, καθώς και μια εξαιρετική δύναμη θέλησης και εκμετάλλευσης των περιστάσεων, ο δόγης της Βενετίας ήταν ένας αξιόλογος πολιτικός, ένας μεγαλοφυής διπλωμάτης και συγχρόνως ένας πολύπειρος οικονομολόγος.&lt;br /&gt;Όταν άρχισε η Δ' Σταυροφορία, οι σχέσεις μεταξύ Βυζαντίου και Βενετίας δεν ήταν πολύ φιλικές. Ένας θρύλος αναφέρει ότι πριν 30 χρόνια, ο Δάνδολος, όταν έμενε ως φιλοξενούμενος στην Κωνσταντινούπολη, είχε τυφλωθεί ύπουλα από τους Έλληνες με έναν κοίλο καθρέπτη που αντανακλούσε δυνατά τις ακτίνες του ηλίου και ότι το γεγονός αυτό ήταν η αιτία του μίσους που είχε ο δόγης για το Βυζάντιο. Φυσικά, η αμοιβαία δυσπιστία και ο ανταγωνισμός του Βυζαντίου και της Βενετίας είχαν βαθύτερα αίτια. Ο Δάνδολος αντιλήφθηκε πολύ καλά τι πηγή πλούτου ήταν η Ανατολή γενικά (χριστιανική και μουσουλμανική) για την οικονομική ανάπτυξη της Δημοκρατίας και έστρεψε την προσοχή του πρώτα απ’ όλα στον πλησιέστερο αντίπαλό του, το Βυζάντιο, ζητώντας την πλήρη αποκατάσταση όλων των εμπορικών προνομίων που είχε αποκτήσει η Βενετία στο Βυζάντιο και που είχαν κάπως παραμεληθεί την εποχή των τελευταίων Κομνηνών. Ο Δάνδολος δεν μπορούσε καθόλου να δεχθεί, ύστερα από πολλών ετών εμπορικό μονοπώλιο της Βενετίας στην Ανατολική αυτοκρατορία, την παραχώρηση εμπορικών προνομίων σε άλλες ιταλικές πόλεις, την Πίζα και τη Γένοβα, με συνέπεια μια σοβαρή ελάττωση της ανάπτυξης του εμπορίου της Βενετίας και γι’ αυτό, σιγά-σιγά, συνέλαβε το σχέδιο να κατακτήσει το Βυζάντιο για να εξασφαλίσει οριστικά για τη Βενετία την ανατολική αγορά. Όπως και ο Ιννοκέντιος Γ', έτσι και ο Δάνδολος απειλούσε τον Αλέξιο Γ' ότι θα υποστηρίξει τα δικαιώματα της οικογένειας του έκπτωτου Ισαάκιου Αγγέλου επί του θρόνου του Βυζαντίου.&lt;br /&gt;Έτσι, στη διάρκεια της προετοιμασίας της Δ' Σταυροφορίας, δύο άνθρωποι έπαιξαν τον πιο σπουδαίο ρόλο: ο Πάπας &lt;strong&gt;Ιννοκέντιος Γ'&lt;/strong&gt;, ως αντιπρόσωπος του πνευματικού παράγοντα, που ήθελε με ειλικρίνεια την απόσπαση των Αγίων Τόπων από τους Μουσουλμάνους και την ενότητα και ο Δόγης &lt;strong&gt;Ερρίκος Δάνδολος&lt;/strong&gt;, ως εκπρόσωπος του «κοσμικού» παράγοντα, που έδινε πρώτη θέση στους υλιστικούς εμπορικούς σκοπούς του. Δύο ακόμα άνθρωποι άσκησαν σοβαρή επιρροή στην εξέλιξη της Σταυροφορίας: ο πρίγκιπας του Βυζαντίου &lt;strong&gt;Αλέξιος&lt;/strong&gt;, γιος του έκπτωτου Ισαάκιου Αγγέλου, που είχε διαφύγει από την Κωνσταντινούπολη στη Δύση και ο &lt;strong&gt;Φίλιππος ο Σουηβός&lt;/strong&gt;, της Γερμανίας, που είχε παντρευτεί την αδελφή του πρίγκιπα Αλέξιου.&lt;br /&gt;Ο κόμης &lt;strong&gt;Thibault&lt;/strong&gt; εκλέχτηκε αρχηγός του στρατού των Σταυροφόρων και καθώς ήταν αγαπητός και σεβαστός σε όλους, έγινε μια δύναμη που ενέπνεε όλη την κίνηση. Δυστυχώς όμως ο Thibault πέθανε ξαφνικά πριν αρχίσει η Σταυροφορία. Οι Σταυροφόροι χάνοντας τον αρχηγό τους, διάλεξαν για νέο τους ηγέτη τον &lt;strong&gt;Βονιφάτιο Μομφερατικό&lt;/strong&gt; και έτσι η ηγεσία της Σταυροφορίας περιήλθε σ’ έναν Ιταλό πρίγκιπα.&lt;br /&gt;Την εποχή αυτή, η Παλαιστίνη ανήκε στην αιγυπτιακή δυναστεία των Εγιουβίδων, της οποίας τα μέλη, στα τέλη του 12ου αιώνα, μετά το θάνατο του Σαλαδίνου (Μάρτιος 1193) άρχισαν να πολεμούν μεταξύ τους προκαλώντας ταραχές. Τα γεγονότα αυτά φαινόταν ότι διευκόλυναν τους σκοπούς των Σταυροφόρων. Στις αρχές της Δ' Σταυροφορίας απέμεναν στα χέρια των Χριστιανών (στη Συρία και την Παλαιστίνη) δύο αξιόλογα βιομηχανικά κέντρα, η Αντιόχεια και η Τρίπολη, καθώς και ένα παραλιακό οχυρό, η Άκκρα.&lt;br /&gt;Οι Σταυροφόροι έπρεπε να συγκεντρωθούν στη Βενετία, που, αντί ορισμένου χρηματικού ποσού, ανέλαβε να τους μεταφέρει με τα πλοία της στην Ανατολή. Ο πιο κοντινός προορισμός των Σταυροφόρων ήταν η Αίγυπτος, κάτω από την εξουσία της οποίας βρισκόταν την εποχή αυτή η Παλαιστίνη. Καταλαμβάνοντας πρώτα την Αίγυπτο, οι Σταυροφόροι θα μπορούσαν εύκολα να απαιτήσουν στη συνέχεια την απόδοση της Παλαιστίνης. Η Βενετία όμως δεν ήθελε να μεταφέρει τους Σταυροφόρους πριν λάβει όλο το χρηματικό ποσό που της είχαν υποσχεθεί. [1]&amp;nbsp;Μη έχοντας τα απαραίτητα χρήματα, οι Σταυροφόροι υποχρεώθηκαν τελικά να δεχθούν την πρόταση του Δάνδολου να τον βοηθήσουν να καταλάβει τη δαλματική πόλη &lt;strong&gt;Ζάρα&lt;/strong&gt;, που είχε αποσπαστεί από τη Βενετία και προσαρτηθεί στην Ουγγαρία. Αν και ο βασιλιάς της Ουγγαρίας συμμετείχε στη Σταυροφορία, όμως οι Σταυροφόροι δέχθηκαν την πρόταση του δόγη και κατευθύνθηκαν εναντίον της Ζάρας, δηλαδή μιας πόλης που επρόκειτο να συμμετάσχει στη Σταυροφορία. Έτσι η Σταυροφορία που προοριζόταν να στραφεί κατά των απίστων άρχισε με την κατάληψη από τους Σταυροφόρους μιας πόλης στην οποία ζούσαν Σταυροφόροι. Παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του Πάπα και τις απειλές του να αφορίσει τους Σταυροφόρους, ο στρατός του κτύπησε τη Ζάρα και την κατέστρεψε. Οι σταυροί, τους οποίους τοποθέτησαν οι κάτοικοι πάνω στα τείχη της πόλης, δεν εμπόδισαν τους επιτιθέμενους. Ένας ιστορικός αναφωνεί: «&lt;em&gt;Τι ωραίο ξεκίνημα για μια Σταυροφορία!&lt;/em&gt;» (Kretschmayr). Η περίπτωση της Ζάρας υπήρξε σοβαρό κτύπημα για την υπόθεση των Σταυροφόρων, αν και έδωσε στον Δάνδολο το δικαίωμα να γιορτάσει την πρώτη του νίκη, σε σχέση με τη Σταυροφορία.&lt;br /&gt;Όταν ο Πάπας έμαθε την κατάληψη της Ζάρας κι άκουσε τα παράπονα του βασιλιά της Ουγγαρίας κατά των Σταυροφόρων και των Ενετών, προέβη στον αφορισμό τους. Ο Ιννοκέντιος, απευθυνόμενος στους Σταυροφόρους, γράφει: «&lt;em&gt;Αντί να φτάσετε στη Γη της Επαγγελίας, διψάσατε για το αίμα των αδελφών σας. Αυτός που πειράζει όλο τον κόσμο, ο Σατανάς, σας ξεγέλασε... Οι κάτοικοι της Ζάρας κρέμασαν στα τείχη σταυρούς και παρά την παρουσία του Εσταυρωμένου, επιτεθήκατε κατά της πόλης και την αναγκάσατε να παραδοθεί... Φοβούμενοι τον αναθεματισμό, σταματήστε την καταστροφή και αποδώστε στους απεσταλμένους του βασιλιά της Ουγγαρίας ό,τι του έχετε πάρει. Αν δεν το κάνετε αυτό πρέπει να ξέρετε ότι θα είστε αφορισμένοι και θα στερηθείτε όλα τα προνόμια που δίνονται σε όλους τους Σταυροφόρους&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Οι απειλές του Πάπα και ο αφορισμός του δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα για τους Ενετούς. Οι Σταυροφόροι όμως, οι Φράγκοι, έκαναν ό,τι μπορούσαν για την άρση του αφορισμού του Πάπα. Τελικά ο Πάπας τους ευσπλαχνίστηκε και ήρε τον αφορισμό, αν και άφησε τιμωρημένους τους Ενετούς. Παρόλα αυτά όμως τελικά ο Ιννοκέντιος δεν απαγόρευσε οριστικά στους Σταυροφόρους να έρχονται σε επαφή με τους αφορισμένους Ενετούς και η συνεργασία τους συνεχίστηκε.&lt;br /&gt;Στη διάρκεια της πολιορκίας και της κατάληψης της Ζάρας, παρουσιάστηκε μια νέα προσωπικότητα της ιστορίας της Δ' Σταυροφορίας, ο γιος του έκπτωτου Ισαάκιου, πρίγκιπας Αλέξιος, ο οποίος είχε καταφύγει στη Δύση για να ζητήσει βοήθεια για την αποκατάσταση του πατέρα του στο θρόνο του Βυζαντίου. Ύστερα από μια άκαρπη συνάντησή του με τον Πάπα στη Ρώμη, ο Αλέξιος πήγε στη Γερμανία, στον συγγενή του Φίλιππο τον Σουηβό, που είχε παντρευτεί την αδελφή του Ειρήνη. Η Ειρήνη παρακάλεσε τον άνδρα της να βοηθήσει τον αδελφό της που «&lt;em&gt;χωρίς καταφύγιο και χωρίς πατρίδα, ταξίδευε σαν τα αστέρια, μη έχοντας μαζί του τίποτε άλλο εκτός από το κορμί του&lt;/em&gt;» (Χωνιάτης). Ο Φίλιππος, που την εποχή αυτή ήταν απασχολημένος με τον αγώνα του κατά του Όθωνα Brunswick, δεν μπορούσε να υποστηρίξει αποτελεσματικά τον Αλέξιο. Έστειλε όμως μια αντιπροσωπεία στη Ζάρα ζητώντας από τη Βενετία και τους Σταυροφόρους να βοηθήσουν τον Ισαάκιο και το γιο του, αποκαθιστώντας τους στο θρόνο του Βυζαντίου. Για την υπόθεση αυτή, ο Αλέξιος υποσχόταν να υποτάξει το Βυζάντιο στη Ρώμη, στο θρησκευτικό τομέα, να πληρώσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και, μετά την αποκατάσταση του πατέρα του στο θρόνο, να συμμετάσχει προσωπικά στη Σταυροφορία.&lt;br /&gt;Έτσι τέθηκε το ζήτημα της πλήρους αλλαγής της κατεύθυνσης και του χαρακτήρα της Σταυροφορίας. Ο Δάνδολος αντιλήφθηκε αμέσως όλα τα πλεονεκτήματα που θα είχε η Βενετία από την πρόταση του Φίλιππου. Ο δόγης, που ήθελε να παίξει τον κύριο ρόλο στην εκστρατεία εναντίον της Κωνσταντινούπολης, καθώς και στην αποκατάσταση του Ισαάκιου στο θρόνο του Βυζαντίου, έβλεπε να ανοίγονται μπροστά του νέοι ορίζοντες. Για ένα διάστημα οι Σταυροφόροι δεν ενέκριναν την αλλαγή και απαιτούσαν να μη ξεφύγει η Σταυροφορία από το βασικό της σκοπό. Τελικά και οι δυο πλευρές συμφώνησαν. Μια συμφωνία μεταξύ του Αλέξιου και των Σταυροφόρων υπογράφηκε το 1203.&lt;br /&gt;Οι πιο πολλοί από τους Σταυροφόρους αποφάσισαν να συμμετάσχουν στην εκστρατεία κατά της Κωνσταντινούπολης, με τον όρο όμως ότι, μετά από μια σύντομη παραμονή εκεί, θα κατευθύνονταν στην Αίγυπτο, όπως είχε αρχικά σχεδιαστεί. Έτσι έγινε στη Ζάρα ένα είδος συνθήκης μεταξύ της Βενετίας και των Σταυροφόρων, για την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Ο ίδιος ο Αλέξιος ήρθε στο στρατόπεδο της Ζάρας και τον Μάιο του 1203 ο στόλος της Βενετίας, με τον Δάνδολο, τον Βονιφάτιο Μομφερατικό και τον Αλέξιο, απέπλευσε από τη Ζάρα και μετά από ένα μήνα έκανε την εμφάνισή του στην Κωνσταντινούπολη.&lt;br /&gt;Ένα ρωσικό χρονικό του Novgorod, στο οποίο υπάρχει μια λεπτομερής περιγραφή της Δ' Σταυροφορίας, της πτώσης της Κωνσταντινούπολης και της δημιουργίας της Λατινικής αυτοκρατορίας, παρατηρεί ότι «&lt;em&gt;οι Φράγκοι και όλοι οι αρχηγοί τους αγάπησαν το χρυσάφι και τον άργυρο που τους υποσχέθηκε ο γιος του Ισαάκιου και ξέχασαν τις εντολές του αυτοκράτορα και του Πάπα&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Έτσι, η ρωσική άποψη τάσσεται κατά της απομάκρυνσης των Σταυροφόρων από τα βασικά τους σχέδια. Ο πιο σύγχρονος ερευνητής της περιγραφής του Novgorod, Bizilli, τη θεωρεί πολύ σπουδαία και τονίζει ότι παρουσίαζε μια ειδική θεωρία που ενώ εξηγεί τη Σταυροφορία κατά του Βυζαντίου, δεν αναφέρεται από καμιά δυτικοευρωπαϊκή πηγή. Η θεωρία αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι «&lt;em&gt;η Σταυροφορία αποφασίστηκε, από κοινού, από τον Πάπα και τον Φίλιππο το Σουηβό&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Πολλοί ιστορικοί έχουν δώσει μεγάλη προσοχή στο ζήτημα της Δ' Σταυροφορίας, και το βασικό ενδιαφέρον στρέφεται στις αιτίες της αλλαγής της κατεύθυνσης των Σταυροφόρων. Ένα τμήμα των επιστημόνων εξηγεί την τελείως ασυνήθιστη εξέλιξη της Σταυροφορίας με βάση τυχαία γεγονότα και αποτελείται από τους οπαδούς της θεωρίας των τυχαίων περιστατικών. Μια αντίθετη ομάδα επιστημόνων θεωρεί ως αιτία της αλλαγής του προγράμματος της Σταυροφορίας την προμελετημένη πολιτική της Βενετίας και της Γερμανίας και αποτελείται από τους οπαδούς της «&lt;em&gt;θεωρίας της προμελέτης&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Μέχρι το 1860 περίπου, δεν είχε παρουσιαστεί καμιά σχετική με το πρόβλημα αυτό διαφωνία, επειδή όλοι οι ιστορικοί εξαρτιόνταν από την κύρια δυτική πηγή (σχετικά με τη Δ' Σταυροφορία), δηλαδή τον Γάλλο ιστορικό Γοδεφρείδο Βιλεαρδουίνο, που είχε συμμετάσχει στη Σταυροφορία. Κατά τη γνώμη του ιστορικού αυτού τα γεγονότα της Σταυροφορίας εξελίχθηκαν απλά τυχαία: Μη έχοντας πλοία, οι Σταυροφόροι αναγκάστηκαν να ζητήσουν τη βοήθεια των Ενετών και γι’ αυτό μαζεύτηκαν στη Βενετία. Στη συνέχεια, μη μπορώντας να πληρώσουν το σχετικό με τα πλοία ενοίκιο στη Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου αναγκάστηκαν να υποστηρίξουν τη Βενετία στον αγώνα της κατά της Ζάρας. Μετά έφτασε ο Αλέξιος που έστρεψε τους Σταυροφόρους κατά του Βυζαντίου. Έτσι δεν τίθεται ζήτημα προδοσίας της Βενετίας ή οιασδήποτε πολύπλοκης πολιτικής ραδιουργίας.&lt;br /&gt;Το 1861, για πρώτη φορά, ένας Γάλλος επιστήμονας, ο Maslatrie, συγγραφέας της πολύ γνωστής ιστορίας της Κύπρου, κατηγόρησε τη Βενετία, που είχε σπουδαία εμπορικά συμφέροντα στην Αίγυπτο, ότι έκανε μυστική συνθήκη με τον Σουλτάνο της Αιγύπτου και ότι με δεξιοτεχνία εξανάγκασε τους Σταυροφόρους να εγκαταλείψουν το βασικό τους σχέδιο της εκστρατείας κατά της Αιγύπτου και να κατευθυνθούν εναντίον του Βυζαντίου. Κατόπιν, ο Γερμανός ιστορικός Karl Hopf φαινόταν ότι απέδειξε οριστικά την προδοσία, από τους Ενετούς, της υπόθεσης των Χριστιανών, δηλώνοντας ότι η συνθήκη μεταξύ Βενετίας και Αιγύπτου έγινε στις 13 Μαΐου του 1202. Αν και ο Hopf δεν δίνει κανένα κείμενο της συνθήκης και ούτε καν αναφέρει πού υπάρχει το κείμενο αυτό, η επιβολή του Γερμανού επιστήμονα ήταν τόσο μεγάλη ώστε πολλοί επιστήμονες υιοθέτησαν την άποψή του χωρίς καμιά αμφιβολία. Γρήγορα όμως αποδείχθηκε ότι ο Hopf δεν είχε νέα στοιχεία στα χέρια του και ότι η ημερομηνία που ανέφερε ήταν τελείως αυθαίρετη. Ο Γάλλος επιστήμονας Hanotaux, που ερεύνησε λίγο αργότερα το πρόβλημα, ανασκεύασε τη θεωρία της προδοσίας των Ενετών και, συνεπώς, τη «&lt;em&gt;θεωρία της προμελέτης&lt;/em&gt;». Γνώριζε όμως ότι, αν οι Ενετοί ήταν η κύρια αιτία της αλλαγής της κατεύθυνσης της Δ' Σταυροφορίας, ασφαλώς θα είχαν ορισμένους λόγους που τους οδήγησαν στην πράξη αυτή. Τέτοιοι λόγοι ήταν η επιθυμία να υποτάξουν τη Ζάρα που είχε επαναστατήσει, η θέλησή τους να αποκαταστήσουν στο θρόνο του Βυζαντίου τον υποψήφιό τους, η διάθεση να εκδικηθούν την αυτοκρατορία για τις συμπάθειες που είχε ο Αλέξιος Γ' προς την Πίζα και πιθανόν η ελπίδα ότι θα είχαν ορισμένα οφέλη σε περίπτωση που διαλυόταν η αυτοκρατορία. Η θεωρία του Hopf τώρα θεωρείται ότι ανασκευάστηκε. Αν οι Ενετοί είναι δυνατόν να κατηγορηθούν για προδοσία, έγιναν προδότες όχι λόγω μιας μυστικής συνθήκης τους με τους Μουσουλμάνους, αλλά αποκλειστικά χάρη στο ότι είχαν υπόψη τους τα εμπορικά τους συμφέροντα σε σχέση με το Βυζάντιο.&lt;br /&gt;Οι οπαδοί όμως της θεωρίας της «προμελέτης» δε περιορίστηκαν στην προσπάθεια να αποδείξουν το γεγονός της προδοσίας της Βενετίας. Το 1875 μια νέα άποψη παρουσιάστηκε από ένα Γάλλο επιστήμονα, τον Count de Riant, που προσπάθησε να αποδείξει ότι ο κύριος συντελεστής της μεταβολής της κατεύθυνσης της Δ' Σταυροφορίας δεν ήταν ο Δάνδολος, αλλά ο βασιλιάς της Γερμανίας και γαμπρός του έκπτωτου Ισαάκιου Αγγέλου, Φίλιππος Σουηβός. Στη Γερμανία είχε γίνει, με πολύ ικανότητα μια πολιτική πλεκτάνη, που απέβλεπε στο να κατευθυνθούν οι Σταυροφόροι κατά της Κωνσταντινούπολης. Ο Βονιφάτιος Μομφερατικός εκπλήρωσε στην Ανατολή, τα σχέδια του Φιλίππου. Στην αρχή της κατεύθυνση της Σταυροφορίας ο Riant βλέπει ένα από τα επεισόδια του μεγάλου αγώνα, που υπήρχε μεταξύ του παπισμού και της αυτοκρατορίας. &lt;br /&gt;Αποκτώντας ηγετικό ρόλο στη Σταυροφορία ο Φίλιππος ταπείνωσε τον Πάπα, ενώ δεχόμενος τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου ως σύμμαχο μπορούσε να ελπίζει σε μια επιτυχή έκβαση του αγώνα του εναντίον του Πάπα και του Όθωνα. Η θεωρία όμως του Riant κλονίστηκε όταν, μετά από έρευνες του Vasilievsky, αποδείχθηκε ότι η φυγή του Αλέξιου στη Δύση έλαβε χώρα όχι το 1201, όπως πίστευαν όλοι οι ιστορικοί, αλλά το 1202 και ότι συνεπώς ο Φίλιππος δεν είχε τον διαθέσιμο καιρό για πολύπλοκα πολιτικά σχέδια, που η σύλληψή τους απαιτούσε πολύ χρόνο. «&lt;em&gt;Έτσι η γερμανική ραδιουργία αποδεικνύεται εξίσου με τη βενετική, απατηλή&lt;/em&gt;». Η ακριβής έρευνα του Γάλλου Tessier, που έγινε με βάση τη μελέτη των συγχρόνων των Σταυροφοριών, ανασκεύασε τη θεωρία του ρόλου που έπαιξε ο Γερμανός βασιλιάς και επέστρεψε στην αναγνώριση της μεγάλης σημασίας της περιγραφής του Βιλεαρδουίνου, επέστρεψε δηλαδή στην άποψη που επικρατούσε πριν το 1860 και που δέχεται τη θεωρία των συμπτώσεων. Ο Tessier λέει ότι η Δ' Σταυροφορία υπήρξε μια γαλλική Σταυροφορία και ότι η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης δεν υπήρξε έργο των Γερμανών ή των Ενετών, αλλά των Γάλλων. Από τη θεωρία του Riant απομένει μόνο το γεγονός ότι ο Φίλιππος ο Σουηβός συνέβαλε στην αλλαγή της κατεύθυνσης της Σταυροφορίας και ότι, όπως ο Ερρίκος ΣΤ', είχε βλέψεις στην Ανατολική αυτοκρατορία. Οι σχετικές όμως πηγές δεν δικαιολογούν την ύπαρξη ενός ηγετικού και σταθερού σχεδίου του Φιλίππου, με βάση το οποίο μπορούσε να κριθεί η τύχη της όλης Σταυροφορίας.&lt;br /&gt;Στα τέλη του 19ου αιώνα, ένας Γερμανός ιστορικός, ο Norden, ανασκευάζοντας οριστικά τη θεωρία της προμελέτης και δεχόμενος τη θεωρία των συμπτώσεων θέλησε να την ερευνήσει πιο καλά, συζήτησε το πρόβλημα της Δ' Σταυροφορίας με βάση τις πολιτικές, οικονομικές και θρησκευτικές σχέσεις Ανατολής και Δύσης και προσπάθησε να διευκρινίσει την εσωτερική σχέση που υπήρχε μεταξύ της Δ' Σταυροφορίας και της ιστορίας των προηγούμενων 150 ετών.&lt;br /&gt;Σε γενικές γραμμές τα πράγματα έχουν ως εξής: Στην πολύπλοκη ιστορία της Δ' Σταυροφορίας ενήργησαν διάφορες δυνάμεις: ο Πάπας, η Βενετία και ο Γερμανός βασιλιάς, καθώς και δυνάμεις που προέρχονταν από τις εσωτερικές και εξωτερικές συνθήκες του Βυζαντίου. Η ανάμιξη αυτών των δυνάμεων δημιούργησε ένα τρομερά πολύπλοκο φαινόμενο που δεν έχει τελείως ξεκαθαριστεί (σε μερικές του λεπτομέρειες) ακόμα και σήμερα. «&lt;em&gt;Το ζήτημα αυτό&lt;/em&gt;», λέει ο Γάλλος ιστορικός Luchaire, «&lt;em&gt;δε θα ξεκαθαριστεί ποτέ και η επιστήμη δεν έχει κάτι καλύτερο να κάνει από τη ατέλειωτη συζήτηση ενός άλυτου προβλήματος&lt;/em&gt;». Ο Grégoire έφτασε μέχρι του σημείου να δηλώσει ότι «&lt;em&gt;στην πραγματικότητα δεν υπάρχει πρόβλημα της Δ' Σταυροφορίας&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Ανάμεσα όμως απ’ όλα τα σχέδια, τις ελπίδες και τις περιπλοκές απομένει φανερό το γεγονός ότι πάνω απ’ όλα επικρατούσε η έντονη θέληση του Δάνδολου, καθώς και η σταθερή του απόφαση να αναπτύξει την εμπορική δράση της Βενετίας, η οποία θα αποκτούσε απεριόριστο πλούτο και λαμπρό μέλλον, αν είχε στη διάθεσή της τις αγορές της Ανατολής. Επιπλέον, ο Δάνδολος είχε πολύ ανησυχήσει από την οικονομική ανάπτυξη της Γένοβας, η οποία την εποχή αυτή είχε αρχίσει να κερδίζει πολύ έδαφος στην Εγγύς Ανατολή, γενικά, και στην Κωνσταντινούπολη, ειδικά. Ο εμπορικός συναγωνισμός της Βενετίας προς τη Γένοβα πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη, όταν αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα της Δ' Σταυροφορίας. Τελικά το απλήρωτο χρέος που όφειλε το Βυζάντιο στη Βενετία, έναντι της περιουσίας που είχε κατάσχει ο Μανουήλ Κομνηνός από τους Ενετούς, έχει κάποια σχέση με την παρέκκλιση της Δ' Σταυροφορίας.&lt;br /&gt;Στα τέλη του Ιουνίου του 1203, στόλος των Σταυροφόρων παρουσιάστηκε στην Κωνσταντινούπολη, που την εποχή αυτή υπενθύμιζε στη Δυτική Ευρώπη, όπως λέει ο Νικήτας Χωνιάτης, «&lt;em&gt;τη Σύβαρη,&lt;/em&gt; [2]&lt;em&gt; που ήταν πολύ γνωστή για τη θηλυπρέπειά της&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Ο Γάλλος συγγραφέας Βιλεαρδουίνος (που συμμετείχε στη Σταυροφορία) περιγράφει τη βαθειά εντύπωση που έκανε στους Σταυροφόρους η θέα της πρωτεύουσας του Βυζαντίου:&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Μπορείτε να φανταστείτε&lt;/em&gt;», γράφει ο Γάλλος ιστορικός, «&lt;em&gt;ότι αυτοί που δεν είχαν δει ποτέ την Κωνσταντινούπολη την κοίταζαν με μεγάλο θαυμασμό, επειδή δεν είχαν ποτέ φανταστεί ότι ήταν δυνατόν να υπάρχει σε όλο τον κόσμο μια τόσο πλούσια πόλη, με ψηλά τείχη και μεγαλοπρεπείς πύργους ολόγυρά της, με πλούσια παλάτια και επιβλητικές εκκλησιές, που ο αριθμός τους θα ήταν απίστευτος για όσους δεν τις έβλεπαν με τα ίδια τους τα μάτια και γενικά με μια τέτοια έκταση σαν κι αυτήν, που είχε η Κωνσταντινούπολη, που βασιλεύει πάνω απ’ όλες τις πόλεις&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Φαινόταν πιθανόν ότι η οχυρωμένη πρωτεύουσα θα μπορούσε να αντισταθεί με επιτυχία στους Σταυροφόρους, που ο αριθμός τους δεν ήταν μεγάλος. Αυτοί όμως, έχοντας αποβιβαστεί στην ευρωπαϊκή ακτή, κατέλαβαν τον Γαλατά, έσπασαν την αλυσίδα που έκλεινε τον Κεράτιο κόλπο και, αφού εισχώρησαν σ’ αυτόν, έκαψαν τα πλοία που βρίσκονταν εκεί. Συγχρόνως, οι ιππότες επιτέθηκαν κατά της πόλης, που, παρά την απελπιστική αντίσταση των μισθοφόρων Βαράγγων, καταλήφθηκε τον Ιούλιο από τους Σταυροφόρους. Ο Αλέξιος Γ', μη διαθέτοντας ούτε θέληση ούτε δύναμη, εγκατέλειψε την πρωτεύουσα και διέφυγε παίρνοντας μαζί του το δημόσιο θησαυροφυλάκιο. Ο Ισαάκιος Β' αποφυλακίστηκε κι επανήλθε στο θρόνο, ενώ ο γιος του Αλέξιος, που είχε έρθει με τους Σταυροφόρους, ανακηρύχθηκε συν-αυτοκράτορας (Αλέξιος Δ'). Αυτή η πρώτη πολιορκία και κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους έγινε με σκοπό την αποκατάσταση του Ισαάκιου Β' στο θρόνο.&lt;br /&gt;Αφού αποκατέστησαν τον Ισαάκιο στο θρόνο, οι Σταυροφόροι, με αρχηγό τον Δάνδολο, ζήτησαν από τον γιο του αυτοκράτορα την εκπλήρωση των υποσχέσεων που είχε δώσει, δηλαδή την πληρωμή ενός μεγάλου χρηματικού ποσού και τη συμμετοχή του στη Σταυροφορία. Ο Αλέξιος Δ' προέτρεπε τους Σταυροφόρους να μη μείνουν στην Κωνσταντινούπολη, αλλά να στρατοπεδεύσουν έξω από αυτήν και μη μπορώντας να πληρώσει όλα τα χρήματα ζητούσε αναβολή της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του, με αποτέλεσμα να ενταθούν οι σχέσεις μεταξύ Βυζαντινών και Λατίνων. Στο μεταξύ, στην πρωτεύουσα, ο πληθυσμός της οποίας ήταν δυσαρεστημένος με τους αυτοκράτορες που βαρύνονταν με την κατηγορία ότι πρόδωσαν την πόλη στους Σταυροφόρους, ξέσπασε μια επανάσταση και στις αρχές του 1204, ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας ο &lt;strong&gt;Αλέξιος Δούκας Μούρτζουφλος&lt;/strong&gt;, ενώ ο Ισαάκιος Β' και ο Αλέξιος εκθρονίστηκαν. Ο Ισαάκιος πέθανε πολύ γρήγορα στη φυλακή και ο Αλέξιος Δ' δολοφονήθηκε, ύστερα από διαταγή του Μούρτζουφλου.&lt;br /&gt;Ο Μούρτζουφλος, γνωστός ως Αλέξιος Ε', ήταν οπαδός του Εθνικού κόμματος, που είχε εχθρική στάση απέναντι τους Σταυροφόρους. Οι Σταυροφόροι δεν είχαν καμιά σχέση μαζί του και μετά το θάνατο του Ισαάκιου και του Αλέξιου θεώρησαν τους εαυτούς τους ελεύθερους από την υποχρέωση που είχαν αναλάβει απέναντι στο Βυζάντιο. Η συμπλοκή Βυζαντινών και Σταυροφόρων γινόταν αναπόφευκτη και οι δεύτεροι άρχισαν να σχεδιάζουν για λογαριασμό τους την κατάκτηση της πόλης. Το Μάρτιο του 1204, έγινε μεταξύ Βενετίας και Σταυροφόρων μια συνθήκη σχετική με τη διαίρεση της αυτοκρατορίας, μετά την κατάκτησή της, της οποίας τα πρώτα λόγια είναι πολύ εντυπωσιακά: «&lt;em&gt;Εν ονόματι του Χριστού&lt;/em&gt;», αρχίζει, «&lt;em&gt;πρέπει να καταλάβουμε δια των όπλων την πόλη&lt;/em&gt;». Τα κύρια σημεία της συνθήκης ήταν τα εξής: Στην πόλη θα εγκαθίστατο κυβέρνηση Λατίνων, οι σύμμαχοι θα συμμετείχαν στην κατανομή των λαφύρων. Μια επιτροπή από 6 Ενετούς και 6 Γάλλους θα εξέλεγε ως αυτοκράτορα αυτόν που κατά τη γνώμη τους θα κυβερνούσε καλύτερα τη χώρα «&lt;em&gt;προς δόξα Θεού, της Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας και της αυτοκρατορίας&lt;/em&gt;». Ο αυτοκράτορας θα είχε στη διάθεσή του το 1/4 της πρωτεύουσας και της περιοχής έξω από αυτήν, καθώς και δύο ανάκτορα μες στην πόλη, ενώ τα άλλα 3/4 της κατεχόμενης περιοχής θα δίνονταν το μισό στη Βενετία και το υπόλοιπο στους άλλους Σταυροφόρους. Η Αγία Σοφία και το δικαίωμα εκλογής Πατριάρχη θα ανήκαν στην πλευρά εκείνη από την οποία θα προερχόταν ο αυτοκράτορας και όλοι οι Σταυροφόροι που θα αποκτούσαν μικρές ή μεγάλες κτήσεις (πλην του Δάνδολου) έπρεπε να ορκιστούν πίστη στον αυτοκράτορα. Αυτές ήταν οι βάσεις πάνω στις οποίες επρόκειτο να ιδρυθεί η Λατινική αυτοκρατορία του μέλλοντος.&lt;br /&gt;Αφού οι Σταυροφόροι δέχτηκαν τους όρους αυτούς, άρχισαν να επιδίδονται στην προσπάθειά τους να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, κτυπώντας την από την ξηρά και τη θάλασσα. Για μερικές μέρες η πόλη αντιστάθηκε επίμονα, αλλά τελικά έφτασε η μοιραία μέρα της 13ης Απριλίου του 1204, όταν οι Σταυροφόροι πέτυχαν να καταλάβουν την πρωτεύουσα. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Ε' Μούρτζουφλος, φοβούμενος μήπως συλληφθεί και πέσει «&lt;em&gt;στα δόντια των Λατίνων σαν μεζές ή επιδόρπιο&lt;/em&gt;», διέφυγε, ενώ η πόλη έπεσε στα χέρια των Σταυροφόρων. Η πρωτεύουσα του Βυζαντίου «&lt;em&gt;έπεσε αφού υπέστη την επίθεση αυτής της εγκληματικής και πειρατικής εκστρατείας, που λέγεται Δ' Σταυροφορία&lt;/em&gt;» (Baynes).&lt;br /&gt;Περιγράφοντας τα γεγονότα της εποχής αυτής ο Νικήτας Χωνιάτης, γράφει: «&lt;em&gt;Ποια πρέπει να είναι η κατάσταση του πνεύματος εκείνου που θα διηγηθεί τις συμφορές που υπέστη η βασίλισσα των πόλεων&lt;/em&gt; (Κωνσταντινούπολη) &lt;em&gt;κατά τη διάρκεια της βασιλείας των επίγειων αγγέλων &lt;/em&gt;(Άγγελοι)!»&lt;br /&gt;Μετά την κατάληψη της πόλης, επί τρεις μέρες, οι Λατίνοι απειλούσαν την πρωτεύουσα με τη σκληρότητά τους, λεηλατώντας κάθε τι που είχε συγκεντρωθεί, μέσα από τους αιώνες, στην Κωνσταντινούπολη. Τίποτα δεν έγινε σεβαστό, ούτε οι εκκλησίες, ούτε τα λείψανα, ούτε τα μνημεία τέχνης, ούτε η ατομική ιδιοκτησία. Οι ιππότες της Δύσης και οι στρατιώτες τους καθώς και οι Λατίνοι μοναχοί και ηγούμενοι, έλαβαν και αυτοί μέρος στη λεηλασία.&lt;br /&gt;Ο Νικήτας Χωνιάτης, αυτόπτης μάρτυρας της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης, δίνει μια εντυπωσιακή εικόνα της λεηλασίας, της βίας, της ιεροσυλίας και της ερήμωσης που επέφεραν οι Σταυροφόροι στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Και οι Μουσουλμάνοι ακόμα υπήρξαν πιο εύσπλαχνοι, απέναντι στους Χριστιανούς, μετά την κατάληψη της Ιερουσαλήμ, από αυτούς τους ανθρώπους που πίστευαν ότι ήταν στρατιώτες του Χριστού.&lt;br /&gt;Μια άλλη εντυπωσιακή περιγραφή της λεηλασίας της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους δόθηκε από έναν ακόμα αυτόπτη μάρτυρα, το Νικόλαο Μεσαρίτη, Μητροπολίτη της Εφέσου, κατά τον επικήδειο που εκφώνησε με την ευκαιρία του θανάτου του μεγαλύτερου αδελφού του.&lt;br /&gt;Στη διάρκεια των τριών ημερών της λεηλασίας της πόλης, εξαφανίστηκαν πολλά πολύτιμα μνημεία τέχνης, πολλές βιβλιοθήκες λαφυραγωγήθηκαν και πολλά χειρόγραφα καταστράφηκαν, ενώ η Αγία Σοφία λεηλατήθηκε ανελέητα.&lt;br /&gt;Ο Βιλεαρδουίνος παρατηρεί ότι «&lt;em&gt;από την εποχή της δημιουργίας του κόσμου, ποτέ σε καμιά πόλη δεν κατακτήθηκαν τόσα λάφυρα&lt;/em&gt;». Το ρωσικό χρονικό του Novgorod περιγράφει με ιδιαίτερες λεπτομέρειες τις σκηνές της λεηλασίας των εκκλησιών και των μοναστηριών. Η καταστροφή του 1204 αναφέρεται και στα ρωσικά χρονογραφήματα.&lt;br /&gt;Τα λάφυρα συγκεντρώθηκαν και διατέθηκαν στους Λατίνους λαϊκούς και κληρικούς. Μετά από αυτήν τη Σταυροφορία, όλη η Δυτική Ευρώπη πλουτίσθηκε με τους θησαυρούς της Κωνσταντινούπολης, ενώ πολλές από τις εκκλησίες των Δυτικών απέκτησαν τα «ιερά λείψανα» της Κωνσταντινούπολης. Το μεγαλύτερο μέρος των λειψάνων, που ήταν στα μοναστήρια της Γαλλίας, καταστράφηκαν στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Τα 4 ορειχάλκινα άλογα που αποτελούσαν ένα από τα καλύτερα στολίδια του Ιπποδρομίου της πρωτεύουσας, ο Δάνδολος τα μετάφερε στη Βενετία, όπου διακοσμούν σήμερα την εξώθυρα του καθεδρικού ναού του Αγίου Μάρκου.&lt;br /&gt;Ο Νικήτας Χωνιάτης, σ’ ένα εύγλωττο θρήνο του, περιγράφει και θρηνεί την καταστροφή της πόλης, μιμούμενος τους θρήνους του προφήτη Ιερεμία και των Ψαλμών. Ο θρήνος του Χωνιάτη αρχίζει ως εξής: «&lt;em&gt;Ω πόλη, πόλη πασών οφθαλμέ, άκουσμα παγκόσμιο, θέαμα υπερκόσμιο...&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Στο μεταξύ προέκυψε το δύσκολο για τους κατακτητές πρόβλημα της οργάνωσης της κατακτημένης περιοχής. Τελικά αποφασίστηκε η ίδρυση μιας αυτοκρατορίας όμοιας με αυτήν που προϋπήρχε και τέθηκε αμέσως το ζήτημα της εκλογής αυτοκράτορα. Ένας άνθρωπος φαινόταν προορισμένος να καταλάβει το θρόνο, ο αρχηγός της Σταυροφορίας Βονιφάτιος ο Μομφερατικός. Ο Δάνδολος όμως φαίνεται ότι απέκρουε την υποψηφιότητα του Βονιφάτιου, θεωρώντας τον πολύ ισχυρό και φοβούμενος το γεγονός ότι οι κτήσεις του ήταν πολύ κοντά στη Βενετία. Έτσι ο Βονιφάτιος παραμερίστηκε. Ο Δάνδολος βέβαια δεν μπορούσε, ως δόγης της Βενετίας, να γίνει αυτοκράτορας και γι’ αυτό εκλέχτηκε (με την επιρροή ασφαλώς του Δάνδολου) αυτοκράτορας ο &lt;strong&gt;Βαλδουίνος, κόμης της Φλάνδρας&lt;/strong&gt;, που απείχε περισσότερο από τη Βενετία, ενώ συγχρόνως ήταν λιγότερο δυναμικός από το Βονιφάτιο. Ο Βαλδουίνος, αφού εκλέχτηκε αυτοκράτορας, στέφθηκε με μεγάλη πομπή στην Αγία Σοφία.&lt;br /&gt;Όταν ανέβηκε στο θρόνο ο Βαλδουίνος ζούσαν ακόμα τρεις Έλληνες άρχοντες: οι αυτοκράτορες Αλέξιος Γ' Άγγελος και Αλέξιος Ε' Μούρτζουφλος και ο &lt;strong&gt;Θεόδωρος Λάσκαρης&lt;/strong&gt;, ο οποίος ήταν ακόμα τότε κύριος της Νίκαιας. Ο Βαλδουίνος πέτυχε να καταβάλει τους οπαδούς των δύο αυτοκρατόρων.&lt;br /&gt;Μετά την εκλογή του αυτοκράτορα προέκυψε το ζήτημα της διανομής της κατακτημένης περιοχής στους Σταυροφόρους. Η «διανομή της Ρωμανίας», όπως οι Λατίνοι και οι Βυζαντινοί συχνά ονομάζουν την Ανατολική αυτοκρατορία, έγινε με βάση τη συμφωνία του Μαρτίου του 1202.&lt;br /&gt;Η Κωνσταντινούπολη διαμοιράστηκε μεταξύ του Βαλδουίνου και του Δάνδολου, με αποτέλεσμα ο μεν Βαλδουίνος να λάβει τα 5/8 της πόλης, και ο δόγης τα υπόλοιπα 3/8 και την Αγία Σοφία. Εκτός από τα 5/8 της πρωτεύουσας, ο Βαλδουίνος έλαβε την περιοχή της Ν. Θράκης, τα τμήματα και από τις δυο ακτές της Προποντίδας, καθώς και μερικά από τα μεγαλύτερα νησιά του Αιγαίου Πελάγους, δηλαδή τη Λέσβο, τη Χίο, τη Σάμο και μερικά άλλα.&lt;br /&gt;Στον &lt;strong&gt;Βονιφάτιο Μομφερατικό&lt;/strong&gt; υποσχέθηκαν ως αποζημίωση για τη μη εκλογή του ως αυτοκράτορα, μερικές κτήσεις της Μικράς Ασίας, αλλά τελικά του δόθηκε η Θεσσαλονίκη με τη γύρω περιοχή της Μακεδονίας και της Β. Θεσσαλίας, που αποτέλεσαν το βασίλειο της Θεσσαλονίκης, το οποίο διατηρούσε ο Βονιφάτιος ως υποτελής του Βαλδουίνου.&lt;br /&gt;Η Βενετία κατά τη διανομή της Ρωμανίας, εξασφάλισε τη μερίδα του λέοντος. Η Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου έλαβε μερικά σημεία στις ακτές της Αδριατικής, όπως για παράδειγμα το Δυρράχιο, τα νησιά του Ιονίου, το μεγαλύτερο μέρος των νησιών του Αιγαίου, μερικά μέρη της Πελοποννήσου (Μεθώνη, Κορώνη), την Κρήτη, μερικά λιμάνια της Θράκης, καθώς και κάποια περιοχή στο εσωτερικό της Θράκης (Καλλίπολη, Ηράκλεια, Ροδεστό). Ο Δάνδολος απέκτησε τον βυζαντινό τίτλο του «Δεσπότη», απαλλάχθηκε από τις χρηματικές του υποχρεώσεις απέναντι στον αυτοκράτορα και ονομαζόταν «&lt;em&gt;κύριος του τέταρτου και μισού του κράτους της Ρωμανίας&lt;/em&gt;», δηλαδή των 3/8 (quartae partis et dimidiae totius imperii Romanie dominator). Ο τίτλος αυτός χρησιμοποιείτο από το δόγη της Βενετίας μέχρι τα μέσα του 14ου αιώνα. Με βάση τη συμφωνία, η Αγία Σοφία περιήλθε στα χέρια του κλήρου της Βενετίας κι ο Ενετός &lt;strong&gt;Θωμάς Μοροζίνης&lt;/strong&gt; έγινε Πατριάρχης και αρχηγός της Καθολικής Εκκλησίας της νέας αυτοκρατορίας. Ο Νικήτας Χωνιάτης, σταθερός οπαδός της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, παρουσιάζει στην ιστορία του μια πολύ δυσάρεστη εικόνα του Θωμά Μοροζίνη.&lt;br /&gt;Είναι φανερό ότι χάρη στις παραχωρήσεις που έγιναν στη Βενετία, η Λατινική αυτοκρατορία ήταν πολύ αδύνατη σε σύγκριση με τη δυναμική Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου, που η θέση της στην Ανατολή έγινε επιβλητική. Το καλύτερο μέρος των κτήσεων του Βυζαντίου περιήλθε στα χέρια της Βενετίας και τα καλύτερα λιμάνια, τα πιο σημαντικά στρατηγικά σημεία, πολλές εύφορες περιοχές, αλλά κι ο ναυτικός δρόμος που οδηγούσε από τη Βενετία στην Κωνσταντινούπολη, ήταν στην εξουσία της Δημοκρατίας. Η Δ' Σταυροφορία έδωσε στη Δημοκρατία της Βενετίας αναρίθμητα εμπορικά προνόμια ανορθώνοντάς την στο κατακόρυφο της πολιτικής και οικονομικής της δύναμης. Υπήρξε μια πλήρης νίκη της ικανής, με περίσκεψη ζυγισμένης και μέχρι εγωισμού πατριωτικής πολιτικής του Δάνδολου.&lt;br /&gt;Η Λατινική αυτοκρατορία ιδρύθηκε με βάση το φεουδαλικό σύστημα. Η κατακτημένη περιοχή διαιρέθηκε από τον αυτοκράτορα σ’ ένα μεγάλο αριθμό μεγάλων ή μικρών τιμαρίων, για την απόκτηση των οποίων προϋποτίθετο η από τη μεριά των ιπποτών της Δύσης παροχή όρκου υποτελείας στον Λατίνο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης.&lt;br /&gt;Ο βασιλιάς της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιος Μομφερατικός διέσχισε τη Θεσσαλία και κατέλαβε την Αθήνα. Τον Μεσαίωνα η Αθήνα ήταν μια μισοξεχασμένη επαρχιακή πόλη, όπου στην Ακρόπολη, στον αρχαίο Παρθενώνα, βρισκόταν ένας Ορθόδοξος καθεδρικός ναός, αφιερωμένος στην Παρθένο Μαρία. Την εποχή της κυριαρχίας των Λατίνων, στις αρχές του 13ου αιώνα, Αρχιεπίσκοπος στην Αθήνα (για περίπου 30 χρόνια) ήταν ο &lt;strong&gt;Μιχαήλ Ακομινάτος&lt;/strong&gt; (Χωνιάτης). Ο Μιχαήλ άφησε μια πλούσια φιλολογική κληρονομιά σε μορφή ομιλιών, ποιημάτων και επιστολών, που δίνουν καλές πληροφορίες σχετικές με την εσωτερική ιστορία της αυτοκρατορίας της εποχής των Κομνηνών και των Αγγέλων, καθώς και της κατάστασης της Αττικής και της Αθήνας του Μεσαίωνα. Οι επαρχίες αυτές παρουσιάζονται στα έργα του Μιχαήλ με πολύ σκοτεινά χρώματα, με βάρβαρο πληθυσμό (ίσως εν μέρει Σλαβικό) και με βάρβαρη γλώσσα. Η Αττική εμφανίζεται εγκαταλελειμμένη και κατοικούμενη από φτωχούς ανθρώπους. «&lt;em&gt;Έχοντας παραμείνει αρκετό διάστημα στην Αθήνα έγινα βάρβαρος&lt;/em&gt;», γράφει ο Μιχαήλ και παρομοιάζει την πόλη του Περικλή με τα Τάρταρα. Σαν υπερασπιστής της μεσαιωνικής Αθήνας, που για τον φτωχό της πληθυσμό είχε αφιερώσει πολύ χρόνο και εργασία, ο Μιχαήλ μη μπορώντας να αντισταθεί στο στρατό του Βονιφάτιου, εγκατέλειψε την έδρα του και πέρασε τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του μόνος σ’ ένα νησί, κοντά στις ακτές της Αττικής. Οι Λατίνοι κατέλαβαν την Αθήνα που, μαζί με τη Θήβα, δόθηκε από τον Βονιφάτιο στον Γάλλο de la Roche, που πήρε τον τίτλο του δούκα της Αθήνας και της Θήβας (dux Athenarum atque Thebarum). Ο Καθεδρικός ναός της Ακρόπολης περιήλθε στα χέρια των Λατίνων.&lt;br /&gt;Ενώ στην Κεντρική Ελλάδα ιδρυόταν το Δουκάτο της Αθήνας και της Θήβας, στη Νότια Ελλάδα, δηλαδή στην αρχαία Πελοπόννησο, που την εποχή εκείνη συχνά λεγόταν Μορέας, οι Γάλλοι σχημάτιζαν και οργάνωναν το Πριγκιπάτο της Αχαΐας. Το Πριγκιπάτο διατηρήθηκε μέχρι το τέλος του 14ου αιώνα, με πρωτεύουσα την Ανδραβίδα. Διαιρείτο σε 12 βαρονίες που διοικούνταν από τους βαρόνους, με επικεφαλής τον πρίγκιπα. Οι σπουδαιότερες βαρονίες ήταν η Πάτρα, η Καλαμάτα, η Καρύταινα.&lt;br /&gt;Ο &lt;strong&gt;Γοδεφρείδος Βιλεαρδουίνος&lt;/strong&gt;, ανεψιός του ιστορικού, βρισκόταν μακριά από τη Συρία όταν έμαθε την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους. Έσπευσε προς τα εκεί, αλλά λόγω του καιρού παρασύρθηκε στις νότιες ακτές της Πελοποννήσου, της οποίας κατέλαβε ένα τμήμα. Όταν όμως αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να συγκρατηθεί με τις δυνάμεις του, ζήτησε βοήθεια από τον βασιλιά της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιο, που τότε βρισκόταν στην Αττική. Ο Βονιφάτιος έδωσε το δικαίωμα της κατάκτησης του Μορέως σ’ έναν από τους ιππότες του, τον &lt;strong&gt;Γουλιέλμο Σαμπλίτ&lt;/strong&gt; (Champlitte), ο οποίος κατόρθωσε, μαζί με τον Βιλεαρδουίνο, μέσα σε δύο χρόνια, να κατακτήσει όλη τη χώρα. Έτσι στις αρχές του 13ου αιώνα, η Πελοπόννησος μεταβλήθηκε στο Γαλλικό Πριγκιπάτο της Αχαΐας, με αρχηγό τον πρίγκιπα Γουλιέλμο και με οργάνωση φεουδαλική. Μετά τον Γουλιέλμο (πέθανε το 1209) η εξουσία περιήλθε στον οίκο του Βιλεαρδουίνου. [3]&amp;nbsp;Την αυλή του πρίγκιπα της Αχαΐας την χαρακτήριζε η λαμπρότητα και «&lt;em&gt;φαινόταν καλύτερη από την αυλή οποιουδήποτε μεγάλου βασιλιά. Εκεί μιλούσαν τα γαλλικά τόσο καλά όσο και στο Παρίσι&lt;/em&gt;». Είκοσι χρόνια μετά τη δημιουργία των Λατινικών φεουδαλικών κρατών της Ανατολής, ο Πάπας &lt;strong&gt;Ονώριος Γ'&lt;/strong&gt;, απευθυνόμενος στον βασιλιά της Γαλλίας, μιλάει για τη δημιουργία στην Ανατολή «&lt;em&gt;ενός είδους νέας Γαλλίας&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Οι Φεουδάρχες της Πελοποννήσου έχτισαν οχυρωμένα κάστρα με πύργους και τείχη (Μονεμβασιά, Μάνη), με βάση δυτικά πρότυπα, από τα οποία το πιο γνωστό είναι ο &lt;strong&gt;Μιστράς&lt;/strong&gt;, που βρίσκεται στην αρχαία Λακωνία, κοντά στη Σπάρτη. Αυτό το επιβλητικό μεσαιωνικό κέντρο έγινε το δεύτερο μισό του 13ου αιώνα, πρωτεύουσα των «δεσποτάτων» της Πελοποννήσου, όταν οι Παλαιολόγοι ξαναπήραν τον Μιστρά, από τους Φράγκους. Ακόμα και σήμερα ο Μιστράς κάνει εντύπωση στους επιστήμονες και τους επισκέπτες με τα επιβλητικά μισο-κατεστραμμένα κτίρια του, σαν ένα από τα πιο σπάνια θεάματα της Ευρώπης και διατηρεί άθικτες, στις εκκλησίες του, τις πολύτιμες τοιχογραφίες του 14ου και 15ου αιώνα, που είναι εξαιρετικά σημαντικές για τη μελέτη της νεώτερης Βυζαντινής τέχνης. Στη δυτική πλευρά της Χερσονήσου υπήρχε το καλά οχυρωμένο κάστρο του Κλερμόν, που διατηρήθηκε σχεδόν άθικτο μέχρι την τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα, οπότε καταστράφηκε από τους Τούρκους. Ένας Έλληνας χρονογράφος, αναφερόμενος στο οχυρό αυτό, γράφει ότι αν οι Φράγκοι έχαναν τον Μορέα, η κατοχή από αυτούς του Κλερμόν θα ήταν αρκετή για την επανάκτηση όλης της Χερσονήσου. Οι Φράγκοι έκτισαν μερικά ακόμα οχυρά.&lt;br /&gt;Στην Πελοπόννησο οι Φράγκοι πέτυχαν να εγκατασταθούν σταθερά σε δύο από τις τρεις νότιες χερσονήσους. Στην κεντρική όμως χερσόνησο, παρά το ότι έχτισαν δύο καλά οχυρωμένα κάστρα ποτέ δεν υπερνίκησαν την επίμονη αντίσταση των Σλάβων που ζούσαν στα βουνά. Είναι πιθανόν, οι πιο πολλοί Έλληνες του Μορέως να είδαν στη διοίκηση των Φράγκων μια ευχάριστη απαλλαγή από την οικονομική καταπίεση της κυβέρνησης του Βυζαντίου.&lt;br /&gt;Στα νότια της Πελοποννήσου η Βενετία κατείχε δύο σπουδαία λιμάνια τη Μεθώνη και την Κορώνη, που αποτελούσαν εξαιρετικούς σταθμούς για τα πλοία της που κατευθύνονταν στην Ανατολή, καθώς και πολύ καλά σημεία ελέγχου του εμπορίου της Ανατολής μέσω θαλάσσης. Τα λιμάνια αυτά αποτελούσαν δύο «κύριους οφθαλμούς».&lt;br /&gt;Σχετικά με την εποχή της επικράτησης των Λατίνων στην Πελοπόννησο υπάρχουν πολλές ενδιαφέρουσες πληροφορίες, σε διάφορες πηγές, κυρίως στο χρονικό του Μορέως (14ος αιώνας), που διασώθηκε σε διάφορες μεταφράσεις, ελληνικά, γαλλικά, ιταλικά και ισπανικά. Έστω και αν, από την άποψη της ακριβούς έκθεσης των γεγονότων, το χρονικό του Μορέως δεν μπορεί να καταλάβει την κεντρική θέση ανάμεσα στις άλλες πηγές, παρόλα αυτά αποτελεί πλούσια πηγή πολύτιμου πληροφοριακού υλικού, που αναφέρεται στις εσωτερικές συνθήκες ζωής της επικράτησης των Φράγκων στην Πελοπόννησο, στη δημόσια και ιδιωτική ζωή, και τελικά στη γεωγραφία του Μορέως, αυτής της εποχής.&lt;br /&gt;Το χρονικό αξίζει να το προσέξουμε ιδιαίτερα σαν μια πηγή που δίνει εξαιρετικά πλούσιες πληροφορίες για την εσωτερική και πολιτιστική ιστορία αυτής της εποχής, όταν βυζαντινοί και δυτικοί φεουδαλικοί παράγοντες ενώθηκαν για να δημιουργήσουν εξαιρετικού ενδιαφέροντος συνθήκες ζωής.&lt;br /&gt;Μερικοί επιστήμονες υποθέτουν ότι ασφαλώς η διοίκηση των Φράγκων στον Μορέα και πιθανόν το ίδιο το χρονικό του Μορέως επηρέασαν τον Γκαίτε, ο οποίος στην 3η πράξη του δεύτερου μέρους της τραγωδίας του «Φάουστ» τοποθετεί τη σκηνή στην Ελλάδα (στη Σπάρτη) όπου εκτυλίσσεται η ερωτική ιστορία του Φάουστ και της Ελένης. Ο ίδιος ο Φάουστ παρουσιάζεται εκεί σαν πρίγκιπας της κατεχόμενης Πελοποννήσου, περικυκλωμένος από φεουδάρχες, ενώ ο χαρακτήρας της διοίκησής του μας υπενθυμίζει κάτι από τους Βιλεαρδουίνους, όπως αυτοί παρουσιάζονται στο χρονικό του Μορέως. Σε μια συζήτηση του Μεφιστοφελή και της Ελένης ο Schmitt πιστεύει ότι μπορούμε να διακρίνουμε, χωρίς αμφιβολία, την περιγραφή του Μιστρά.&lt;br /&gt;Μετά εμφανίζεται μια περιγραφή του κάστρου αυτού, που έχει τετράπλευρες στήλες, στύλους, αψίδες, μπαλκόνια, στοές, θυρεούς, κλπ., όπως κάθε μεσαιωνικό κάστρο. Όλο αυτό το μέρος της τραγωδίας φαίνεται ότι γράφτηκε υπό την επιρροή του χρονικού του Μορέως και συνεπώς ο «Φάουστ» περιέχει υλικό που προέρχεται από την κατάκτηση του Μορέως από τους Φράγκους.&lt;br /&gt;Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους και η δημιουργία της Λατινικής αυτοκρατορίας έφεραν τον Πάπα σε δύσκολη θέση. Ο Ιννοκέντιος Γ' ήταν αντίθετος στο να παρεκκλίνει η Σταυροφορία, αφορίζοντας μετά τη κατάληψη της Ζάρας, τους Σταυροφόρους και τους Ενετούς. Μετά όμως την πτώση της Κωνσταντινούπολης, βρέθηκε αντιμέτωπος με το τετελεσμένο πια γεγονός.&lt;br /&gt;Ο αυτοκράτορας Βαλδουίνος, που γράφοντας προς τον Πάπα αποκαλεί τον εαυτό του «&lt;em&gt;θεία χάριτι αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης και... Αύγουστο&lt;/em&gt;» καθώς και «&lt;em&gt;υποτελή του Πάπα&lt;/em&gt;» αναγγέλλει στον Ιννοκέντιο την κατάληψη της πρωτεύουσας του Βυζαντίου και την εκλογή του ως αυτοκράτορα. Απαντώντας ο Πάπας παραβλέπει τελείως την παλαιά του τακτική και συγχαίρει για το θαύμα που έγινε προς δόξα του ονόματος του Κυρίου, προς τιμή και για το καλό του αποστολικού θρόνου καθώς και για την πρόοδο των Χριστιανών. Ο Πάπας καλεί όλους τους κληρικούς, τους βασιλείς και το λαό να υποστηρίξουν την προσπάθεια του Βαλδουίνου εκφράζοντας την ελπίδα ότι με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης θα διευκολυνόταν η απόσπαση των Αγίων Τόπων από τα χέρια των απίστων. Τελικά ο Ιννοκέντιος προτρέπει τον Βαλδουίνο να είναι πιστό και υπάκουο τέκνο της Καθολικής Εκκλησίας. Σε ένα άλλο γράμμα ο Πάπας γράφει: «&lt;em&gt;Φυσικά, αν και είμαστε ευχαριστημένοι από το γεγονός ότι η Κωνσταντινούπολη επανήλθε στη μητέρα της, την Αγία Καθολική Εκκλησία, θα ήμασταν όμως ακόμα πιο ευχαριστημένοι αν η Ιερουσαλήμ είχε επανέλθει στην εξουσία των Χριστιανών&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Οι διαθέσεις όμως του Πάπα άλλαξαν όταν έμαθε με περισσότερες λεπτομέρειες όλη τη φρίκη της λεηλασίας της Κωνσταντινούπολης καθώς και το κείμενο της συνθήκης, σχετικά με τη διαίρεση της αυτοκρατορίας, που είχε έναν καθαρά «κοσμικό» χαρακτήρα με μια έκδηλη τάση περιορισμού της επέμβασης της Εκκλησίας. Ο Βαλδουίνος δε ζήτησε από τον Πάπα την επικύρωση του αυτοκρατορικού του τίτλου και τόσο αυτός όσο και ο Δάνδολος αποφάσισαν αυθαίρετα για την Αγία Σοφία, την εκλογή Πατριάρχη, την εκκλησιαστική περιουσία και άλλες εκκλησιαστικές υποθέσεις. Στη διάρκεια της λεηλασίας της Κωνσταντινούπολης πολλές εκκλησίες και μοναστήρια και πολλά εκκλησιαστικά κειμήλια βεβηλώθηκαν και όλα αυτά προκάλεσαν στον Πάπα ανησυχίες και δυσαρέσκειες κατά των Σταυροφόρων. Ο Ιννοκέντιος γράφοντας στον Μομφερατικό τονίζει τα εξής: «&lt;em&gt;Μη έχοντας ούτε το δικαίωμα ούτε την εξουσία επί των Ελλήνων φαίνεται ότι παρεκκλίνατε, χωρίς σύνεση, από τον όρκο σας, όταν αντί να βαδίσετε κατά των Σαρακηνών κατευθυνθήκατε εναντίον των Χριστιανών με σκοπό όχι την επανάκτηση της Ιερουσαλήμ, αλλά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, προτιμώντας δηλαδή τα γήινα αντί τα πνευματικά αγαθά. Ακόμα πιο σπουδαίο όμως είναι το γεγονός ότι μερικοί&lt;/em&gt; (από τους Σταυροφόρους) &lt;em&gt;δε σεβάστηκαν ούτε τη θρησκεία ούτε την ηλικία ούτε το φύλο...&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Έτσι η Λατινική αυτοκρατορία, με βάσεις φεουδαλικές, δε διέθετε ισχυρή πολιτική δύναμη, ενώ επιπλέον στα εκκλησιαστικά ζητήματα δεν μπορούσε να δημιουργήσει απολύτως ικανοποιητικές σχέσεις με τη Ρώμη.&lt;br /&gt;Ο σκοπός των ιπποτών της Δύσης και των εμπόρων δεν πέτυχε ολοκληρωτικά, επειδή δεν ελέγχονταν όλες οι περιοχές του Βυζαντίου από τους Λατίνους. Μετά το 1204 υπήρχαν 3 ανεξάρτητα κράτη: α) η &lt;strong&gt;αυτοκρατορία της Νίκαιας&lt;/strong&gt; υπό τη δυναστεία των Λασκαριδών (στη δυτική πλευρά της Μ. Ασίας, μεταξύ των λατινικών κτήσεων της Μ. Ασίας και των περιοχών του Σουλτάνου του Ικονίου) που κατείχε ένα μεγάλο τμήμα της ακτής του Αιγαίου αποτελώντας το μεγαλύτερο ανεξάρτητο ελληνικό κέντρο, καθώς και τον πιο επικίνδυνο αντίπαλο της Λατινικής αυτοκρατορίας, β) Το &lt;strong&gt;Δεσποτάτο της Ηπείρου&lt;/strong&gt; υπό τη δυναστεία των Κομνηνών, το οποίο ιδρύθηκε στη δυτική πλευρά των Βαλκανίων και γ) η &lt;strong&gt;αυτοκρατορία της Τραπεζούντας&lt;/strong&gt;, που ιδρύθηκε το 1204 στις ακτές της Μαύρης θάλασσας από τη δυναστεία των «Μεγάλων Κομνηνών».&lt;br /&gt;Εκτός από την έλλειψη πολικής ενότητας οι Λατίνοι αντιμετώπιζαν και την έλλειψη θρησκευτικής ενότητας, επειδή τα 3 αυτά ελληνικά κράτη παρέμεναν πιστά στο δόγμα και τις συνήθειες της Ελληνικής Ανατολικής Εκκλησίας και γι’ αυτό ο Πάπας τα θεωρούσε σχισματικά. Η Νίκαια δυσαρεστούσε ιδιαίτερα τον Πάπα, επειδή ο Επίσκοπος της πόλης αυτής αδιαφορώντας για την ύπαρξη του Πατριάρχη στην Κωνσταντινούπολη, ονομαζόταν Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης. Επιπλέον οι Έλληνες της Λατινικής αυτοκρατορίας, παρά την πολιτική τους υπαγωγή στους Λατίνους, δε δέχθηκαν τον Καθολικισμό. Η στρατιωτική κατοχή της χώρας δεν είχε ως αποτέλεσμα της εκκλησιαστική ενότητα.&lt;br /&gt;Τα αποτελέσματα της Δ' Σταυροφορίας υπήρξαν μοιραία τόσο για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία όσο και για το μέλλον των Σταυροφοριών. Η αυτοκρατορία δεν μπορούσε πια να αναλάβει από το κτύπημα που δέχτηκε το 1204, χάνοντας τη σημασία που είχε σαν διεθνής πολιτική δύναμη.&lt;br /&gt;Πολιτικά, η Ανατολική αυτοκρατορία έπαψε να υπάρχει σαν σύνολο. Στη θέση της ήρθαν μερικά φεουδαλικά δυτικά κράτη, ενώ η ίδια ποτέ πια, ούτε και μετά την αποκατάσταση της αυτοκρατορίας από τους Παλαιολόγους, δεν επανέκτησε την παλιά της λαμπρότητα και επιρροή.&lt;br /&gt;Όσον αφορά τη σημασία της Δ' Σταυροφορίας για το γενικό πρόβλημα της κίνησης των Σταυροφόρων, μπορεί να ειπωθεί ότι αποδείχθηκε καθαρά ότι η ιδέα της κίνησης είχε γίνει απολύτως «κοσμική», ενώ συγχρόνως διασπάστηκε το ενιαίο κίνητρο που αρχικά οδήγησε τους λαούς της Δύσης στην Ανατολή. Μετά το 1204, οι Δυτικοί δεν ήταν αναγκασμένοι απλά να κατευθύνουν τις δυνάμεις τους κατά των Μουσουλμάνων, στην Παλαιστίνη και την Αίγυπτο, αλλά έπρεπε να τις χρησιμοποιούν συγχρόνως σε μεγάλη έκταση, στις νέες τους κτήσεις, στην περιοχή της Ανατολικής αυτοκρατορίας, για τη σταθεροποίηση της δύναμής τους εκεί. Αποτέλεσμα, φυσικά, αυτού του γεγονότος υπήρξε η αναβολή του αγώνα κατά των Μουσουλμάνων στους Αγίους Τόπους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Υποσημειώσεις&lt;/strong&gt;: &lt;br /&gt;[1] &lt;span style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Για τη μεταφορά και διατροφή 13.000 ιππέων και 29.000 πεζών ζήτησαν&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;υπέρογκη &lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;χρηματική αμοιβή και τα μισά από τα λάφυρα. Από γενναιοδωρία δέχτηκαν τα 2/3&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt; από αυτά που ζήτησαν.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; &lt;br /&gt;[2] &lt;span style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Αρχαία ελληνική πόλη της Κάτω Ιταλίας, αποικία Αχαιών και Τροιζήνιων. Οι&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;κάτοικοι της πόλης αυτής επιδίδονταν στις απολαύσεις με τόση υπερβολή, ώστε&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;από αυτούς προήλθε ο όρος «συβαριτισμός». Η Σύβαρη καταλήφθηκε το 510&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;π.Χ. από τους Κροτωνιάτες και καταστράφηκε εντελώς.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; &lt;br /&gt;[3] &lt;span style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Ο γιος του Γοδεφρείδου Α' Βιλεαρδουίνου ήταν ο Γοδεφρείδος Β' (1218-&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;1246), ένας ειρηνικός ηγεμόνας. Ο αδελφός του όμως ο Γουλιέλμος&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Βιλεαρδουίνος (1246-1278) ήταν πολεμικός άρχοντας. Γεννήθηκε στην&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Καλαμάτα, μιλούσε ελληνικά, παντρεύτηκε την Άννα, κόρη του Μιχαήλ Β',&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Δεσπότη της Ηπείρου (το 1259).&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4628237057126184005-5480386461621252911?l=byzantin-history.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://byzantin-history.blogspot.com/feeds/5480386461621252911/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=4628237057126184005&amp;postID=5480386461621252911&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4628237057126184005/posts/default/5480386461621252911'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4628237057126184005/posts/default/5480386461621252911'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://byzantin-history.blogspot.com/2011/06/blog-post_21.html' title='Η Δ&apos; Σταυροφορία και το Βυζάντιο'/><author><name>Τ.ΠΑΣΧΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14270320127730862399</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='21' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_Lg1-sKZbjQs/SKs8rdsLQTI/AAAAAAAAAAY/mgo4tz2xrVs/S220/J0178444.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4628237057126184005.post-5353780284144837272</id><published>2011-06-15T10:19:00.001+03:00</published><updated>2011-06-15T10:20:55.943+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Η δυναστεία των Αγγέλων'/><title type='text'>Η δυναστεία των Αγγέλων</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;Η δυναστεία των Αγγέλων, που ανέβηκε στο θρόνο χάρη στην επανάσταση του 1185, προέρχεται από τον &lt;strong&gt;Κωνσταντίνο Άγγελο&lt;/strong&gt; (από τη Φιλαδέλφεια της Μικράς Ασίας), σύγχρονο του Αλέξιου Κομνηνού, που παντρεύτηκε κόρη του αυτοκράτορα Αλέξιου. Υπήρξε παππούς του &lt;strong&gt;Ισαάκιου Β' Άγγελου&lt;/strong&gt;, πρώτου αυτοκράτορα του Οίκου των Αγγέλων, ο οποίος συγγένευε συνεπώς με τους Κομνηνούς.&lt;br /&gt;Ένας από τους σκοπούς του Ανδρόνικου ήταν η εγκατάσταση μιας εθνικής κυβέρνησης. Στο σκοπό του όμως αυτόν απέτυχε και προς το τέλος της βασιλείας του άρχισε να κλίνει προς τη Δύση. Μετά το θάνατό του η ανάγκη για μια εθνική κυβέρνηση έγινε πιο αισθητή. Όπως λέει ο Ιταλός ιστορικός Cognasso, «&lt;em&gt;η επανάσταση της 12ης Σεπτεμβρίου του 1185 ήταν κυρίως εθνικιστικής και αριστοκρατικής μορφής με αποτέλεσμα να ευεργετηθεί από τα πλεονεκτήματά της μόνο η αριστοκρατία του Βυζαντίου&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Ο &lt;strong&gt;Ισαάκιος Β'&lt;/strong&gt; (1185-1195) που εκπροσωπούσε, όπως λέει ο Gelzer, «&lt;em&gt;την ενσάρκωση της κακής συνείδησης, η οποία καθόταν τώρα στον σάπιο θρόνο των Καισάρων&lt;/em&gt;», δεν είχε καμιά απολύτως διοικητική ικανότητα. Η μεγάλη πολυτέλεια και οι ανοησίες της αυλής, οι αυθαιρεσίες, οι ανυπόφορες βίαιες πράξεις και η έλλειψη ισχυρής θέλησης και συγκεκριμένου προγράμματος διοίκησης του κράτους και αντιμετώπισης των εξωτερικών του υποθέσεων, και κυρίως του κινδύνου που δημιουργούσε στη Βαλκανική χερσόνησο η εμφάνιση του δεύτερου βασιλείου της Βουλγαρίας και στη Μικρά Ασία η επιτυχής προώθηση των Τούρκων - όλα αυτά, δημιούργησαν στη χώρα ατμόσφαιρα δυσχέρειας και ταραχής. Κατά καιρούς ξεσπούσαν επαναστάσεις προς χάρη του ενός ή του άλλου διεκδικητή του θρόνου. Είναι όμως πιθανόν, η κύρια αιτία της γενικής δυσαρέσκειας να ήταν «&lt;em&gt;η κόπωση που αισθανόταν ο πληθυσμός καθώς ανεχόταν τα δύο κακά που τόσο καλά αντιλήφθηκε ο Ανδρόνικος: Το ακόρεστο του δημόσιου ταμείου και η αλαζονεία των πλούσιων&lt;/em&gt;». Τελικά το 1195 η συνομωσία που οργανώθηκε κατά του Ισαάκιου από τον αδελφό του Αλέξιο είχε σαν αποτέλεσμα την εκθρόνιση του αυτοκράτορα, με τη βοήθεια τμήματος της αριστοκρατίας και του στρατού. Ο νέος αυτοκράτορας είναι γνωστός ως &lt;strong&gt;Αλέξιος Γ' Άγγελος&lt;/strong&gt; (1196-1203) ή ως &lt;strong&gt;Άγγελος Κομνηνός&lt;/strong&gt;, και μερικές φορές αναφέρεται με το όνομα &lt;strong&gt;Βαμβακοράβδης&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;Οι ικανότητες και οι δυνατότητες του νέου αυτοκράτορα πολύ λίγο διέφεραν από αυτές του αδελφού του. Οι ίδιες ανόητες σπατάλες, η ίδια έλλειψη πολιτικών ικανοτήτων και ενδιαφέροντος για τη διοίκηση του κράτους και η ίδια στρατιωτική ανικανότητα οδήγησαν την αυτοκρατορία με μεγάλη ταχύτητα στο δρόμο της αποσύνθεσης και της ταπείνωσης. Με κάποια κακεντρεχή ειρωνεία, ο &lt;strong&gt;Νικήτας Χωνιάτης&lt;/strong&gt; παρατηρεί, καθώς αναφέρεται στον Αλέξιο Γ' ότι, «&lt;em&gt;οποιοδήποτε έγγραφο παρουσιαζόταν για υπογραφή υπογραφόταν αμέσως από τον αυτοκράτορα, χωρίς να τον ενδιαφέρει αν μέσα στο έγγραφο αυτό υπήρχε μια ανόητη συσσώρευση λέξεων ή αν επρόκειτο για ένα αίτημα σχετικό με την καλλιέργεια της θάλασσας ή τη μεταφορά των βουνών στη μέση της θάλασσας ή όπως φημολογείται, για την τοποθέτηση του Άθω πάνω στον Όλυμπο&lt;/em&gt;». Η συμπεριφορά του αυτοκράτορα βρήκε μιμητές ανάμεσα στους ευγενείς, οι οποίοι συναγωνίζονταν στα έξοδα και στην πολυτέλεια. Ταραχές [1] ξεσπούσαν τόσο στην Κωνσταντινούπολη όσο και στις επαρχίες και οι ξένοι που έμεναν στην πρωτεύουσα συχνά έβλεπαν στους δρόμους αιματηρές συμπλοκές. Οι εξωτερικές σχέσεις υπήρξαν επίσης ατυχείς.&lt;br /&gt;Στο μεταξύ, ο γιος του Ισαάκιου Β', ο νεαρός πρίγκιπας &lt;strong&gt;Αλέξιος&lt;/strong&gt;, πέτυχε να ξεφύγει στην Ιταλία και από εκεί να κατευθυνθεί στην αυλή του &lt;strong&gt;Φιλίππου του Σουηβού&lt;/strong&gt;, βασιλιά της Γερμανίας, που είχε παντρευτεί την αδελφή του Ειρήνη, κόρη του Ισαάκιου Άγγελου. Ήταν ακριβώς η εποχή των αρχών της Δ' Σταυροφορίας. Ο πρίγκιπας παρακάλεσε τον Πάπα και τον γαμπρό του βασιλιά της Γερμανίας να τον βοηθήσουν για να επανέλθει στο θρόνο ο τυφλός του πατέρας Ισαάκιος. Μετά από πολλές περιπλοκές, ο Αλέξιος πέτυχε να πείσει τους Σταυροφόρους να κατευθυνθούν στην Κωνσταντινούπολη και όχι στην Αίγυπτο. Το 1203 οι Σταυροφόροι κατέλαβαν την πρωτεύουσα του Βυζαντίου και, αφού εκθρόνισαν τον Αλέξιο Γ', επανέφεραν στην εξουσία τον ηλικιωμένο και τυφλό Ισαάκιο (1203-1204) και τοποθέτησαν τον γιο του Αλέξιο ως συν-αυτοκράτορα (&lt;strong&gt;Αλέξιος Δ'&lt;/strong&gt;). Οι Σταυροφόροι στρατοπέδευσαν κοντά στην Κωνσταντινούπολη, περιμένοντας την εκπλήρωση των όρων, υπό τους οποίους είχαν εκστρατεύσει.&lt;br /&gt;Ήταν όμως αδύνατο για τους αυτοκράτορες να εκπληρώσουν τους όρους αυτούς, και η πλήρης υπακοή στους Σταυροφόρους είχε σαν αποτέλεσμα μια στάση που οδήγησε στην ανακήρυξη ως αυτοκράτορα κάποιου &lt;strong&gt;Αλέξιου Ε' Δούκα Μουρτζουφλού&lt;/strong&gt; (1204), συγγενή των Αγγέλων, που είχε παντρευτεί μια κόρη του Αλέξιου Γ'. Ο Ισαάκιος Β' και ο Αλέξιος Δ' πέθαναν στη διάρκεια της επανάστασης. Οι Σταυροφόροι βλέποντας ότι έχαναν την υποστήριξη που είχαν από τους δύο αυτοκράτορες και αντιλαμβανόμενοι ότι ο Μουετζουφλός, που ηγείτο της αντι-λατινικής κίνησης, ήταν εχθρός τους, αποφάσισαν να καταλάβουν για λογαριασμό τους την Κωνσταντινούπολη. Ύστερα από μια επίθεση των Λατίνων και μια απελπιστική αντίσταση των κατοίκων της πρωτεύουσας, στις 13 Απριλίου του 1204, η Κωνσταντινούπολη περιήλθε στην εξουσία των ιπποτών της Δύσης και παραδόθηκε σε μια τρομερή λεηλασία. Ο αυτοκράτορας Μουρτζουφλός μπόρεσε να ξεφύγει, αλλά η Βυζαντινή αυτοκρατορία είχε πέσει. Στη θέση της σχηματίστηκε η Φεουδαλική Λατινική αυτοκρατορία, με την Κωνσταντινούπολη για πρωτεύουσα και μ’ αρκετά υποτελή κράτη σε διάφορες περιοχές της ανατολικής αυτοκρατορίας.&lt;br /&gt;Η δυναστεία των Αγγέλων (ελληνικής προέλευσης) δεν έδωσε στην αυτοκρατορία ούτε ένα ικανό αυτοκράτορα. Η δυναστεία αυτή απλώς επιτάχυνε την καταστροφή της αυτοκρατορίας, η οποία ήταν ήδη εξωτερικά μεν εξασθενισμένη και εσωτερικά διαιρεμένη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Τη χρονιά της επανάστασης του 1185, που εκθρόνισε τον Ανδρόνικο Α' κι ανέβασε τον Ισαάκιο Άγγελο στο θρόνο, η κατάσταση της αυτοκρατορίας ήταν πολύ επικίνδυνη. Μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης, ο στρατός των Νορμανδών βάδισε προς την Κωνσταντινούπολη, όπου είχε ήδη φτάσει ο εχθρικός στόλος. Μεθυσμένοι όμως από τις επιτυχίες τους οι Νορμανδοί άρχισαν να λεηλατούν τις περιοχές που είχαν καταλάβει και, χωρίς να υπολογίζουν τη δύναμη του στρατού των Βυζαντινών, ηττήθηκαν στο &lt;strong&gt;Δημητρίτσι Σερρών&lt;/strong&gt; από το στρατηγό &lt;strong&gt;Αλέξιο Βρανά&lt;/strong&gt; και αναγκάστηκαν να εκκενώσουν τη Θεσσαλονίκη και το Δυρράχιο. Η αποτυχία αυτή του στρατού των Νορμανδών, υποχρέωσε το στόλο τους να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη. Μια συνθήκη που έγινε μεταξύ του Ισαακίου Αγγέλου και του Γουλιέλμου Β', τερμάτισε το Νορμανδικό πόλεμο. Όσον αφορά τον κίνδυνο των Σελτζούκων στη Μικρά Ασία, ο Ισαάκιος Άγγελος πέτυχε την προσωρινή του μείωση, στέλνοντας πλούσια δώρα και πληρώνοντας ετήσιο φόρο στον Τούρκο Σουλτάνο.&lt;br /&gt;Για τον Ισαάκιο Άγγελο ακόμα και μια προσωρινή διακοπή των εχθροπραξιών κατά των Νορμανδών, ήταν πολύ ωφέλιμη, επειδή στα χρόνια της βασιλείας του έλαβαν χώρα στη Βαλκανική χερσόνησο πολύ σημαντικά για την αυτοκρατορία γεγονότα. Η Βουλγαρία, την οποία είχε κατακτήσει το 1018 ο Βασίλειος Β' Βουλγαροκτόνος, ύστερα από αρκετές ανεπιτυχείς προσπάθειες να αποκτήσει την ανεξαρτησία της, τελικά απέρριψε το ζυγό του Βυζαντίου και το 1186 δημιούργησε το γνωστό ως &lt;strong&gt;Β' Βουλγαρικό βασίλειο&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;Αρχηγοί της κίνησης αυτής ήταν οι δυο αδελφοί &lt;strong&gt;Πέτρος&lt;/strong&gt; και &lt;strong&gt;Ασάν&lt;/strong&gt;. Το ζήτημα της καταγωγής τους και της συμμετοχής των Βλάχων στην επανάσταση του 1186 έχει πολλές φορές συζητηθεί. Παλαιότερα οι ιστορικοί πίστευαν ότι οι δυο αδελφοί είχαν μεγαλώσει μεταξύ των Βλάχων και έμαθαν τη γλώσσα τους. «&lt;em&gt;Στα πρόσωπα αυτών των ηγετών&lt;/em&gt;», λέει ο Vasilievsky, «&lt;em&gt;είχε ενσαρκωθεί η συγχώνευση των δύο εθνικοτήτων σε μια ενότητα&lt;/em&gt; (των Βουλγάρων και των Βλάχων)&lt;em&gt;, η οποία είναι έκδηλος σε όλες τις περιγραφές του αγώνα για την ελευθερία, ενώ συγχρόνως τονίζεται από τους ιστορικούς&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Οι πιο σύγχρονοι Βούλγαροι ιστορικοί αποδίδουν την καταγωγή του Πέτρου και του Ασάν σε βουλγαρο-κομανικούς παράγοντες της Β. Βουλγαρίας, αρνούνται τη δυναμική συμβολή του βλαχο-ρουμανικού παράγοντα στην επανάσταση του 1186 και θεωρούν την ίδρυση του Β' Βουλγαρικού βασιλείου σαν ένα εθνικό κατόρθωμα των Βουλγάρων. Οι σύγχρονοι Ρουμάνοι ιστορικοί όμως υποστηρίζουν και πάλι σταθερά τη σημασία του ρόλου, τον οποίον έπαιξαν οι Βλάχοι στο σχηματισμό του Β' Βουλγαρικού βασιλείου και λένε ότι η δυναστεία του νέου βασιλείου ήταν Βλάχικης (δηλαδή ρουμάνικης) καταγωγής.&lt;br /&gt;Μερικά βουλγαρικά και ρουμάνικα εθνικιστικά στοιχεία έχουν αναμιχθεί στο ζήτημα αυτό και γι’ αυτό είναι απαραίτητο να επανεξεταστεί με κάθε δυνατή επιστημονική ακρίβεια κι αμεροληψία. Με βάση αξιόπιστα δεδομένα, το συμπέρασμα είναι ότι η απελευθερωτική κίνηση των 50 τελευταίων χρόνων του 12ου αιώνα στα Βαλκάνια προήλθε και υποστηρίχθηκε σταθερά από τους Βλάχους προγόνους των σημερινών Ρουμάνων, ενώ οι Βούλγαροι και, μέχρι ενός σημείου, οι Κομάνοι, απλά προσχώρησαν σ’ αυτήν. Η συμμετοχή των Βλάχων στο σπουδαίο αυτό γεγονός δεν μπορεί να παραγνωριστεί.&lt;br /&gt;Ο Νικήτας Χωνιάτης, που αποτελεί την καλύτερη ελληνική πληροφοριακή πηγή της εποχής αυτής, αναφέρει καθαρά ότι οι Βλάχοι άρχισαν την επανάσταση, ότι οι αρχηγοί τους Πέτρος και Ασάν ανήκαν στην ίδια φυλή, ότι η δεύτερη εκστρατεία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας την περίοδο αυτή κατευθυνόταν κατά των Βλάχων και ότι μετά το θάνατο του Πέτρου και του Ασάν η βασιλεία των Βλάχων διαβιβάστηκε στο νεότερο αδελφό τους &lt;strong&gt;Ιωάννη&lt;/strong&gt;. Όπου ο Νικήτας αναφέρει τους Βούλγαρους, δίνει το όνομά τους μαζί μ’ αυτό των Βλάχων: Βούλγαροι και Βλάχοι. Ο δυτικός κληρικός Ansbert, που συνόδευσε τον Φρειδερίκο Βαρβαρόσα στη Σταυροφορία του (1189-1190), αναφέρει ότι στα Βαλκάνια ο αυτοκράτορας ήταν αναγκασμένος να πολεμήσει κατά των Ελλήνων και των Βλάχων και ονομάζει τον Πέτρο «&lt;em&gt;αυτοκράτορα των Βλάχων και του μεγαλύτερου μέρους των Βουλγάρων&lt;/em&gt;» (Blacorum et maxime partis Bulgarorum dominus) ή «&lt;em&gt;αυτοκράτορα των Βλάχων και Κομάνων&lt;/em&gt;», ή απλά «&lt;em&gt;αυτοκράτορα των Βλάχων που ονομαζόταν από αυτούς αυτοκράτορας των Ελλήνων&lt;/em&gt;» (Kalopetrus Bachorum [Blachorum] dominus itemque a suis dictus Imperator Grecie). Τελικά ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ' στα γράμματά του προς τον Βούλγαρο βασιλιά Ιωάννη, το 1204, τον προσφωνεί «&lt;em&gt;Βασιλιά των Βουλγάρων και των Βλάχων&lt;/em&gt;» (Bulgarorum et Blachorum rex). Απαντώντας στον Πάπα ο Ιωάννης αποκαλεί τον εαυτό του «&lt;em&gt;Imperator omnium Bulgarorum et Blacorum&lt;/em&gt;», αλλά υπογράφει «&lt;em&gt;Imperator Bulgariae Galojoannes&lt;/em&gt;». Ο αρχιεπίσκοπος του Τύρναβου αποκαλεί τον εαυτό του «&lt;em&gt;totius Bulgariae et Blaciae primas&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Αν και οι Βλάχοι ανέλαβαν την κίνηση της απελευθέρωσης, οι Βούλγαροι αναμφίβολα έλαβαν μέρος σ’ αυτήν και πιθανώς συνέβαλαν πολύ στην εσωτερική οργάνωση του νέου βασιλείου. Οι Κομάνοι συμμετείχαν και αυτοί στην κίνηση. Το νέο βουλγαρικό βασίλειο, εθνολογικά, ήταν ένα βλαχο-βουλγαρο-κομανικό κράτος, του οποίου η δυναστεία (αν δεχθούμε τον ισχυρισμό του Νικήτα Χωνιάτη) ήταν βλάχικης καταγωγής.&lt;br /&gt;Αιτία της επανάστασης ήταν η δυσαρέσκεια που αισθάνονταν τόσο οι Βλάχοι όσο και οι Βούλγαροι κατά του Βυζαντίου, καθώς και η επιθυμία τους για ανεξαρτησία. Η εποχή φαινόταν ιδιαίτερα ευνοϊκή γι’ αυτούς, επειδή η αυτοκρατορία υφίστατο ακόμη τις συνέπειες των ανωμαλιών της εποχής του Ανδρόνικου και της επανάστασης του 1185 και δεν μπορούσε να λάβει επαρκή μέτρα για την καταστολή της επανάστασης. Ο Νικήτας Χωνιάτης αφελώς λέει ότι η επανάσταση προκλήθηκε από φόρο που επιβλήθηκε στη Βουλγαρία για τα έξοδα του γάμου του Ισαάκιου Άγγελου.&lt;br /&gt;Ο Πέτρος «&lt;em&gt;αυτός ο αποστάτης και κακός σκλάβος&lt;/em&gt;», όπως τον ονομάζει ο Μητροπολίτης Αθηνών Ακομινάτος και ο Ασάν αρχικά ηττήθηκαν από το στρατό του Βυζαντίου, αλλά κατόρθωσαν να πετύχουν τη βοήθεια των Κομάνων. Ο αγώνας έγινε πιο δύσκολος για την αυτοκρατορία και ο Πέτρος και ο Ασάν πέτυχαν ένα είδος συνθήκης (1188). [2] Ο Πέτρος είχε αποκτήσει τον τίτλο του Τσάρου ήδη από την αρχή της επανάστασης και είχε αρχίσει να φοράει τους αυτοκρατορικούς χιτώνες. Τώρα το νέο βουλγαρικό κράτος αναγνωρίστηκε ως πολιτικά ανεξάρτητο από το Βυζάντιο, με πρωτεύουσα το Τύρναβο, καθώς και με μια ανεξάρτητη εθνική εκκλησία. Το νέο βασίλειο ήταν γνωστό ως Βουλγαρικό Βασίλειο του Τύρναβου.&lt;br /&gt;Συγχρόνως με την επανάσταση των Βουλγάρων, προκλήθηκε μια παρόμοια κίνηση στην περιοχή της Σερβίας, όπου ο ιδρυτής της δυναστείας των Νεμάνια, &lt;strong&gt;Στέφανος Νεμάνια&lt;/strong&gt;,&amp;nbsp;που έθεσε τις βάσεις της ενότητας της Σερβίας, συμμάχησε με τον Πέτρο της Βουλγαρίας για έναν από κοινού αγώνα κατά της αυτοκρατορίας.&lt;br /&gt;Το 1189, ο &lt;strong&gt;Φρειδερίκος Βαρβαρόσας&lt;/strong&gt;, συμμετέχοντας στη Γ' Σταυροφορία, πέρασε από τη Βαλκανική χερσόνησο, με κατεύθυνση την Κωνσταντινούπολη. Οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι σκόπευαν να χρησιμοποιήσουν αυτή την ευνοϊκή ευκαιρία για να πετύχουν το σκοπό τους με τη βοήθεια του Φρειδερίκου. Κατά την παραμονή του στη Νίσσα, [3] ο Φρειδερίκος δέχθηκε απεσταλμένους των Σέρβων και τον ίδιο τον Στέφανο Νεμάνια, [4] ενώ συγχρόνως ήρθε σε συνεννόηση με τους Βούλγαρους. Οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι πρότειναν στον Φρειδερίκο μια συμμαχία κατά του αυτοκράτορα του Βυζαντίου, αλλά με τον όρο ο Φρειδερίκος να επιτρέψει στη Σερβία να προσαρτήσει τη Δαλματία και να κρατήσει τις περιοχές που είχαν αποσπαστεί από το Βυζάντιο (δηλαδή την Ερζεγοβίνη, το Μαυροβούνιο και την Παραδουνάβια Σερβία). Η δυναστεία των Ασάν θα κατείχε μόνιμα τη Βουλγαρία και θα δινόταν στον Πέτρο ο αυτοκρατορικός τίτλος.&lt;br /&gt;Ο Φρειδερίκος δεν έδωσε τελική απάντηση και συνέχισε την πορεία του. Σχετικά με το γεγονός αυτό, ένας ιστορικός του 19ου αιώνα, ο Vasilievsky, παρατηρεί ότι: «&lt;em&gt;Υπήρξε μια στιγμή κατά την οποία η λύση του σλαβικού προβλήματος στη Βαλκανική χερσόνησο βρισκόταν στα χέρια του αυτοκράτορα της Δύσης. Υπήρξε μια στιγμή κατά την οποία ο Βαρβαρόσας ήταν έτοιμος να δεχθεί τη βοήθεια των Σέρβων και Βουλγάρων ηγετών κατά του Βυζαντίου, πράγμα που θα κατέστρεφε τη Βυζαντινή αυτοκρατορία&lt;/em&gt;». Όμως, ο Ισαάκιος με τη συμφωνία της Αδριανούπολης, το 1190, απαλλάχθηκε από τους Σταυροφόρους.&lt;br /&gt;Αμέσως μετά την άφιξη των Σταυροφόρων στη Μικρά Ασία, ο στρατός του Βυζαντίου ηττήθηκε σοβαρά από τους Βούλγαρους. Ο ίδιος ο αυτοκράτορας μόλις ξέφυγε την αιχμαλωσία. Όπως αναφέρει ο Νικήτας Χωνιάτης «&lt;em&gt;οι πολυάριθμοι νεκροί έκαναν τις πόλεις να θρηνούν και τα χωριά να τραγουδούν λυπητερά τραγούδια&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Το 1195 ξέσπασε στο Βυζάντιο μια επανάσταση, που εκθρόνισε τον Ισαάκιο και ανέβασε στο θρόνο τον αδελφό του &lt;strong&gt;Αλέξιο Κομνηνό&lt;/strong&gt;. Πρώτα από όλα, ο Αλέξιος ήταν αναγκασμένος να σταθεροποιηθεί στο θρόνο, γι’ αυτό κι άρχισε συνεννοήσεις για ειρήνη με τους Βούλγαρους, που όμως πρόβαλαν απαράδεκτους όρους. Λίγο αργότερα, το 1196, χάρη στην επέμβαση των Βυζαντινών, δολοφονήθηκαν και τα δυο αδέλφια, πρώτα ο Ασάν και αργότερα ο Πέτρος. Στη συνέχεια βασίλευσε στη Βουλγαρία ο νεότερος αδελφός τους Ιωάννης (1197-1207), [5] που είχε ζήσει για ένα διάστημα στην Κωνσταντινούπολη και εκεί γνώρισε τις συνήθειες των Βυζαντινών. Ήταν ο περίφημος Τσάρος που απειλούσε από το 1196 τους Βυζαντινούς και αργότερα τους Λατίνους.&lt;br /&gt;Το Βυζάντιο δεν μπορούσε μόνο του να αντιμετωπίσει το νέο Τσάρο της Βουλγαρίας, ο οποίος μετά από συνεννοήσεις με τον Πάπα Ιννοκέντιο Γ', έλαβε τον τίτλο του Βασιλιά (1204). Οι Βούλγαροι αναγνώρισαν τον Πάπα ως αρχηγό τους και ο Αρχιεπίσκοπος του Τύρναβου προήχθη σε Πριμάτο.&lt;br /&gt;Έτσι στη διάρκεια της βασιλείας των Αγγέλων, αναπτύχθηκε στα Βαλκάνια, στο πρόσωπο του Βούλγαρου βασιλιά, ένας δυναμικός αντίπαλος του Βυζαντίου. Το Β' Βουλγαρικό βασίλειο, που η δύναμή του είχε ενισχυθεί στα τέλη της βασιλείας των Αγγέλων, έγινε μια πραγματική απειλή για τη Λατινική αυτοκρατορία που ιδρύθηκε στη θέση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Η Γ' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ (1189-1190)&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Μετά την άκαρπη Β' Σταυροφορία, η κατάσταση των χριστιανικών κτήσεων της Ανατολής συνέχιζε να προκαλεί σοβαρούς φόβους: οι διαφωνίες των πριγκίπων, οι συνομωσίες της αυλής, η στρατιωτική απειθαρχία και η προβολή των ατομικών συμφερόντων, όλα αυτά εξασθενούσαν τους Χριστιανούς όλο και περισσότερο, και διευκόλυναν την προώθηση των Μουσουλμάνων. Τα σπουδαιότερα κέντρα των χριστιανικών κτήσεων, η Αντιόχεια και η Ιερουσαλήμ, δεν ήταν αρκετά ισχυρά να υπερασπιστούν τον εαυτό τους αποτελεσματικά. Ο δραστήριος άρχοντας της Συρίας &lt;strong&gt;Νουρεδίν&lt;/strong&gt;, που στα μέσα του 12ου αιώνα είχε καταλάβει τη Δαμασκό, άρχισε να απειλεί την Αντιόχεια. Επίσης, ένας πραγματικός κίνδυνος εμφανίστηκε από την Αίγυπτο, όπου ο Κούρδος &lt;strong&gt;Σαλαδίνος&lt;/strong&gt;, ικανός ηγέτης και έξυπνος πολιτικός με φιλόδοξα σχέδια, κατάργησε τη δυναστεία των Φατιμίδων, κατέλαβε, στα τέλη της 7ης δεκαετίας του 12ου αιώνα, την Αίγυπτο και ίδρυσε τη δυναστεία των &lt;strong&gt;Εγιουβίδων&lt;/strong&gt;. Ο θάνατος του Νουρεδίν διευκόλυνε τον Σαλαδίν, ο οποίος κατέλαβε τη Συρία και το μεγαλύτερο μέρος της Μεσοποταμίας και κύκλωσε το βασίλειο των Ιεροσολύμων από το Νότο, την Ανατολή και το Βορρά.&lt;br /&gt;Την εποχή αυτή είχαν παρουσιαστεί στην Ιερουσαλήμ σοβαρές ανωμαλίες, που τις γνώριζε ο Σαλαδίνος. Αφού έμαθε ότι ένα καραβάνι Μουσουλμάνων, με το οποίο ταξίδευε η αδελφή του, λεηλατήθηκε από τους Χριστιανούς, ο Σαλαδίνος εισέβαλε στην περιοχή του βασιλείου των Ιεροσολύμων και το 1187, σε μια μάχη κοντά στη λίμνη Τιβεριάδα, νίκησε το χριστιανικό στρατό. Ο βασιλιάς των Ιεροσολύμων και πολλοί άλλοι χριστιανοί πρίγκιπες αιχμαλωτίστηκαν. Στη συνέχεια, ο Σαλαδίνος κατέλαβε μερικές ναυτικές τοποθεσίες, όπως τη Βυρηττό, τη Σιδώνα, την Γιάφα κλπ., αποκόπτοντας έτσι τους Χριστιανούς από κάθε δυνατή ενίσχυση από τη θάλασσα. Μετά από αυτό, βάδισε κατά της Ιερουσαλήμ και το φθινόπωρο του 1187, χωρίς μεγάλη δυσκολία κατέλαβε την Ιερή Πόλη. Όλες οι θυσίες της Ευρώπης και όλος ο θρησκευτικός ενθουσιασμός πήγαν χαμένα και η Ιερουσαλήμ έπεσε και πάλι στα χέρια των απίστων. Μια νέα Σταυροφορία ήταν απαραίτητη.&lt;br /&gt;Ο Πάπας στη Δύση ενεργούσε δραστήρια υπέρ μιας νέας Σταυροφορίας και πέτυχε να κινήσει το ενδιαφέρον τριών βασιλέων: του βασιλιά της Γαλλίας &lt;strong&gt;Φιλίππου Β', Αύγουστου&lt;/strong&gt;, του βασιλιά της Αγγλίας &lt;strong&gt;Ριχάρδου Α', Λεοντόκαρδου&lt;/strong&gt; και του βασιλιά της Γερμανίας &lt;strong&gt;Φρειδερίκου Βαρβαρόσα&lt;/strong&gt;. Στη Σταυροφορία αυτή όμως, που άρχισε με τόση λαμπρότητα, δεν υπήρχε μια καθοδηγητική γενική ιδέα. Αυτοί που έλαβαν μέρος στη Σταυροφορία απέβλεπαν πρώτα απ’ όλα στην εξασφάλιση για τον εαυτό τους φιλικών σχέσεων με τους ηγεμόνες των χωρών από τις οποίες περνούσαν. Ο Φίλιππος Αύγουστος και ο Ριχάρδος βάδισαν μέσω Σικελίας και συνεπώς έπρεπε να έχουν καλές σχέσεις με το βασιλιά της Σικελίας. Ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσας, θέλοντας να πάει στην Ανατολή μέσω της Βαλκανικής χερσονήσου, ήρθε σε συνεννόηση με το βασιλιά της Ουγγαρίας, τον άρχοντα της Σερβίας, τον αυτοκράτορα Ισαάκιο Άγγελο και με τον Σουλτάνο του Ικονίου, εχθρό του Σαλαδίνου. Οι πολιτικοί συνδυασμοί και η σκοπιμότητα εμπόδισαν τον Φρειδερίκο να αντιμετωπίσει τον Μουσουλμάνο σύμμαχό του με υπερηφάνεια και αδιαφορία. Συγχρόνως, οι Χριστιανοί δεν αντιμετώπιζαν τους Μουσουλμάνους, όπως πριν, διαιρεμένους, αλλά το νικητή Σαλαδίνο, ο οποίος (κυρίως μετά την κατάληψη των Ιεροσολύμων) με την ικανότητά του και τη δραστηριότητά του συγκέντρωσε στα χέρια του τις δυνάμεις της Αιγύπτου, της Παλαιστίνης και της Συρίας. Όταν έμαθε ότι οργανώθηκε Σταυροφορία, ο Σαλαδίνος έκανε έκκληση στους Μουσουλμάνους για έναν έντονο και ακούραστο αγώνα κατά των Χριστιανών, εναντίον αυτών των «&lt;em&gt;σκυλιών&lt;/em&gt;» και «&lt;em&gt;ανόητων ανθρώπων&lt;/em&gt;», όπως χαρακτηρίζει τους Χριστιανούς σ’ ένα του γράμμα προς τον αδελφό του. Η έκκληση του Σαλαδίνου ήταν ένα είδος αντι-σταυροφορίας κατά των Χριστιανών. Ένας μεσαιωνικός θρύλος αναφέρει ότι ο ίδιος ο Σαλαδίνος είχε κάνει το γύρο της Ευρώπης με σκοπό να γνωρίσει την κατάσταση των διάφορων χριστιανικών χωρών. Ένας σύγχρονος ιστορικός αναφέρει ότι «&lt;em&gt;καμιά σταυροφορία δεν είχε πάρει πριν, τόσο καθαρά, τη μορφή μιας μονομαχίας μεταξύ Χριστιανισμού και Ισλαμισμού&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσας διέσχισε την Ουγγαρία και προχωρώντας μέσα από τα Βαλκάνια, ήρθε σε συνεννόηση με τους Σέρβους και τους Βούλγαρους. Η επιτυχία της παραπέρα προώθησής του εξαρτιόταν πολύ από τις σχέσεις του με τον Ισαάκιο Κομνηνό.&lt;br /&gt;Από την εποχή της σφαγής των Λατίνων στην Κωνσταντινούπολη το 1182 οι σχέσεις μεταξύ χριστιανικής Ανατολής και Δύσης είχαν οξυνθεί. Οι φιλικές σχέσεις του Φρειδερίκου Βαρβαρόσα με τους Νορμανδούς, που είχαν καλλιεργηθεί πιο έντονα μετά το γάμο του γιου του με την κληρονόμο του βασιλείου της Σικελίας, ανάγκαζαν τον Ισαάκιο να τον βλέπει με ακόμα μεγαλύτερη καχυποψία. Παρά τη συνθήκη που έγινε, μέσω των απεσταλμένων του αυτοκράτορα, με τον Φρειδερίκο στη Νυρεμβέργη, ο Ισαάκιος Άγγελος ήρθε σε συνεννοήσεις με τον Σαλαδίνο, εναντίον του οποίου κατευθύνονταν οι Σταυροφόροι. Οι απεσταλμένοι του Σουλτάνου παρουσιάστηκαν στην αυλή του Ισαάκιου κι έκλεισαν μια συμμαχία κατά του Σουλτάνου του Ικονίου, με βάση την οποία ο Ισαάκιος θα εμπόδιζε, όσο μπορούσε, τη προώθηση του Φρειδερίκου στην Ανατολή. Συγχρόνως ο Σουλτάνος υποσχέθηκε να επιστρέψει στους Βυζαντινούς τους Αγίους Τόπους. Η στάση του Ισαάκιου απέναντι στον Φρειδερίκο γινόταν πολύ αμφίβολη. Οι συνεννοήσεις του Φρειδερίκου με τους Σέρβους και τους Βούλγαρους, που κατευθύνονταν καθαρά εναντίον του Βυζαντίου, δεν μπορούσαν παρά να ανησυχήσουν τον Ισαάκιο.&lt;br /&gt;Στο μεταξύ ο στρατηγός του Φρειδερίκου κατέλαβε τη Φιλιππούπολη. Στο μήνυμά του, που απηύθυνε προς τον αυτοκράτορα της Δύσης, ο Ισαάκιος τον αποκαλεί «&lt;em&gt;βασιλιά της Γερμανίας&lt;/em&gt;» και τον εαυτό του «&lt;em&gt;αυτοκράτορα των Ρωμαίων&lt;/em&gt;». Στη συνέχεια κατηγορεί το Γερμανό βασιλιά ότι σκοπεύει να κατακτήσει την Ανατολική αυτοκρατορία, αλλά συγχρόνως υπόσχεται να βοηθήσει τον Φρειδερίκο να περάσει τον Ελλήσποντο με τον όρο να του παραδώσει ο Φρειδερίκος ως όμηρους ευγενείς Γερμανούς και να του δώσει και τις μισές από τις περιοχές που θα κατακτούσαν οι Γερμανοί στην Ασία. Οι Γερμανοί απεσταλμένοι που ήταν στην Κωνσταντινούπολη φυλακίστηκαν και τα πράγματα έφτασαν σε τέτοιο σημείο που ο Φρειδερίκος είχε ήδη αποφασίσει να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη, ενώ συγχρόνως είχε γράψει στο γιο του Ερρίκο να συγκεντρώσει το στόλο του στην Ιταλία και να εξασφαλίσει από τον Πάπα την κήρυξη μιας Σταυροφορίας κατά των Βυζαντινών. Στο μεταξύ, μετά την πτώση της Αδριανούπολης, τα στρατεύματα του Φρειδερίκου κατέλαβαν τη Θράκη, σχεδόν μέχρι τα τείχη της πρωτεύουσας. Μια σχετική πηγή αναφέρει τα εξής: «&lt;em&gt;Όλη η Κωνσταντινούπολη τρέμει από φόβο καθώς σκέφτεται ότι πλησιάζει η καταστροφή της και η εξόντωση του πληθυσμού της&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Την κρίσιμη στιγμή ο Ισαάκιος υποχώρησε και έκανε ειρήνη με τον Φρειδερίκο με βάση τους εξής όρους: Ο Ισαάκιος θα έδινε τα πλοία για τη μεταφορά των στρατευμάτων του Φρειδερίκου μέσω του Ελλήσποντου στη Μ. Ασία, θα παρέδιδε τους όμηρους και θα προμήθευε στους Σταυροφόρους τρόφιμα. Την άνοιξη του 1190 ο γερμανικός στρατός διέσχισε τον Ελλήσποντο.&lt;br /&gt;Η εκστρατεία του Φρειδερίκου κατέληξε σε πλήρη αποτυχία. Ύστερα από μια εξαντλητική πορεία μέσα από τη Μικρά Ασία ο στρατός των Σταυροφόρων έφτασε στη Μικρή Αρμενία και την Κιλικία. Εκεί το 1190, ο αυτοκράτορας πνίγηκε τυχαία στον ποταμό Κύδνο (Καρά-Σου) και ο στρατός του απελπίστηκε. Με το θάνατο του Φρειδερίκου εξαφανίστηκε ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος του Σαλαδίνου.&lt;br /&gt;Η εκστρατεία των δύο άλλων βασιλέων της Δύσης, του Φιλίππου Β' Αυγούστου και του Ριχάρδου Α' του Λεοντόκαρδου, που είχαν πάει στην Παλαιστίνη μέσω θαλάσσης, έβλαψε πολύ λιγότερο τα συμφέροντα του Βυζαντίου. Οπωσδήποτε όμως, με το όνομα του Ριχάρδου συνδέεται συχνά το ζήτημα της οριστικής, από τη μεριά του Βυζαντίου, απώλειας της Κύπρου, που ήταν αξιόλογο στρατηγικό σημείο του ανατολικού τμήματος της Μεσογείου.&lt;br /&gt;Στη διάρκεια της τυραννίας του Ανδρόνικου Α', ο Ισαάκιος Κομνηνός αποχωρίστηκε από την αυτοκρατορία, ανακήρυξε τον εαυτό του ανεξάρτητο κυρίαρχο της Κύπρου και ήρθε σε συμφωνία με το βασιλιά της Σικελίας. Η προσπάθεια του Ισαάκιου Αγγέλου να επανακτήσει την Κύπρο απέτυχε. Στη διάρκεια της εκστρατείας του στην Ανατολή ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος θύμωσε από τη συμπεριφορά του άρχοντα της Κύπρου προς τα πλοία που μετέφεραν την αδελφή του και τη γυναίκα του και που είχαν ναυαγήσει στις ακτές της νήσου. Στη συνέχεια, ο Ριχάρδος αποβιβάστηκε στην Κύπρο και, μετά την ήττα και την εκθρόνιση του Ισαάκιου Κομνηνού, παρέδωσε τη νήσο στον &lt;strong&gt;Guy de Lusignan&lt;/strong&gt;, πρώην βασιλιά των Ιεροσολύμων, ο οποίος το 1192 έγινε άρχοντας της Κύπρου, ιδρύοντας εκεί τη δυναστεία των Lusignan, η οποία εγκατέλειψε τα απατηλά δικαιώματά της επί του βασιλείου των Ιεροσολύμων, που την εποχή αυτή δεν ανήκε στους Χριστιανούς. [6]&amp;nbsp;Το νέο Λατινικό κράτος της Κύπρου φαινόταν ότι θα έπαιζε έναν πολύ σημαντικό ρόλο σαν μια στρατηγική βάση για τις μελλοντικές επιχειρήσεις των Χριστιανών στην Ανατολή.&lt;br /&gt;Η Σταυροφορία δεν κατόρθωσε τίποτα. Οι Σταυροφόροι απλά πολιόρκησαν την Πτολεμαΐδα της Φοινίκης, για δυο χρόνια. Στη πολιορκία πήραν μέρος 600.000 άνθρωποι, πέθαναν 190.000 Μουσουλμάνοι και 120.000 Χριστιανοί. Η φρουρά παραδόθηκε και ο Ριχάρδος έσφαξε τους υπερασπιστές της πόλης. Οι δυο βασιλείς, δίχως να έχουν πετύχει κάποιο αποτέλεσμα, επέστρεψαν στην Ευρώπη, ενώ η Ιερουσαλήμ παρέμεινε στην εξουσία των Μουσουλμάνων. Οι Χριστιανοί διατήρησαν μόνον τα παράλια από τη Γιάφα μέχρι την Τρίπολη και ο Σαλαδίνος παρέμεινε κύριος της κατάστασης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Ο ΕΡΡΙΚΟΣ ΣΤ' ΚΑΙ ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Αν ο κίνδυνος που αντιμετώπιζε το Βυζάντιο την εποχή του Φρειδερίκου Βαρβαρόσα ήταν μεγάλος, έγινε ακόμα μεγαλύτερος την περίοδο που βασίλευσε στη Γερμανία ο &lt;strong&gt;Ερρίκος ΣΤ'&lt;/strong&gt;, ο οποίος, έχοντας την ιδέα των Hohenstaufen ότι κατείχε απεριόριστη δύναμη που του είχε δοθεί από τον Θεό, δεν μπορούσε, για το λόγο αυτόν και μόνο, να έχει φιλικές σχέσεις με έναν άλλον αυτοκράτορα, δηλαδή με τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου, που διεκδικούσε την ίδια απεριόριστη εξουσία. Εκτός από αυτό όμως, ως σύζυγος της Νορμανδής πριγκίπισσας Κωνσταντίας, κληρονόμησε το βασίλειο των «Δύο Σικελιών», κληρονομώντας συγχρόνως όλη την εχθρική διάθεση που είχαν οι Νορμανδοί κατά του Βυζαντίου, καθώς και όλα τους τα σχέδια. Στον Ερρίκο ΣΤ' απέμενε να φέρει σε πέρας εκείνο που ο πατέρας του δεν είχε κάνει, να προσαρτήσει δηλαδή το Βυζάντιο στη Δυτική αυτοκρατορία. Ένα είδος τελεσίγραφου στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη με το οποίο ο Ερρίκος ζητούσε από τον Ισαάκιο Άγγελο: α) την παράδοση της περιοχής των Βαλκανίων μεταξύ Δυρραχίου και Θεσσαλονίκης, που δεν είχαν κατακτήσει οι Νορμανδοί και που αργότερα επανήλθε στην εξουσία του Βυζαντίου και β) την αποζημίωση των καταστροφών που υπέστη ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσας κατά τη διάρκεια της Σταυροφορίας. Ο Ισαάκιος μόλις είχε στείλει μια αντιπροσωπεία στον Ερρίκο, οπότε, το 1195, εκθρονίστηκε και τυφλώθηκε από τον αδελφό του Αλέξιο Γ'.&lt;br /&gt;Μετά την επανάσταση αυτή, η στάση του Ερρίκου ΣΤ' έγινε ακόμα πιο απειλητική. Πάντρεψε τον αδελφό του Φίλιππο τον Σουηβό με τη κόρη του έκπτωτου Ισαάκιου Άγγελου, &lt;strong&gt;Ειρήνη&lt;/strong&gt;, δημιουργώντας έτσι, για λογαριασμό του αδελφού του, ορισμένα δικαιώματα επί του Βυζαντίου. Στο πρόσωπο του Ερρίκου ΣΤ' ο νέος αυτοκράτορας του Βυζαντίου «&lt;em&gt;δεν έπρεπε να φοβάται μόνον τον αυτοκράτορα της Δύσης, τον διάδοχο των Νορμανδών βασιλέων, αλλά πάνω από όλα, έναν εκδικητή εκ μέρους του έκπτωτου Ισαάκιου και της οικογένειάς του&lt;/em&gt;». Σκοπός της Σταυροφορίας που δημιουργούσε ο Ερρίκος ήταν εξίσου με την Παλαιστίνη και η Κωνσταντινούπολη. Τα σχέδιά του περιλάμβαναν την κατάκτηση όλης της χριστιανικής Ανατολής και του Βυζαντίου. Οι συνθήκες φαίνονταν ευνοϊκές για την εκπλήρωση του σκοπού του. Μια αντιπροσωπεία από την Κύπρο ήρθε στον Ερρίκο παρακαλώντας τον να δοθεί στον άρχοντα της νήσου ο βασιλικός τίτλος και εκφράζοντας την επιθυμία του άρχοντα να παραμένει «&lt;em&gt;παντοτινά ένας άνθρωπος &lt;/em&gt;(δηλαδή υποτελής)&lt;em&gt; της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας&lt;/em&gt;» (homo imperii esse Romani), ενώ ο άρχοντας της Μικρής Αρμενίας ζήτησε από τον Ερρίκο τον τίτλο του βασιλιά. Αν ο Ερρίκος πετύχαινε να εγκατασταθεί στη Συρία θα μπορούσε να κυκλώσει τελείως τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.&lt;br /&gt;Την κρίσιμη στιγμή πήρε το μέρος του Βυζαντίου ο Πάπας, ο οποίος αντιλήφθηκε πολύ καλά ότι, σε περίπτωση που το όνειρο των Hohenstaufen για μια παγκόσμια μοναρχία, που θα συμπεριλάμβανε και το Βυζάντιο, γινόταν πραγματικότητα, ο παπισμός θα καταδικαζόταν σε οριστική αδράνεια. Συνεπώς ο Πάπας έκανε το παν για να εμποδίσει τον Ερρίκο από το να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του κατά της Ανατολικής αυτοκρατορίας, δίχως να τον ενοχλούν οι σχισματικές πεποιθήσεις του αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Ίσως για πρώτη φορά στην Ιστορία, όπως λέει ο Norden, το ζήτημα του Βυζαντίου έχασε τελείως, για τον παπισμό, τη θρησκευτική του μορφή και παρουσιάστηκε αποκλειστικά ως πολιτικό. «&lt;em&gt;Τι θα σήμαινε μια πνευματική νίκη για τον παπισμό, αν θα εξαγοραζόταν με την πολιτική του εκμηδένιση;&lt;/em&gt;». Για τον παπισμό φαινόταν δευτερεύον το ζήτημα, αν το Βυζάντιο θα ήταν Καθολικό ή σχισματικό κράτος. Για τον παπισμό του τέλους του 12ου αιώνα ένα πράγμα είχε σπουδαία σημασία: η διατήρηση της ανεξαρτησίας του Βυζαντινού κράτους.&lt;br /&gt;Στο μεταξύ ο Ερρίκος έστειλε στον Αλέξιο Γ' ένα απειλητικό μήνυμα όμοιο με εκείνο που είχε στείλει πριν στον Ισαάκιο. Ο Αλέξιος μπορούσε να εξαγοράσει την ειρήνη πληρώνοντας στον Ερρίκο ένα τεράστιο χρηματικό ποσό, για την εξασφάλιση του οποίου ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου καθιέρωσε σε όλο το κράτος έναν ειδικό φόρο που ονομαζόταν «αλαμανιακός», παίρνοντας συγχρόνως από τους αυτοκρατορικούς τάφους την πολύτιμη διακόσμησή τους. Μόνο με αυτήν την ταπείνωση κατόρθωσε ο Αλέξιος να εξαγοράσει από τον φοβερό του αντίπαλο την ειρήνη. Στα τέλη του θέρους του 1197 ο Ερρίκος έφτασε στη Μεσσήνη, για να ασχοληθεί προσωπικά με την αναχώρηση των Σταυροφόρων.&lt;br /&gt;Ένας τεράστιος στόλος είχε συγκεντρωθεί, που κατά πάσα πιθανότητα δεν είχε ως σκοπό του τους Αγίους Τόπους, αλλά την Κωνσταντινούπολη. Τη στιγμή αυτή όμως ο νεαρός και δυναμικός Ερρίκος έπεσε άρρωστος με πυρετό και πέθανε το φθινόπωρο του ίδιου έτους, 1197. Με το θάνατο του Ερρίκου τα φιλόδοξα σχέδιά του απέτυχαν για δεύτερη φορά. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, η Ανατολή διέφυγε τον κίνδυνο των Hohenstaufen. Το Βυζάντιο έμαθε τα νέα του θανάτου του Ερρίκου και την απαλλαγή από τον «αλαμανιακό φόρο» με μεγάλη χαρά. Ο Πάπας επίσης ανέπνευσε με ανακούφιση.&lt;br /&gt;Η δράση του Ερρίκου, που έδειξε τον πλήρη θρίαμβο των πολιτικών ιδεών στις προσπάθειες των Σταυροφόρων, ήταν πολύ σημαντική για το μέλλον του Βυζαντίου. «&lt;em&gt;Ο Ερρίκος έθεσε οριστικά το πρόβλημα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, η λύση του οποίου επρόκειτο να γίνει γρήγορα μια βασική προϋπόθεση της επιτυχίας των Σταυροφοριών&lt;/em&gt;» (Bréhier).&lt;br /&gt;Το γεγονός ότι ο Ερρίκος ΣΤ' οραματίστηκε μια παγκόσμια μοναρχία καθώς και την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης απορρίπτεται από μερικούς ιστορικούς που τονίζουν ότι μια τέτοια θεωρία στηρίζεται μόνο στην άποψη ενός Βυζαντινού ιστορικού της εποχής αυτής, του Νικήτα Χωνιάτη και ότι οι δυτικές πηγές δεν παρέχουν ενδείξεις αυτού του πράγματος. Οι συγγραφείς αυτοί ισχυρίζονται ότι η άποψη του Norden, την οποία ακολουθεί ο Bréhier, δεν είναι αυθεντική και πιστεύουν ότι το 1196 ο Ερρίκος δεν είχε σοβαρές διαθέσεις για μια επίθεση κατά του Βυζαντίου, ότι η Σταυροφορία του Ερρίκου δεν είχε καμιά σχέση με την πολιτική έναντι του Βυζαντίου και ότι δημιουργία από τη μεριά του Ερρίκου μιας παγκόσμιας μοναρχίας πρέπει να ανήκει στον κόσμο των μύθων. Δεν μπορούμε όμως να απορρίψουμε όσα αναφέρει ο σύγχρονος της εποχής εκείνης Νικήτας Χωνιάτης, ο οποίος εκθέτει με ακρίβεια τα σχέδια του Ερρίκου κατά του Βυζαντίου. Μια τέτοια πολιτική, εξάλλου, αποτελεί άμεση συνέχεια και καρπό της πολιτικής του πατέρα του Φρειδερίκου Βαρβαρόσα, ο οποίος στη Γ' Σταυροφορία έφτασε στο σημείο να αποφασίσει την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης. Έτσι η πολιτική του Ερρίκου ΣΤ' δεν ήταν μόνο πολιτική ενός Σταυροφόρου, αλλά και η πολιτική ενός ανθρώπου που έτρεφε την απατηλή ιδέα της δημιουργίας μιας παγκόσμιας μοναρχίας, στην οποία το Βυζάντιο θα αποτελούσε το πιο σπουδαίο μέρος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Υποσημειώσεις:&lt;/strong&gt; &lt;br /&gt;[1] &lt;span style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Στην Τραπεζούντα ο Γαβράς, στον Πόντο και στην Παφλαγονία ο Ισαάκιος&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Κομνηνός, στο&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Ναύπλιο, Άργος και Κόρινθο ο Λέων Σγουρός κ.ά. ανακηρύχθηκαν ανεξάρτητοι&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;άρχοντες.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; &lt;br /&gt;[2] &lt;span style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Ο Ισαάκιος πήρε όμηρο τον μικρό αδελφό τους, τον Ιωάννη, τον μετέπειτα&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;βασιλιά των&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Βουλγάρων Ιωάννη Σκυλογιάννη.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; &lt;br /&gt;[3] &lt;span style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Η αρχαία Ναϊσσός, που αργότερα ήταν μια από τις τέσσερις οχυρωμένες&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;πόλεις της&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Βυζαντινής αυτοκρατορίας.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; &lt;br /&gt;[4] &lt;span style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Το 1190 ο Ισαάκιος νίκησε τους Σέρβους στο Μοράβα, αναγνώρισε την&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;αυτονομία τους και&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;έδωσε τον τίτλο του «Σερβοκράτορα» στο Στέφανο.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; &lt;br /&gt;[5] &lt;span style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Ο Σκυλογιάννης για τους Βυζαντινούς και Καλογιάννης για τους Βούλγαρους,&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;που αποκαλούσε τον εαυτό του Ρωμαιοκτόνο. Πέθανε στην πολιορκία της&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Θεσσαλονίκης (1207).&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; &lt;br /&gt;[6] &lt;span style="font-family: 'Verdana','sans-serif'; font-size: 12pt; mso-ansi-language: EL; mso-bidi-font-family: 'Times New Roman'; mso-bidi-language: AR-SA; mso-fareast-font-family: 'Times New Roman'; mso-fareast-language: EL;"&gt;&lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Η δυναστεία αυτή κράτησε την Κύπρο μέχρι το 1498, οπότε την κατέλαβαν οι&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;Ενετοί,&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;αργότερα οι Τούρκοι, το 1570 και τέλος οι Άγγλοι, από το 1878 μέχρι το&lt;/span&gt; &lt;span style="font-family: Times, &amp;quot;Times New Roman&amp;quot;, serif;"&gt;1960.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4628237057126184005-5353780284144837272?l=byzantin-history.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://byzantin-history.blogspot.com/feeds/5353780284144837272/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=4628237057126184005&amp;postID=5353780284144837272&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4628237057126184005/posts/default/5353780284144837272'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4628237057126184005/posts/default/5353780284144837272'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://byzantin-history.blogspot.com/2011/06/blog-post_15.html' title='Η δυναστεία των Αγγέλων'/><author><name>Τ.ΠΑΣΧΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14270320127730862399</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='21' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_Lg1-sKZbjQs/SKs8rdsLQTI/AAAAAAAAAAY/mgo4tz2xrVs/S220/J0178444.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4628237057126184005.post-7664352452667529697</id><published>2011-06-11T20:07:00.002+03:00</published><updated>2011-06-11T23:39:52.034+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ήττα Μυριοκέφαλου'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ανδρόνικος Α&apos; Κομνηνός'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Μανουήλ Κομνηνός'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Αλέξιος Β&apos; Κομνηνός'/><title type='text'>Μετά τη Β' Σταυροφορία</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;Στη διάρκεια της Σταυροφορίας ο Μανουήλ είχε ήδη λάβει σοβαρά μέτρα για τον πόλεμο κατά του Ρογήρου, τον οποίο ήθελε να εκδικηθεί για τη συμπεριφορά του στα νησιά της Αδριατικής και στην Ελλάδα, καθώς και για τη συνεχιζόμενη κατοχή της Κέρκυρας. Η Βενετία η οποία, όπως και πριν, δεν έβλεπε με καλό μάτι την ανάπτυξη των Νορμανδών, ευχαρίστως αποφάσισε να υποστηρίξει το Βυζάντιο με το στόλο της και πήρε σε αντάλλαγμα νέα εμπορικά προνόμια στην αυτοκρατορία. Εκτός από τους «συνοικισμούς» και τις «σκάλες» που είχαν αποκτήσει οι Βενετοί, με βάση τις προηγούμενες εμπορικές συνθήκες στην Κωνσταντινούπολη τους δόθηκαν νέα μέρη, καθώς και μια ακόμα «σκάλα». Ενώ γίνονταν οι συνεννοήσεις αυτές, ο αυτοκράτορας προετοιμαζόταν για τον πόλεμο κατά του «&lt;em&gt;Δράκου της Δύσης&lt;/em&gt;», «&lt;em&gt;του νέου Αμαλήκ&lt;/em&gt;» (δες Έξοδος 17:8-14), «&lt;em&gt;του δράκου της νήσου (της Σικελίας) που επρόκειτο να εκβάλει τις φλόγες του θυμού του ψηλότερα από ό,τι τις εκβάλει ο κρατήρας της Αίτνας&lt;/em&gt;» (Zacharia von Lingenthal). Τα σχέδια του Μανουήλ δεν περιορίζονταν στην απομάκρυνση του εχθρού από την περιοχή του Βυζαντίου, αλλά επεκτείνονταν στη μεταφορά των εχθροπραξιών στην Ιταλία και στην προσπάθεια αποκατάστασης εκεί της παλαιάς εξουσίας του Βυζαντίου.&lt;br /&gt;Όταν όμως οι προετοιμασίες είχαν σχεδόν συμπληρωθεί, εμποδίστηκε προσωρινά στην εφαρμογή των σχεδίων του από τους Κομάνους, που είχαν διασχίσει τον Δούναβη εισβάλλοντας στην περιοχή του Βυζαντίου. Ο Μανουήλ, αφού γρήγορα κατατρόπωσε τους Κομάνους, κατέλαβε την Κέρκυρα, με την υποστήριξη του στόλου της Βενετίας.&lt;br /&gt;Ο &lt;strong&gt;Ρογήρος&lt;/strong&gt; αντιλήφθηκε τον μεγάλο κίνδυνο που δημιουργούσε η συμμαχία του Βυζαντίου με τη Γερμανία, που είχε υποσχεθεί να στείλει στρατιωτικές ενισχύσεις, καθώς και η Βενετία, η οποία είχε ήδη στείλει το στόλο της, και με πολύ ικανούς διπλωματικούς ελιγμούς προσπάθησε να δημιουργήσει κάθε δυνατή δυσκολία για το Βυζάντιο. Χάρη στις ραδιουργίες της Σικελίας, ο δούκας Welf, παλιός εχθρός των Hohenstaufen, επαναστάτησε κατά του &lt;strong&gt;Κόνραντ&lt;/strong&gt; στη Γερμανία, ο οποίος έτσι εμποδίστηκε να σπεύσει προς βοήθεια του Μανουήλ στην Ιταλία. Στη συνέχεια οι Σέρβοι, με την υποστήριξη των Ούγγρων, άρχισαν εχθροπραξίες εναντίον του Μανουήλ, του οποίου η προσοχή, μετά από αυτό, στράφηκε στον Βορρά. Τελικά ο &lt;strong&gt;Λουδοβίκος Ζ'&lt;/strong&gt;, θλιμμένος από την αποτυχία της Σταυροφορίας και θυμωμένος με τους Βυζαντινούς, επιστρέφοντας από την Ανατολή, δημιούργησε φιλικές σχέσεις με τον Ρογήρο κι άρχισε την προετοιμασία μιας νέας Σταυροφορίας, που απειλούσε το Βυζάντιο με αναπόφευκτο κίνδυνο. Ο ηγούμενος &lt;strong&gt;Suger&lt;/strong&gt;, που διοικούσε τη Γαλλία στην απουσία του Λουδοβίκου, ήταν ο εμπνευστής μιας νέας Σταυροφορίας και ο &lt;strong&gt;Βερνάρδος του Κλαιρβώ&lt;/strong&gt; ήταν έτοιμος να ηγηθεί ο ίδιος του στρατού. Ένας Γάλλος ηγούμενος έγραφε στον βασιλιά της Σικελίας: «&lt;em&gt;Οι καρδιές μας, οι καρδιές όλων σχεδόν των Γάλλων, φλέγονται από τη διάθεση για μια ειρήνη μαζί σου. Οδηγούμαστε στο να έχουμε αυτά τα αισθήματα από την ανήκουστη προδοσία των Βυζαντινών και του μισητού βασιλιά τους... Ετοιμάσου να βοηθήσεις τον λαό του Θεού... Πάρε εκδίκηση γι’ αυτές τις προσβολές&lt;/em&gt;». Ο Ρογήρος επίσης ενίσχυσε τις σχέσεις του με τον Πάπα. Γενικά η Δύση παρατηρούσε με δυσαρέσκεια τη συμμαχία του «ορθόδοξου» άρχοντα της Γερμανίας με τον «σχισματικό» βασιλιά του Βυζαντίου. Στην Ιταλία πίστευαν ότι ο Κόνραντ είχε ήδη συνηθίσει την ανυπακοή του Βυζαντίου και ο Πάπας, συνεπώς, προσπαθούσε να τον επαναφέρει στο δρόμο της αλήθειας και της πειθαρχίας στην Καθολική Εκκλησία. Ο Πάπας &lt;strong&gt;Ευγένιος Γ'&lt;/strong&gt;, ο ηγούμενος Suger και ο Βερνάρδος του Κλαιρβώ αγωνίζονταν να καταστρέψουν τη συμμαχία των δύο αυτοκρατοριών. Έτσι, στα μέσα του 12ου αιώνα, όπως εξηγεί ο Vasilievsky, «&lt;em&gt;δημιουργείτο ένας ισχυρός συνασπισμός κατά του Μανουήλ και του Βυζαντίου, επικεφαλής του οποίου ήταν ο βασιλιάς Ρογήρος και στον οποίον ανήκε ήδη η Ουγγαρία και η Σερβία, η Γαλλία και ο Πάπας επρόκειτο να προσχωρήσουν, ενώ συγχρόνως γίνονταν προσπάθειες να παρασυρθεί η Γερμανία και ο βασιλιάς της. Αν ο συνασπισμός πραγματοποιείτο το γεγονός αυτό θα απειλούσε, το 1204, την ίδια την Κωνσταντινούπολη&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Παρόλα αυτά, ο κίνδυνος που αντιμετώπιζε η αυτοκρατορία δεν αποδείχθηκε μεγάλος. Το σχέδιο του βασιλιά της Γαλλίας δεν έγινε πραγματικότητα, αφενός λόγω της απροθυμίας των Γάλλων ιπποτών και αφετέρου λόγω του θανάτου του Suger. Ο Κόνραντ παρέμεινε πιστός στη συμμαχία του με το Βυζάντιο.&lt;br /&gt;Τη στιγμή όμως που ο Μανουήλ θα μπορούσε να έχει κάποιο όφελος από τη συμμαχία του με τη Γερμανία, ο Κόνραντ Γ' πέθανε (1152). Ο θάνατός του, που συνέβη όταν είχε αποφασιστεί η εκστρατεία της Ιταλίας, προκάλεσε διαδόσεις στη Γερμανία ότι ο βασιλιάς δηλητηριάστηκε από τους ιατρούς της αυλής του, οι οποίοι προέρχονταν από την περίφημη ιατρική σχολή του Solerno, της Ιταλίας, που την εποχή αυτή βρισκόταν στην εξουσία του Ρογήρου. Ο διάδοχος του Κόνραντ, &lt;strong&gt;Φρειδερίκος Α' Βαρβαρόσας&lt;/strong&gt;, ανέβηκε στο θρόνο πιστεύοντας στην απεριόριστη αυτοκρατορική του εξουσία που του δόθηκε από τον Θεό και δε θα παραδεχόταν ότι ήταν δυνατόν να μοιραστεί τη δύναμή του στην Ιταλία με τον αυτοκράτορα της Ανατολής. Σε μια συμφωνία του με τον Πάπα, που έγινε λίγο μετά την άνοδο του Φρειδερίκου στο θρόνο, ο βασιλιάς της Γερμανίας, αποκαλώντας τον Μανουήλ rex και όχι imperator, όπως έκανε ο Κόνραντ, ανέλαβε την υποχρέωση να εκδιώξει τον αυτοκράτορα της Ανατολής από την Ιταλία. Λίγο αργότερα όμως, για λόγους ανεξήγητους, ο Φρειδερίκος άλλαξε τα σχέδιά του και φάνηκε να επιστρέφει στην ιδέα της συμμαχίας με το Βυζάντιο.&lt;br /&gt;Το 1154 πέθανε ο τρομερός εχθρός του Βυζαντίου Ρογήρος Β' και ο νέος βασιλιάς της Σικελίας, &lt;strong&gt;Γουλιέλμος Α'&lt;/strong&gt;, έβαλε ως σκοπό του την καταστροφή της συμμαχίας των δύο αυτοκρατοριών, καθώς και της συμμαχίας που υπήρχε μεταξύ Βυζαντίου και Βενετίας. Η Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου, γνωρίζοντας τα σχέδια του Μανουήλ για την εγκατάστασή του στην Ιταλία, δεν μπορούσε να τα εγκρίνει, γιατί θα ήταν εξίσου κακά με την εγκατάσταση των Νορμανδών στην απέναντι ακτή της Αδριατικής. Σε οποιαδήποτε από τις δυο περιπτώσεις και οι δυο ακτές θα ανήκαν σε μια δύναμη που θα απέκλειε τα πλοία της Βενετίας από την ελεύθερη χρήση της Αδριατικής και της Μεσογείου. Έτσι η Βενετία διέσπασε τη συμμαχία της με το Βυζάντιο και έχοντας αποκτήσει σπουδαία εμπορικά προνόμια στο βασίλειο της Σικελίας, συμμάχησε με τον Γουλιέλμο Α'.&lt;br /&gt;Ύστερα από μερικές επιτυχίες του βυζαντινού στρατού στη Νότια Ιταλία, δηλαδή μετά την κατάληψη του Μπάρι και μερικών άλλων πόλεων, ο Γουλιέλμος νίκησε αποτελεσματικά τον Μανουήλ, το 1156, στο Βρινδήσιο, εκμηδενίζοντας έτσι όλα τα αποτελέσματα της εκστρατείας του Βυζαντίου. Την ίδια χρονιά η πρωτεύουσα της Απουλίας, Μπάρι, καταστράφηκε ύστερα από εντολή του Γουλιέλμου. Ένας συγγραφέας αυτής της εποχής γράφει ότι «&lt;em&gt;η δυναμική πρωτεύουσα της Απουλίας, περίφημη για τη δόξα της, δυνατή χάρη στον πλούτο της, περήφανη για την ευγενή και αριστοκρατική καταγωγή των πολιτών της και αντικείμενο γενικού θαυμασμού για την ωραιότητα των κτιρίων της, κείται τώρα σαν ένας σωρός από λίθους&lt;/em&gt;» (Hugo Falcandus).&lt;br /&gt;Η ατυχής εκστρατεία του Μανουήλ στην Ιταλία, έδειξε καθαρά στον Φρειδερίκο Βαρβαρόσα ότι ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου είχε υπόψη του την κατάκτηση της χώρας αυτής κι επομένως ακύρωσε οριστικά τη συμμαχία του με το Βυζάντιο. Ένας σύγχρονος του Φρειδερίκου ιστορικός, γράφει ότι «&lt;em&gt;Αν και (ο Φρειδερίκος) μισούσε τον Γουλιέλμο, παρόλα αυτά δεν επιθυμούσε την απόκτηση από τους ξένους του τμήματος εκείνου της αυτοκρατορίας του που με άδικο τρόπο είχε περιέλθει στη βίαιη τυραννία του Ρογήρου&lt;/em&gt;» (Ottonis Frisingensis). Κάθε ελπίδα συμβιβασμού με τον Βαρβαρόσα εξαφανίστηκε μαζί με τις ελπίδες που είχε ο Μανουήλ για την επανάκτηση της Ιταλίας. Το 1158 έγινε ειρήνη ανάμεσα στον Μανουήλ και τον Γουλιέλμο της Σικελίας, της οποίας οι ακριβείς όροι δεν είναι γνωστοί. Η ειρήνη αυτή πάντως σήμαινε την εγκατάλειψη των λαμπρών και προσφυών σχεδίων του Βυζαντίου, καθώς και «&lt;em&gt;τη διάσπαση της φιλίας και της συμμαχίας των δύο αυτοκρατοριών που υπήρχε την εποχή του Λοθάριου της Σαξονίας και του Ιωάννη Κομνηνού και που αργότερα ενισχύθηκε με τις προσωπικές σχέσεις του Κόνραντ και του Μανουήλ&lt;/em&gt;». Τα βυζαντινά στρατεύματα δεν είδαν έκτοτε ποτέ πια την Ιταλία.&lt;br /&gt;Κάτω από τις νέες συνθήκες, οι σκοποί της πολιτικής του Βυζαντίου άλλαξαν. Τώρα η αυτοκρατορία έπρεπε να αντιμετωπίσει την τάση των Hohenstaufen να προσαρτήσουν την Ιταλία, η οποία, κατά τη γνώμη του Φρειδερίκου Βαρβαρόσα, έπρεπε να αναγνωρίσει τη δύναμή του. Οι διπλωμάτες του Βυζαντίου άρχισαν να εργάζονται δραστήρια προς μια νέα κατεύθυνση. Ο Μανουήλ επιθυμώντας να καταστρέψει τις σχέσεις ανάμεσα στον Φρειδερίκο και τον Πάπα, ζήτησε την υποστήριξη του Πάπα στον προσεχή του αγώνα με τον Φρειδερίκο, αφήνοντας με υπαινιγμούς να νοηθεί μια πιθανή ένωση της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας. Προκαλώντας διαμάχη μεταξύ του Πάπα και του βασιλιά της Γερμανίας, ο Μανουήλ έλπιζε «&lt;em&gt;να αποκαταστήσει την ανατολική αυτοκρατορία σε όλα της τα δικαιώματα, θέτοντας κάποιο τέρμα στην ανωμαλία που υπήρχε στη δυτική αυτοκρατορία&lt;/em&gt;» (Chalandon). Οι συνεννοήσεις αυτές όμως απέτυχαν, επειδή οι Πάπες δεν επιθυμούσαν καθόλου να εξαρτιόνται από τον ένα ή τον άλλον αυτοκράτορα. Αντίθετα, οι Πάπες του 12ου αιώνα, εμποτισμένοι από θεοκρατικές ιδέες, επιθυμούσαν να υπερέχουν του αυτοκράτορα του Βυζαντίου.&lt;br /&gt;Όταν ξέσπασε ο πόλεμος μεταξύ Φρειδερίκου Βαρβαρόσα και Βόρειας Ιταλίας, ο Μανουήλ υποστήριξε χρηματικά τη Βόρεια Ιταλία. Τα τείχη του Μιλάνου, τα οποία κατεδάφισε ο Φρειδερίκος, επισκευάστηκαν με τη βοήθεια του αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Η μάχη του Legnano, στις 29 Μαΐου 1176, που τέλειωσε με την πλήρη ήττα του Φρειδερίκου στη Β. Ιταλία και τον θρίαμβο των βόρειων ιταλικών πόλεων και του υποστηρικτή τους, Πάπα, φαινόταν ότι έδινε στον Μανουήλ μια μάλλον ευνοϊκή θέση στην Ιταλία. Οι σχέσεις του ήταν επίσης ευνοϊκές με τη Γένουα, την Πίζα και τη Βενετία, η οποία βλέποντας τον γερμανικό κίνδυνο, στράφηκε και πάλι προς το Βυζάντιο. Ο Μανουήλ όμως θέλοντας, ίσως λόγω έλλειψης άλλων πόρων, να επωφεληθεί του τεράστιου πλούτου των Ενετών εμπόρων της αυτοκρατορίας, διέταξε ξαφνικά τη σύλληψη όλων των Ενετών του Βυζαντίου και την κατάσχεση της περιουσίας τους. Η Βενετία, εξοργισμένη φυσικά, έστειλε το στόλο της κατά του Βυζαντίου, ο οποίος όμως, λόγω μιας επιδημίας, αναγκάστηκε να επιστρέψει χωρίς να έχει πετύχει μεγάλα πράγματα. Είναι πολύ πιθανόν ότι οι σχέσεις μεταξύ Βυζαντίου και Βενετίας δεν αποκαταστάθηκαν όσο ζούσε ο Μανουήλ.&lt;br /&gt;Θέλοντας να απαντήσει στην πολιτική του Βυζαντίου στην Ιταλία, με τον ίδιο τρόπο ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσα, ήρθε σε συνεννόηση με τον πιο επικίνδυνο εχθρό του Βυζαντίου στην Ανατολή, τον Σουλτάνο του Ικονίου &lt;strong&gt;Κιλίτς-Αρσλάν&lt;/strong&gt; και προσπάθησε να τον πείσει να εισβάλει στην ανατολική αυτοκρατορία, ελπίζοντας ότι οι δυσκολίες της Μικράς Ασίας θα αποσπούσαν τον Μανουήλ από τις υποθέσεις της Ευρώπης.&lt;br /&gt;Στο μεταξύ, η κατάσταση στη Μικρά Ασία άρχισε να γίνεται απειλητική. Στην Κιλικία που είχε καταληφθεί από τον Ιωάννη Κομνηνό, ξέσπασε μια επανάσταση, κάτω από την καθοδήγηση του &lt;strong&gt;Τερόζη&lt;/strong&gt;. Δυο στρατιές του Μανουήλ που στάλθηκαν κατά του επαναστάτη, απέτυχαν στην αποστολή τους, ενώ η κατάσταση έγινε ακόμα πιο σοβαρή όταν ο Τερόζης συμμάχησε με τον παλιό του εχθρό, τον πρίγκιπα της Αντιόχειας &lt;strong&gt;Ρενάλδο&lt;/strong&gt; (Renaud de Chatillon) και βάδισε μαζί με το νέο του σύμμαχο κατά των Βυζαντινών. Συγχρόνως ο Ρενάλδος πέτυχε μια καλή επίθεση κατά της Κύπρου. Ο Μανουήλ ήρθε ο ίδιος στην Κιλικία και η άφιξή του υπήρξε τόσο ξαφνική ώστε ο Τερόζης μόλις γλύτωσε την αιχμαλωσία φεύγοντας. Το 1158 ο Μανουήλ έγινε και πάλι κύριος της Κιλικίας και ο Τερόζης υποτάχθηκε στον αυτοκράτορα, ο οποίος τον συγχώρησε. Τώρα ήταν η σειρά της Αντιόχειας.&lt;br /&gt;Ο Ρενάλδος όταν αντιλήφθηκε ότι δε θα μπορούσε να αντισταθεί στις δυνάμεις του Βυζαντίου, αποφάσισε να ζητήσει από τον αυτοκράτορα συγγνώμη. Ο Μανουήλ βρισκόταν στη Μοψουεστία της Κιλικίας, όπου ο Ρενάλδος «&lt;em&gt;παρουσιάστηκε σαν ικέτης μπροστά στον Μεγάλο Κομνηνό&lt;/em&gt;» (Schlumberger). Τότε έλαβε χώρα μια πολύ ταπεινωτική σκηνή: ξυπόλητος ο Ρενάλδος ξαπλώθηκε μπροστά στον αυτοκράτορα, δίνοντάς του το ξίφος του και θέτοντας τον εαυτό του στη διάθεση της ευσπλαχνίας του Μανουήλ. Συγχρόνως ζητούσε χάρη, κραυγάζοντας τόσο πολύ, που προκαλούσε «αναγούλα» και πολλοί Γάλλοι τον επέπληξαν γι’ αυτό. Πρέσβεις από τα περισσότερα έθνη της Ανατολής παρευρίσκονταν στη διάρκεια αυτής της σκηνής, η οποία τους έκανε βαθειά εντύπωση. «&lt;em&gt;Η σκηνή αυτή είχε σαν αποτέλεσμα την καταφρόνηση των Λατίνων από τους λαούς όλης της Ασίας&lt;/em&gt;» (Schlumberger). Ο Ρενάλδος αναγνώρισε τον εαυτό του ως υποτελή του Μανουήλ και αργότερα (1178-1179) κάποιος Ροβέρτος στάλθηκε στην αυλή του &lt;strong&gt;Ερρίκου Β'&lt;/strong&gt; βασιλιά της Αγγλίας, ως εκπρόσωπος και των δύο χωρών (δηλαδή του Βυζαντίου και της Αντιόχειας). Ο βασιλιάς των Ιεροσολύμων &lt;strong&gt;Βαλδουίνος Γ'&lt;/strong&gt; ήρθε ο ίδιος στη Μοψουεστία, όπου έγινε δεκτός (στο στρατόπεδο του Μανουήλ) από τον αυτοκράτορα. Ο Βαλδουίνος υποχρεώθηκε να συνάψει συνθήκη με τον Μανουήλ και ανέλαβε την υποχρέωση να παραχωρήσει στον αυτοκράτορα στρατεύματα. Ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης αναφέρει τον βασιλιά που έσπευσε από την Ιερουσαλήμ θαμπωμένος από τη φήμη και τα έργα του αυτοκράτορα και αναγνωρίζοντας το μεγαλείο του.&lt;br /&gt;Τον Απρίλιο του 1159, ο Μανουήλ έκανε τη θριαμβευτική του είσοδο στην Αντιόχεια. Συνοδευόμενος από τον Ρενάλδο και τους άλλους Λατίνους πρίγκιπες, που βάδιζαν άοπλοι και ακολουθούμενος από τον έφιππο αλλά άοπλο βασιλιά της Ιερουσαλήμ, ο αυτοκράτορας πέρασε ανάμεσα από τους στολισμένους με χαλιά και λουλούδια δρόμους, υπό τους ήχους οργάνων και ύμνων και οδηγήθηκε από τον Πατριάρχη της Αντιόχειας στον καθεδρικό Ναό. Επί 8 ημέρες τα εμβλήματα του αυτοκράτορα ήταν απλωμένα στα τείχη της πόλης.&lt;br /&gt;Η υποταγή του Ρενάλδου και η είσοδος του Μανουήλ στην Αντιόχεια το 1159 δείχνει τον θρίαμβο της πολιτικής του Βυζαντίου έναντι των Λατίνων, που αποτελεί καρπό προσπαθειών και αγώνων 60 και πλέον ετών. Παρά τις πολλές δυσκολίες και τους πολέμους, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου αντιμετώπιζε πάντα το πρόβλημα της Αντιόχειας, το οποίο άρχισε κατά την Α' Σταυροφορία για να μη λυθεί ποτέ.&lt;br /&gt;Στην εκκλησία της Γέννησης στη Βηθλεέμ, μια επιγραφή, χρονολογημένη από το 1169, αναφέρει τα εξής: «&lt;em&gt;Το παρόν έργο συμπληρώθηκε από τον ζωγράφο και τεχνίτη μωσαϊκών Εφραΐμ στη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Μανουήλ Πορφυρογέννητου Κομνηνού και την εποχή του μεγάλου βασιλιά της Ιερουσαλήμ Αμάριγου και του ιερού Επισκόπου της ιεράς Βηθλεέμ Ραούλ το έτος 677&lt;/em&gt;» (δηλαδή 1169). Το ότι αναφέρεται το όνομα του Μανουήλ μαζί με το όνομα του Αμάριγου, μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι ο αυτοκράτορας είχε αποκτήσει κάποια επικυριαρχία επί του βασιλιά της Ιερουσαλήμ.&lt;br /&gt;Όσον αφορά τις σχέσεις του αυτοκράτορα με τους Μουσουλμάνους πρίγκιπες, ο Μανουήλ και ο Κιλίτς-Αρσλάν είχαν για μερικά χρόνια φιλικές σχέσεις και το 1161-1162 ο Σουλτάνος ήρθε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και έγινε επίσημα δεκτός από τον αυτοκράτορα.&lt;br /&gt;Η υποδοχή αυτή περιγράφεται με ακρίβεια από τις βυζαντινές κι ανατολικές πηγές. Ο Σουλτάνος έμεινε 8 ημέρες στην Κωνσταντινούπολη, αφού προηγουμένως είδε όλα τα πλούτη και όλους τους θησαυρούς της πρωτεύουσας, θαμπωμένος από τη λαμπρότητα της δεξίωσης των ανακτόρων. Ο Κιλίτς-Αρσλάν δεν τολμούσε καν να καθίσει στο πλευρό του αυτοκράτορα. Ξιφομαχίες, αγώνες και μια ναυτική εορτή ακόμα, με επίδειξη του «υγρού πυρός» έγιναν προς τιμή του Σουλτάνου. Δυο φορές την ημέρα έφερναν φαγητό στον μεγάλο επισκέπτη σε χρυσά και αργυρά σκεύη, από τα οποία τα τελευταία έμεναν στη διάθεση του ξένου. Μια μέρα, όταν ο αυτοκράτορας και ο Σουλτάνος έφαγαν μαζί, όλα τα σκεύη προσφέρθηκαν ως δώρο στον Κιλίτς-Αρσλάν.&lt;br /&gt;Το 1171 ο βασιλιάς των Ιεροσολύμων Αμάριγος Α’ έφτασε στη Κωνσταντινούπολη και έγινε δεκτός με μεγαλοπρέπεια από τον Μανουήλ. Η επίσκεψη αυτή αποτελεί το κατακόρυφο της διεθνούς δόξας και της μεγάλης δύναμης του Μανουήλ στην Εγγύς Ανατολή.&lt;br /&gt;Τα πολιτικά όμως αποτελέσματα της επίσκεψης του Κιλίτς-Αρσλάν στην πρωτεύουσα δεν υπήρξαν πολύ σπουδαία. Ένα είδος φιλικής συνθήκης που έγινε στην Κωνσταντινούπολη δεν κράτησε πολύ. Λίγα χρόνια αργότερα ο Σουλτάνος ανήγγειλε στους φίλους και τους αξιωματούχους του ότι όσο πιο πολύτιμα δώρα πήρε από τον αυτοκράτορα τόσο πιο πολύ ζημιά έκανε στην αυτοκρατορία.&lt;br /&gt;Κάτω από τις συνθήκες αυτές η ειρήνη στα ανατολικά σύνορα δεν ήταν δυνατόν να διαρκέσει πολύ, χάρη σε ορισμένους τοπικούς λόγους και μετά, ίσως από υποκίνηση του Φρειδερίκου, άρχισαν οι εχθροπραξίες. Ο ίδιος ο Μανουήλ ανέλαβε την αρχηγία του στρατού. Σκοπός της εκστρατείας ήταν η κατάληψη του Ικονίου, της πρωτεύουσας του Σουλτανάτου. Το 1176 τα βυζαντινά στρατεύματα περιπλέχθηκαν στα ορεινά στενά της Φρυγίας όπου (όχι μακριά από τα σύνορα) βρισκόταν το οχυρό του &lt;strong&gt;Μυριοκέφαλου&lt;/strong&gt;. Εκεί οι Τούρκοι, στις 17 Σεπτεμβρίου του 1176 επιτέθηκαν εναντίον του αυτοκρατορικού στρατού από πολλές πλευρές και τον κατανίκησαν. Ο αυτοκράτορας μόλις γλύτωσε τη ζωή του και διέφυγε την αιχμαλωσία. Ο Βυζαντινός ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης γράφει ότι «&lt;em&gt;το θέαμα ήταν πραγματικά αξιοθρήνητο ή, καλύτερα, η καταστροφή υπήρξε τόσο μεγάλη που δεν ήταν δυνατόν να θρηνηθεί όσο έπρεπε. Οι λάκκοι ήταν τελείως γεμάτοι από πτώματα, στα φαράγγια υπήρχαν όγκοι από σκοτωμένους και στους θάμνους βουνά από νεκρούς... Κανείς δεν περνούσε από εκεί δίχως δάκρυα και θρήνους και όλοι, κλαίγοντας σπασμωδικά, καλούσαν τους χαμένους φίλους και συγγενείς τους με το όνομά τους&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Ένας ιστορικός της εποχής αυτής που έζησε, το 1179, για ένα διάστημα στην Κωνσταντινούπολη, παρουσιάζει τις διαθέσεις του Μανουήλ, μετά τη μάχη του Μυριοκέφαλου, ως εξής: «&lt;em&gt;Από την ημέρα αυτή λέγεται ότι ο αυτοκράτορας θυμόταν πάντοτε, με βαριά καρδιά, αυτήν τη μοιραία καταστροφή. Ποτέ, ύστερα από αυτήν, δεν έδειξε πια το κέφι που τόσο τον χαρακτήριζε και ποτέ δεν παρουσιάστηκε πια χαρούμενος στο λαό του, όσο και αν προσπαθούσαν να τον διασκεδάσουν. Ποτέ όσο ζούσε δεν χάρηκε την υγεία που διέθετε πριν σε τόσο αξιοθαύμαστο βαθμό. Με λίγα λόγια η διαρκής παρουσία της ανάμνησης αυτής της ήττας τόσο τον πίεζε, ώστε ποτέ πια δεν χάρηκε την ειρήνη του πνεύματος ή τη συνήθη ηρεμία της σκέψης του&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Σ’ ένα εκτενές γράμμα προς τον φίλο του Ερρίκο Β', βασιλιά της Αγγλίας, ο Μανουήλ αναγγέλλει την καταστροφή του προσπαθώντας λίγο να την απαλύνει. Στο γράμμα αυτό ο αυτοκράτορας δίνει μια λεπτομερή περιγραφή της μάχης, αναφέροντας συγχρόνως και μια ενδιαφέρουσα πληροφορία σχετική με τη συμμετοχή στη μάχη Άγγλων που υπηρετούσαν από το 1066 τους αυτοκράτορες του Βυζαντίου, κυρίως στην αυτοκρατορική φρουρά.&lt;br /&gt;Παρά τη φοβερή ήττα του Μυριοκέφαλου, ένας ανώνυμος πανηγυριστής του Μανουήλ μεταβάλλει τη φυγή του αυτοκράτορα, μπροστά στους Τούρκους, σ’ ένα από τα λαμπρά του έργα λέγοντας ότι «&lt;em&gt;ύστερα από μια σύγκρουση με μια μάζα επιτιθέμενων Τούρκων ο Μανουήλ ξέφυγε μόνος χωρίς να φοβάται τα πολυάριθμα ξίφη, βέλη και ακόντια&lt;/em&gt;». Ένας ανεψιός του Μανουήλ διακόσμησε το νέο του σπίτι με έργα ζωγραφικής και ανάμεσα στις άλλες εικόνες «&lt;em&gt;διέταξε την απεικόνιση των έργων του Σουλτάνου (του Ικονίου), εικονογραφώντας έτσι τους τοίχους του σπιτιού του με κάτι που θα ήταν καλύτερα να μένει στην αφάνεια&lt;/em&gt;». Κατά πάσα πιθανότητα, η εικόνα αυτή παρίστανε τη μοιραία &lt;strong&gt;μάχη του Μυριοκέφαλου&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;Για άγνωστους όμως ακόμα λόγους, ο Κιλίτς-Αρσλάν έκανε πολύ μέτρια χρήση της νίκης του αρχίζοντας συνεννοήσεις με τον αυτοκράτορα που οδήγησαν σε μια ανεκτή ειρήνη. Μερικά οχυρά του Βυζαντίου, στη Μικρά Ασία, καταστράφηκαν.&lt;br /&gt;Η &lt;strong&gt;μάχη του Ματζικέρτ&lt;/strong&gt;, το 1071, υπήρξε ήδη ένα θανάσιμο κτύπημα για την κυριαρχία του Βυζαντίου στη Μικρά Ασία. Όσοι όμως έζησαν τη μάχη αυτή δεν το είχαν καταλάβει και έλπιζαν ακόμα να αναλάβουν και να απαλλαγούν από τον κίνδυνο των Σελτζούκων. Οι δυο πρώτες Σταυροφορίες δεν είχαν μετριάσει τον κίνδυνο και η μάχη του Μυριοκέφαλου, το 1176, κατέστρεψε οριστικά την τελευταία ελπίδα που διατηρούσε το Βυζάντιο για την εκδίωξη των Τούρκων από τη Μικρά Ασία. Ύστερα από αυτό η αυτοκρατορία δεν μπορούσε πια να φέρει σε πέρας στην Ανατολή καμιά επιθετική ενέργεια. Μόλις είχε τη δυνατότητα να υπερασπίζεται τα ανατολικά σύνορα και να συγκρατεί τις ορδές των Σελτζούκων, οι οποίοι εισχωρούσαν συνεχώς στην περιοχή της. «&lt;em&gt;Η μάχη του Μυριοκέφαλου&lt;/em&gt;», όπως λέει ο Kugler, «&lt;em&gt;υπήρξε αποφασιστική για τη μοίρα όλης της Ανατολής».&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Αμέσως μετά την ήττα του ο Μανουήλ έστειλε ένα γράμμα στον Φρειδερίκο Βαρβαρόσα με το οποίο περιέγραφε τη θέση του Σουλτάνου των Σελτζούκων ως ανίσχυρη, αλλά ο Φρειδερίκος είχε ήδη πληροφορηθεί τη πραγματικότητα, δηλαδή την τρομερή ήττα του Μανουήλ. Απαντώντας στον Μανουήλ ο Φρειδερίκος ανήγγειλε ότι οι Γερμανοί αυτοκράτορες, που είχαν αποκτήσει τη δύναμή τους από τους ένδοξους Ρωμαίους αυτοκράτορες, έπρεπε να διοικούν όχι μόνο τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία (Romanum imperium), αλλά και το «&lt;em&gt;Ελληνικό βασίλειο&lt;/em&gt;» (regnum grecie) και ότι, συνεπώς, ο Μανουήλ έπρεπε να αναγνωρίσει την εξουσία του αυτοκράτορα της Δύσης και του Πάπα. Τέλειωνε το γράμμα του με τη δήλωση ότι στο μέλλον θα ρύθμιζε τη στάση του με βάση τη συμπεριφορά του Μανουήλ, ο οποίος άδικα δημιουργούσε ζητήματα ανάμεσα στους υπηκόους της Δυτικής αυτοκρατορίας. Έτσι ο Hohenstaufen πίστευε ότι ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου θα υποτασσόταν σ’ αυτόν λόγω της ιδιότητάς του ως αυτοκράτορα της Δύσης. Η ιδέα της μιας αυτοκρατορίας δεν έπαψε να υπάρχει τον 12ο αιώνα. Στην αρχή απασχολούσε τον Μανουήλ και μετά, όταν οι συνθήκες έπαψαν να είναι ευμενείς για το Βυζάντιο, ο Φρειδερίκος άρχισε να οραματίζεται μια ενιαία αυτοκρατορία.&lt;br /&gt;Το 1177, το &lt;strong&gt;Συνέδριο της Βενετίας&lt;/strong&gt;, στο οποίο παραβρέθηκαν ο Φρειδερίκος, ο Πάπας και οι αντιπρόσωποι των νικηφόρων ιταλικών πόλεων, επικύρωσε την ανεξαρτησία των τελευταίων και συμφιλίωσε τον Γερμανό άρχοντα με τον Πάπα. Με άλλα λόγια, η συνθήκη της Βενετίας έβαλε τέλος στην εχθρότητα που υπήρχε μεταξύ της Γερμανίας, των Λογγοβάρδων και του Πάπα, τον οποίον ο Μανουήλ είχε χρησιμοποιήσει για τους διπλωματικούς του ελιγμούς.&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Το Συνέδριο της Βενετίας υπήρξε για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία ένα κτύπημα εξίσου ισχυρό με την ήττα του Μυριοκέφαλου&lt;/em&gt;», αναφέρει ο Uspensky. «&lt;em&gt;Με το να συμφιλιώσει τους παράγοντες της Δύσης, που ήταν εχθρικοί προς το Βυζάντιο, το Συνέδριο αποτέλεσε μια πρόγνωση του συνασπισμού που επρόκειτο να καταλάβει, το 1204, την Κωνσταντινούπολη και να σχηματίσει τα λατινικά κράτη της Ανατολής&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Το Συνέδριο του 1177 είχε ιδιαίτερη σημασία για τη Βενετία, όπου οι εκλεκτοί της Ευρώπης συγκεντρώθηκαν με αρχηγό τον αυτοκράτορα της Δύσης και τον Πάπα. Πάνω από 10.000 ξένοι ήρθαν στη Βενετία και όλοι θαύμασαν την ωραιότητα, τον πλούτο και τη δύναμη αυτής της πόλης. Ένας σύγχρονος ιστορικός απευθύνεται στο λαό της Βενετίας και γράφει: «&lt;em&gt;Ω, πόσο ευτυχείς είστε για το ότι μια τέτοια ειρήνη μπόρεσε να επιτευχθεί στη χώρα σας. Το γεγονός αυτό θα αποτελεί μια αιώνια δόξα για το όνομά σας&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Λίγο πριν το θάνατό του ο Μανουήλ είχε την τελευταία του διπλωματική επιτυχία παντρεύοντας το γιο και διάδοχό του &lt;strong&gt;Αλέξιο&lt;/strong&gt;, με μια οκτάχρονη κόρη του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ'. Χάρη στο γάμο αυτό, οι κάπως τεταμένες σχέσεις που δημιουργήθηκαν, μετά τη Β' Σταυροφορία, μεταξύ Βυζαντίου και Γαλλίας, φαίνεται ότι βελτιώθηκαν. Ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης έγραψε ένα ειδικό λόγο για την άφιξη της αυτοκρατορικής νύφης από τη Γαλλία στην Κωνσταντινούπολη.&lt;br /&gt;Επιπλέον, μετά το περίφημο γράμμα που έστειλε ο Μανουήλ στον βασιλιά της Αγγλίας Ερρίκο Β', ύστερα από την καταστροφή του Μυριοκέφαλου, οι σχέσεις μεταξύ των δύο αρχόντων έγιναν πολύ φιλικές και υπάρχουν ενδείξεις ότι κατά τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Μανουήλ, απεσταλμένοι του Βυζαντίου ήρθαν στο Westminster τους οποίους, μετά από εντολή του Ερρίκου Β', ανέλαβε να περιποιηθεί ο Geoffrey de Haie, που κατόπιν στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ερρίκος Β' γνωρίζοντας την αγάπη του Μανουήλ για τα σπορ και το κυνήγι, του έστειλε μερικά κυνηγετικά σκυλιά με ένα πλοίο που έφευγε από το Bremen.&lt;br /&gt;Συνοψίζοντας μπορούμε να πούμε ότι η πολιτική του Μανουήλ διέφερε πολύ από την προσεκτική και συνετή πολιτική του παππού του και του πατέρα του. Παρασυρόμενος από τα απατηλά του όνειρα να αποκαταστήσει την ενότητα της αυτοκρατορίας ως διάδοχος του Αύγουστου, του Κωνσταντίνου και του Ιουστινιανού και κλίνοντας έντονα προς τις συνήθειες και τους τρόπους ζωής της Δύσης, εκτέθηκε υπερβολικά στον αγώνα του με την Ιταλία και την Ουγγαρία καθώς και στις σχέσεις του με τη Δυτική αυτοκρατορία, τη Γαλλία, τη Βενετία και άλλες ιταλικές πόλεις. Μη δίνοντας την κατάλληλη προσοχή στην Ανατολή δεν πέτυχε να εμποδίσει την περαιτέρω ανάπτυξη του Σουλτανάτου του Ικονίου και τελικά, μετά την καταστροφή του Μυριοκέφαλου, έζησε τη διάψευση όλων των ελπίδων που συγκέντρωνε η αυτοκρατορία στη Μικρά Ασία.&lt;br /&gt;Η προτίμηση που έδειξε ο Μανουήλ στη Δύση, η οποία δε συμπαθούσε το Βυζάντιο και της οποίας ο πολιτισμός, την εποχή αυτή, δεν ήταν ο ίδιος με αυτόν του Βυζαντίου, είχε καταστρεπτικές συνέπειες για την αυτοκρατορία. Με το να δέχεται τους ξένους με «ανοικτή αγκαλιά» και να τους δίνει υπεύθυνες θέσεις, δημιούργησε ανάμεσα στους υπηκόους του έντονες αντιπάθειες, που μπορούσαν να έχουν αιματηρές συνέπειες.&lt;br /&gt;Ο ειδικός για την εποχή του Μανουήλ ιστορικός χαρακτηρίζει ως εξής την πολιτική του: «&lt;em&gt;Ο Μανουήλ έτυχε να πεθάνει μάλλον πολύ γρήγορα, πριν δει τις θλιβερές συνέπειες της πολιτικής του, που τις είχαν ήδη αντιληφθεί οι πιο οξυδερκείς από τους συγχρόνους του. Ήταν σκληρή η κληρονομιά που άφηνε ο αυτοκράτορας και κανείς από τους διαδόχους του δεν μπορούσε να επανορθώσει την κατάσταση της αυτοκρατορίας. Στη διάρκεια των επόμενων χρόνων η παρακμή της αυτοκρατορίας επρόκειτο να εξελιχθεί με ταχύτητα και μπορούμε να πούμε ότι η παρακμή αυτή άρχισε την εποχή της βασιλείας του Μανουήλ&lt;/em&gt;» (Chalandon).&lt;br /&gt;Θα ήταν πιο σωστό αν πούμε ότι η παρακμή της αυτοκρατορίας είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα, την εποχή της δυναστείας των Μακεδόνων, μετά το θάνατο του Βασιλείου Β' Βουλγαροκτόνου, το 1025. Οι δυο πρώτοι Κομνηνοί, ο Αλέξιος και ο Ιωάννης, κατόρθωσαν να επιβραδύνουν την παρακμή, αλλά δεν πέτυχαν να τη σταματήσουν. Η λανθασμένη πολιτική του Μανουήλ οδήγησε την αυτοκρατορία και πάλι στο δρόμο της παρακμής και, τη φορά αυτή, της οριστικής κατάπτωσης. Όπως παρατηρεί ο Hertzberg, «&lt;em&gt;μαζί με τον Μανουήλ θάφτηκε για πάντα η αρχαία λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια του Βυζαντίου&lt;/em&gt;». Η γνώμη αυτή του ιστορικού του 19ου αιώνα, συμφωνεί με τα λόγια του γνωστού συγγραφέα του τέλους του 12ου αιώνα (σύγχρονου των Κομνηνών και των Αγγέλων) Ευστάθιου Θεσσαλονίκης, ο οποίος παρατηρεί ότι: «&lt;em&gt;Σύμφωνα προς το σχέδιο του Θεού, με το θάνατο του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού, χάθηκε κάθε τι που έμενε άθικτο από τους Ρωμαίους, ενώ το σκοτάδι κάλυψε όλη μας τη χώρα σαν να βρισκόταν σε μια έκλειψη ηλίου&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Μια τόσο πολύμορφη φυσιογνωμία σαν του Μανουήλ Κομνηνού, δεν μπορούσε παρά να αφήσει βαθειά εντύπωση πέρα απ’ τα όρια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Το όνομα και τα κατορθώματά του, που έγιναν θρυλικά, ήταν πολύ γνωστά στα ρώσικα ηρωικά έπη, τραγούδια και χρονικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΙΟΥ Β' ΚΑΙ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ Α'&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Η πενταετής περίοδος της βασιλείας των δύο τελευταίων Κομνηνών, Αλέξιου και Ανδρόνικου&lt;/em&gt;», γράφει ο Ρώσος ιστορικός Uspensky, «&lt;em&gt;είναι ενδιαφέρουσα κυρίως σαν μια εποχή αντιδράσεων και κρατικών μεταρρυθμίσεων, οι οποίες είχαν μια τελείως λογική βάση και που προκλήθηκαν από τη διαπίστωση των σφαλμάτων του παλιού συστήματος διοίκησης&lt;/em&gt;». Μετά το θάνατο του Μανουήλ, ανέβηκε στο θρόνο ο μόλις 12 ετών γιος του, &lt;strong&gt;Αλέξιος Β'&lt;/strong&gt; (1180-1183) και η μητέρα του &lt;strong&gt;Μαρία&lt;/strong&gt; ανέλαβε την αντιβασιλεία, ενώ ο &lt;strong&gt;Αλέξιος Κομνηνός&lt;/strong&gt; (ανεψιός του Μανουήλ) κατεύθυνε όλες τις υποθέσεις του κράτους. Ο σκληρός αγώνας των κομμάτων της αυλής, αλλά και η συνεχής επικράτηση των Λατίνων, οδήγησαν στο να κληθεί στην πρωτεύουσα ο περίφημος &lt;strong&gt;Ανδρόνικος&lt;/strong&gt;. Ήδη προ πολλού ο Ανδρόνικος είχε τη φιλοδοξία να καταλάβει τον αυτοκρατορικό θρόνο και συνεπώς άρπαξε την ευκαιρία να εμφανιστεί σαν προστάτης του ανίσχυρου αυτοκράτορα Αλέξιου Β', αλλά και σαν υπερασπιστής των εθνικών συμφερόντων των Βυζαντινών. Λίγο πριν μπει στην πρωτεύουσα έλαβε χώρα η σφαγή των Λατίνων, κατά την οποία υπέφεραν πολύ, αναμφίβολα, και οι Ενετοί έμποροι.&lt;br /&gt;Το 1182 ο Ανδρόνικος μπήκε στην Κωνσταντινούπολη και παρά τις επίσημες υποσχέσεις του, άρχισε να ενεργεί φανερά για να αποκτήσει την απόλυτη εξουσία. Ύστερα από διαταγή του, συνελήφθη και τυφλώθηκε ο δυναμικός Αλέξιος Κομνηνός, ενώ η Μαρία και, λίγο αργότερα, ο άτυχος αυτοκράτορας Αλέξιος Β', δολοφονήθηκαν. Το 1183 ο Ανδρόνικος, σε ηλικία 63 ετών, έγινε παντοδύναμος κυρίαρχος της αυτοκρατορίας. Για να σταθεροποιήσει περισσότερο τη θέση του, παντρεύτηκε τη χήρα του Αλέξιου Β' &lt;strong&gt;Αγνή-Άννα&lt;/strong&gt; της Γαλλίας, η οποία, όταν πέθανε ο μόλις 14 ετών άντρας της, δεν ήταν ακόμα ούτε 12 ετών.&lt;br /&gt;Ο ενθουσιασμός, με τον οποίον δέχθηκε ο λαός τον Ανδρόνικο, εξηγείται από τις προσδοκίες που είχαν από τον νέο αυτοκράτορα. Ο Ανδρόνικος αντιμετώπιζε δύο κυρίως εσωτερικά προβλήματα: πρώτον, να εγκαταστήσει μια εθνική κυβέρνηση, απαλλάσσοντας το Βυζάντιο από την επιρροή των Λατίνων και δεύτερον, να εξασθενήσει τη γραφειοκρατική αριστοκρατία και τους μεγαλοκτηματίες, επειδή η επιρροή τους κατέστρεφε την τάξη των γεωργών. Ένα τέτοιο πρόγραμμα, όσο κι αν ήταν δύσκολη η εκτέλεσή του, ήταν πολύ συμπαθές στις μάζες του πληθυσμού.&lt;br /&gt;Ο Αρχιεπίσκοπος των Αθηνών &lt;strong&gt;Μιχαήλ Χωνιάτης&lt;/strong&gt;, μια από τις πιο ανεκτίμητες πηγές πληροφοριών για την εσωτερική κατάσταση της αυτοκρατορίας τον 12ο αιώνα, γράφει ότι θυμάται πρώτα απ’ όλα ότι, την εποχή των δυσκολιών και των ανωμαλιών, η αυτοκρατορία ζήτησε τη βοήθεια του προσφιλούς της και μεγάλου Ανδρόνικου για την απομάκρυνση της τυραννίας των Λατίνων. Ο Ανδρόνικος, «&lt;em&gt;οπλισμένος μόνο με τη δικαιοσύνη, βάδιζε ελαφρά προς την πόλη που τον αγαπούσε... Το πρώτο πράγμα που προσέφερε στην πρωτεύουσα σαν αντάλλαγμα της αγνής προς αυτόν αγάπης της, υπήρξε η απελευθέρωση από την τυραννική αυθάδεια των Λατίνων και το ξεκαθάρισμα της αυτοκρατορίας από τα μιάσματα των βαρβάρων&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Με τον Ανδρόνικο απέκτησε δύναμη ένα νέο κόμμα&lt;/em&gt;». «&lt;em&gt;Αυτός ο τελευταίος εκπρόσωπος της δυναστείας των Κομνηνών&lt;/em&gt;», λέει ο Uspensky, «&lt;em&gt;ήταν ή το λιγότερο φαινόταν να είναι ένας λαϊκός βασιλιάς, ένας βασιλιάς των χωρικών. Ο λαός τραγουδούσε τραγούδια γι’ αυτόν και συνέθεσε ποιητικούς θρύλους, τα ίχνη των οποίων έχουν διασωθεί στα χρονικά και στις σημειώσεις των ανέκδοτων χειρογράφων της Ιστορίας του Νικήτα Χωνιάτη&lt;/em&gt;». Εκτός από αυτά ο Νικήτας γράφει ότι ο Ανδρόνικος διέταξε να αναγερθεί το άγαλμά του κοντά στη βορεινή πύλη της εκκλησίας των Σαράντα Μαρτύρων κι ότι το άγαλμα αυτό δεν τον παρουσίαζε με τη μεγαλοπρέπεια ενός άρχοντα, αλλά σαν έναν εργάτη, απλά ντυμένο, που κρατούσε ένα δρεπάνι.&lt;br /&gt;Ο Ανδρόνικος άρχισε εντατικά το έργο των μεταρρυθμίσεων. Ο μισθός πολλών υπαλλήλων αυξήθηκε για να μειωθούν οι δωροδοκίες, τίμιοι και αδιάβλητοι άνθρωποι διορίστηκαν ως δικαστές, οι φόροι ελαττώθηκαν σοβαρά κι επιβλήθηκαν αυστηρές ποινές για τους φοροεισπράκτορες που εξυπηρετούσαν τα ατομικά τους συμφέροντα. Σοβαρά μέτρα πάρθηκαν εναντίον των μεγαλο-ιδιοκτητών και πολλά μέλη της βυζαντινής αριστοκρατίας καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ο Μιχαήλ Χωνιάτης γράφει: «&lt;em&gt;Προ καιρού έχουμε πεισθεί ότι είσαι μαλακός με τους φτωχούς και τρομερός για τους άπληστους, ότι είσαι ο προστάτης των αδύνατων και ο εχθρός των παραβατών, ότι δεν κλίνεις την πλάστιγγα της Θέμιδας ούτε δεξιά ούτε αριστερά και ότι έχεις τα χέρια σου καθαρά από δωροδοκίες&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Ο αγώνας του Ανδρόνικου με την αριστοκρατία του Βυζαντίου, υπενθυμίζει στον Ιταλό ιστορικό Cognasso τον αγώνα του Ιβάν του Τρομερού (τον 16ο αιώνα) εναντίον των Ρώσων ευγενών. Ο Cognasso γράφει σχετικά:&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Όπως ο Ανδρόνικος απέβλεπε στην καταστροφή της επιρροής της αριστοκρατίας του Βυζαντίου, έτσι και ο Ιβάν ήθελε την καταστροφή των Ρώσων ευγενών. Και οι δυο&lt;/em&gt; (πιο πολύ όμως ο Ρώσος Τσάρος) &lt;em&gt;αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε πιεστικά μέτρα. Ήταν όμως άτυχο το γεγονός ότι κι οι δύο εξασθενώντας την αριστοκρατία, μείωσαν τη δύναμη του κράτους. Ο Ιβάν βρέθηκε στην ίδια απελπιστική θέση, μπροστά στους Πολωνούς, στην οποία βρέθηκε ο Ανδρόνικος αντιμετωπίζοντας τους Νορμανδούς του Γουλιέλμου Β’. Ο Ιβάν κυρίαρχος ενός νέου και ισχυρού λαού, πέτυχε με γρήγορα μέτρα να σώσει τη Ρωσία, ενώ ο Ανδρόνικος έπεσε πριν μεταρρυθμίσει κι ενισχύσει την αυτοκρατορία. Ο παλιός οργανισμός δεν μπορούσε πια να στηριχθεί κι ένα νέο οργανικό σώμα, που είχε οραματιστεί ο Ανδρόνικος, γρήγορα περιήλθε στα χέρια ανθρώπων χωρίς πείρα&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Φυσικά ο Ανδρόνικος δεν είχε τη δυνατότητα να φέρει σε πέρας μια ριζοσπαστική μεταρρύθμιση ενός κοινωνικού συστήματος που προήλθε μετά από μακρόχρονη ιστορική εξέλιξη. Οι εκπρόσωποι των αριστοκρατών περίμεναν την πρώτη ευκαιρία για να απαλλαγούν από τον μισητό αυτοκράτορα και να τον αντικαταστήσουν με ένα άτομο που θα διατηρούσε την κοινωνική πολιτική των 3 πρώτων Κομνηνών. Καθώς υποπτευόταν παντού προδότες και συνωμότες, ο Ανδρόνικος υιοθέτησε ένα σύστημα τρομοκρατίας, το οποίο χωρίς διάκριση, καταδίωκε ένοχους και αθώους, όλων των τάξεων, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας μίσους κατά του αυτοκράτορα. Ο λαός, που πριν λίγο καιρό είχε δεχθεί με ενθουσιασμό τον προσφιλή του άρχοντα, τώρα τον θεωρούσε σαν έναν άνθρωπο που παρέβη τις υποσχέσεις του και απέβλεπε ήδη σ’ έναν άλλον απαιτητή του θρόνου. Ο Νικήτας Χωνιάτης έδωσε μια εντυπωσιακή εικόνα της μεταβολής των αισθημάτων του λαού της Κωνσταντινούπολης της εποχής αυτής. Μιλώντας για τον άστατο χαρακτήρα του πληθυσμού της πρωτεύουσας αναφέρει ότι ο λαός της χαρακτηρίζεται από μια αδιαφορία για τους αυτοκράτορες, ενώ συγχρόνως τον ίδιο άνθρωπο που σήμερα νόμιμα κάνει κύριό του, τον καταδικάζει τον επόμενο χρόνο σαν εγκληματία.&lt;br /&gt;Η πολύπλοκη και απειλητική εσωτερική κατάσταση έγινε ακόμα χειρότερη χάρη στην αποτυχία της εξωτερικής πολιτικής. Ο Ανδρόνικος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πολιτική απομόνωση της αυτοκρατορίας ήταν αδύνατη, όσον αφορά την εξυπηρέτηση των απαραίτητων και ζωτικών συμφερόντων της και ότι για να σώσει την κατάσταση, έπρεπε να αποκτήσει σχέσεις με τις δυνάμεις της Δύσης, πράγμα που τόσο επιδεικτικά αποστρεφόταν.&lt;br /&gt;Πραγματικά, η στάση της Δύσης έναντι του Βυζαντίου ήταν εξαιρετικά απειλητική. Μετά το θάνατο του Μανουήλ στη Δ. Ευρώπη υπήρχαν δύο εχθροί του Βυζαντίου: η Γερμανία και το βασίλειο της Σικελίας. Η συμμαχία των δύο αυτοκρατοριών, που την εποχή του Μανουήλ υπήρξε η βάση της πολιτικής της Δυτικής Ευρώπης, είχε τερματιστεί, ενώ η βοήθεια που έδωσε το Βυζάντιο στους Λογγοβάρδους, στον αγώνα τους εναντίον του Φρειδερίκου Βαρβαρόσα, συντέλεσε στην προσέγγιση του τελευταίου προς το βασίλειο της Σικελίας.&lt;br /&gt;Στη συνέχεια οι Λατίνοι που διέφυγαν τη σφαγή το 1182 στην Κωνσταντινούπολη, επέστρεψαν στις χώρες τους, στη Δύση, όπου και μετέφεραν τη φρίκη που έζησαν, ζητώντας εκδίκηση για το κακό και τις ζημιές που υπέστησαν. Ιταλικές εμπορικές δημοκρατίες, με μεγάλες οικονομικές ζημιές, είχαν ιδιαίτερα ερεθιστεί, ενώ μέλη μερικών αριστοκρατικών οικογενειών του Βυζαντίου που διέφυγαν το διωγμό του Ανδρόνικου, καταφεύγοντας στην Ιταλία, προσπαθούσαν να πείσουν τις ιταλικές κυβερνήσεις να κτυπήσουν το Βυζάντιο.&lt;br /&gt;Στο μεταξύ ο δυτικός κίνδυνος μεγάλωνε όλο και περισσότερο. Ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσας πάντρεψε τον γιο και διάδοχό του &lt;strong&gt;Ερρίκο&lt;/strong&gt; με την κληρονόμο του βασιλείου της Σικελίας &lt;strong&gt;Κωνσταντία&lt;/strong&gt;. Οι αρραβώνες είχαν αναγγελθεί στη Γερμανία το 1184, ένα χρόνο δηλαδή πριν το θάνατο του Ανδρόνικου. Το γεγονός αυτό ήταν πολύ σπουδαίο γιατί μετά το θάνατο του Φρειδερίκου, ο διάδοχός του μπορούσε να προσαρτήσει τη Νεάπολη και τη Σικελία στις κτήσεις του βασιλιά της Γερμανίας. Από δυο χωριστούς εχθρούς θα μπορούσε να προκύψει για το Βυζάντιο ένας τρομερός εχθρός, του οποίου τα πολιτικά συμφέροντα δεν μπορούσαν να συμβιβαστούν με αυτά της ανατολικής αυτοκρατορίας.&lt;br /&gt;Πολύ πιθανόν, η συμμαχία αυτή με τον βασιλικό οίκο των Νορμανδών να έγινε με σκοπό τη δημιουργία, στο βασίλειο της Σικελίας, ενός σημείου εκκίνησης για την εφαρμογή των σχεδίων που είχε ο αυτοκράτορας της Δύσης για την κατάκτηση του «Βασιλείου» των Ελλήνων. Ένας δυτικός ιστορικός του Μεσαίωνα παρατηρεί ότι «&lt;em&gt;ο εχθρικά διακείμενος αυτοκράτορας προς το βασίλειο των Ελλήνων (Regno Grecorium) προσπαθεί να ενώσει την κόρη του βασιλιά της Σικελίας Ρογήρου με το γιο του&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Ο βασιλιάς της Σικελίας &lt;strong&gt;Γουλιέλμος Β'&lt;/strong&gt;,&amp;nbsp;σύγχρονος του Ανδρόνικου, εκμεταλλεύτηκε τις εσωτερικές ανωμαλίες του Βυζαντίου και οργάνωσε μια μεγάλη εκστρατεία εναντίον της αυτοκρατορίας, με σκοπό όχι φυσικά την εκδίκηση για τις σφαγές του 1182 ή την υποστήριξη ενός πιθανού απαιτητή του θρόνου, αλλά την απόκτηση του θρόνου του Βυζαντίου για τον εαυτό του.&lt;br /&gt;Ο Ανδρόνικος αποφάσισε να έρθει σε διαπραγματεύσεις τόσο με τη Δύση όσο και με την Ανατολή.&lt;br /&gt;Έκανε μια συνθήκη με τη Βενετία πριν από τις αρχές του 1185, με βάση την οποία, όπως λέγεται, ο Ανδρόνικος «&lt;em&gt;για να ενισχύσει την αυτοκρατορία&lt;/em&gt;» απελευθέρωσε τους φυλακισμένους Ενετούς, μετά τη σφαγή του 1182, υποσχόμενος να αποζημιώσει τις ζημιές με ετήσιες χρηματικές δόσεις. Πράγματι άρχισε να εκπληρώνει την υπόσχεσή του πληρώνοντας την πρώτη δόση το 1185.&lt;br /&gt;Προσπάθησε επίσης να πλησιάσει τον Πάπα, από τον οποίο έλπιζε να υποστηριχθεί, υποσχόμενος να δώσει ορισμένα προνόμια στην Καθολική Εκκλησία. Στα τέλη του 1182 ο Πάπας &lt;strong&gt;Λουκιανός Γ'&lt;/strong&gt; έστειλε ένα αντιπρόσωπό του στην Κωνσταντινούπολη, ενώ συγχρόνως, όπως αναφέρει ένα χρονικό της Δύσης, ο Ανδρόνικος το 1185, παρά τη θέληση του Πάπα, έκτισε στην πρωτεύουσα μια εκκλησία όπου οι Λατίνοι Καθολικοί ιερείς ιερουργούσαν σύμφωνα με το τυπικό τους. Η εκκλησία αυτή ονομαζόταν Λατινική Εκκλησία.&lt;br /&gt;Τελικά, λίγο πριν πεθάνει, ο Ανδρόνικος έκανε μια τυπική συμμαχία με τον Σουλτάνο της Αιγύπτου Σαλαδίνο. Όπως αναφέρει ένας χρονογράφος της Δύσης, «&lt;em&gt;πιεζόμενος από τη θλίψη και τη στενοχώρια (ο Ανδρόνικος) κατέφυγε στη συμβουλή και τη βοήθεια του Σαλαδίνου&lt;/em&gt;». Οι όροι αυτής της συμμαχίας, η οποία επικυρώθηκε με όρκο, έχουν ως εξής: Αν ο Σαλαδίνος κατόρθωνε, με τις συμβουλές και τη βοήθεια του αυτοκράτορα, να καταλάβει την Ιερουσαλήμ, θα κρατούσε για τον εαυτό του οποιαδήποτε άλλη χώρα που τυχόν θα έπαιρνε, αφήνοντας ελεύθερη την Ιερουσαλήμ και όλη την παραλιακή ακτή, που θα έθετε κάτω από την επικυριαρχία του Ανδρόνικου. Ο αυτοκράτορας θα αποκτούσε όλες τις περιοχές του Σουλτάνου του Ικονίου, μέχρι την Αντιόχεια και τη Μικρά Αρμενία, αν οι νέοι σύμμαχοι είχαν τη δυνατότητα να τις πάρουν. Ο Ανδρόνικος όμως, λόγω του θανάτου του, δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει αυτό το σχέδιο. Έτσι με βάση τη συνθήκη αυτή ο Ανδρόνικος ήταν έτοιμος να παραχωρήσει στον Σαλαδίνο την Παλαιστίνη, με τον όρο αυτός να αναγνώριζε την επικυριαρχία του αυτοκράτορα.&lt;br /&gt;Όμως ούτε η συμμαχία με τη Βενετία, ούτε οι επαφές με τον Πάπα, ούτε η συμμαχία με τον διάσημο Σαλαδίνο μπορούσαν να σώσουν την κατάσταση ή να κρατήσουν στην εξουσία τον Ανδρόνικο.&lt;br /&gt;Στο ανατολικό τμήμα της Μεσογείου ο διοικητής της Κύπρου Ισαάκιος Κομνηνός αποσπάστηκε από την αυτοκρατορία και κήρυξε το νησί ανεξάρτητο, υπό την εξουσία του. Μη έχοντας καλό στόλο ο Ανδρόνικος δεν μπορούσε να καταστείλει την επανάσταση.&lt;br /&gt;Η Κύπρος είχε χαθεί και η απώλειά της ήταν ένα σοβαρό κτύπημα για το Βυζάντιο, επειδή είχε εκεί ένα αξιόλογο στρατηγικό και εμπορικό κέντρο, που είχε πλουτίσει πολύ το κράτος, κυρίως λόγω του εμπορίου με τα λατινικά κράτη της Ανατολής.&lt;br /&gt;Όμως, το κύριο και αποφασιστικό κτύπημα ήρθε από τη Δύση, όταν η καλά οργανωμένη εκστρατεία του Γουλιέλμου Β' της Σικελίας κατευθύνθηκε κατά της αυτοκρατορίας. Όπως συνήθως οι εχθρικές ενέργειες άρχισαν στο Δυρράχιο, που περιήλθε αμέσως στα χέρια των Νορμανδών, οι οποίοι μετά ακολούθησαν τη στρατιωτική Εγνατία οδό βαδίζοντας προς τη Θεσσαλονίκη. Ο ισχυρός στόλος των Νορμανδών έφτασε επίσης εκεί. Στον πόλεμο αυτό η Βενετία φαίνεται ότι κράτησε αυστηρώς ουδέτερη θέση.&lt;br /&gt;Η περίφημη πολιορκία της &lt;strong&gt;Θεσσαλονίκης&lt;/strong&gt; άρχισε. Την πολιορκία αυτή περιγράφει (σε ύφος μάλλον ρητορικό) ο αυτόπτης μάρτυρας αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης Ευστάθιος. Τον Αύγουστο του 1186 η Θεσσαλονίκη, που αξιολογικά ερχόταν μετά την Κωνσταντινούπολη, καταλήφθηκε από τους Νορμανδούς που επιδόθηκαν σε κάθε είδους καταστροφές και σφαγές, εκδικούμενοι για τις σφαγές του 1182. Ο ιστορικός αυτής της εποχής Νικήτας Χωνιάτης γράφει: «&lt;em&gt;Έτσι ανάμεσα σε μας και σ’ εκείνους (Λατίνους) άνοιξε ένα απύθμενο χάσμα εχθρότητας. Δεν μπορούμε πια να ενώσουμε τις ψυχές μας και διαφωνούμε, απόλυτα μεταξύ μας, αν και διατηρούμε τις εξωτερικές σχέσεις μας, αν και συχνά κατοικούμε στο ίδιο σπίτι&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Ύστερα από μερικές μέρες λεηλασίας και φόνων, οι Νορμανδοί προχώρησαν ανατολικά, την Κωνσταντινούπολη.&lt;br /&gt;Όταν τα νέα της πτώσης της Θεσσαλονίκης και της προσέγγισης του στρατού των Νορμανδών στην πρωτεύουσα, έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, ο λαός της πόλης επαναστάτησε κατηγορώντας τον Ανδρόνικο ότι δεν είχε προετοιμαστεί για την αντιμετώπιση του εχθρού. Με απροσδόκητη ταχύτητα ο &lt;strong&gt;Ισαάκιος Άγγελος&lt;/strong&gt; [1] ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας και ο Ανδρόνικος συνελήφθηκε και φυλακίστηκε. Μετά διαπομπεύτηκε και οδηγήθηκε στον Ιππόδρομο, όπου κρεμάστηκε ανάποδα. Πέθανε ύστερα από σκληρά βασανιστήρια, όταν τελικά ένας στρατιώτης τον ευσπλαχνίστηκε και τον σκότωσε με ξίφος. Με την επανάσταση του 1185 τελειώνει η εποχή των Κομνηνών.&lt;br /&gt;Η σύντομη βασιλεία του Ανδρόνικου Α', που όταν ανέβηκε στο θρόνο είχε ως σκοπό την προστασία της αγροτικής τάξης και των χωρικών από την εκμετάλλευση των μεγαλο-κτηματιών, καθώς και την απελευθέρωση του κράτους από την επιρροή των Λατίνων, διαφέρει πολύ στον χαρακτήρα της, από τη βασιλεία όλων των άλλων Κομνηνών. Γι το λόγο αυτό και μόνο η βασιλεία του Ανδρόνικου χρειάζεται εντατική και αυστηρά επιστημονική μελέτη. Σε μερικά σημεία, κυρίως στον τομέα των κοινωνικών προβλημάτων και ενδιαφερόντων, η εποχή του Ανδρόνικου, η οποία δεν έχει ακόμα φωτιστεί όσο πρέπει, αποτελεί έναν ελκυστικό τομέα για περισσότερες έρευνες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Υποσημείωση&lt;/strong&gt;:&lt;br /&gt;[1] Η σύζυγός του, Μαργαρίτα, ήταν κόρη του βασιλιά της Ουγγαρίας.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4628237057126184005-7664352452667529697?l=byzantin-history.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://byzantin-history.blogspot.com/feeds/7664352452667529697/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=4628237057126184005&amp;postID=7664352452667529697&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4628237057126184005/posts/default/7664352452667529697'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4628237057126184005/posts/default/7664352452667529697'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://byzantin-history.blogspot.com/2011/06/blog-post_11.html' title='Μετά τη Β&apos; Σταυροφορία'/><author><name>Τ.ΠΑΣΧΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14270320127730862399</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='21' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_Lg1-sKZbjQs/SKs8rdsLQTI/AAAAAAAAAAY/mgo4tz2xrVs/S220/J0178444.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4628237057126184005.post-3239979696982927467</id><published>2011-06-09T11:29:00.001+03:00</published><updated>2011-06-09T11:31:03.867+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Β&apos; Σταυροφορία'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Μανουήλ Κομνηνός'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Ιωάννης Β&apos; Κομνηνός'/><title type='text'>Εξωτερικές σχέσεις του Ιωάννη Β’</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;&lt;strong&gt;ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗ ΔΥΣΗ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Ο γιος και διάδοχος του Αλέξιου, &lt;strong&gt;Ιωάννης Β'&lt;/strong&gt;, υπήρξε ο τύπος του αυτοκράτορα-στρατιώτη και διέθεσε το μεγαλύτερο μέρος της βασιλείας του σε στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η εξωτερική του πολιτική κυρίως αποτελεί συνέχεια της πολιτικής του πατέρα του, ο οποίος είχε ήδη επισημάνει τα σπουδαία ευρωπαϊκά και ασιατικά προβλήματα, τα οποία ενδιέφεραν την αυτοκρατορία την εποχή αυτή. Ο Ιωάννης έθεσε ως σκοπό του την πρόοδο, ακολουθώντας το δρόμο που χάραξε ο πατέρας του. Ο πατέρας του εμπόδισε τους εχθρούς να εισβάλλουν στο Βυζάντιο και ο γιος αποφάσισε «&lt;em&gt;να πάρει πίσω από τους γείτονές του τις χαμένες βυζαντινές επαρχίες επειδή οραματιζόταν την αποκατάσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στην παλιά της λαμπρότητα&lt;/em&gt;» (Chalandon).&lt;br /&gt;Αν και κατανοούσε καθαρά την κατάσταση της Ευρώπης, ο Ιωάννης ενδιαφερόταν πολύ λίγο για τα ζητήματά της. Αναγκάστηκε μερικές φορές να πολεμήσει στην Ευρώπη, αλλά οι πόλεμοί του εκεί υπήρξαν αυστηρά αμυντικής μορφής. Μόνο στα τέλη της βασιλείας του, λόγω της απειλητικής ανάπτυξης των Νορμανδών, που εκδηλωνόταν με την ένωση της Ν. Ιταλίας με τη Σικελία και το σχηματισμό του βασιλείου της Σικελίας, τα θέματα της Ευρώπης έγιναν σημαντικά για το Βυζάντιο. Το κύριο ενδιαφέρον του Ιωάννη στην εξωτερική του πολιτική επικεντρώθηκε στη Μικρά Ασία.&lt;br /&gt;Σχετικά με τις σχέσεις του Ιωάννη με τη Δύση, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι δημιουργούνταν συνεχώς νέα δυτικά ευρωπαϊκά κράτη, με τα οποία το Βυζάντιο έπρεπε να έρθει σε επαφή.&lt;br /&gt;Ο κίνδυνος των Νορμανδών ανάγκασε τον Αλέξιο να πλησιάσει περισσότερο τη Βενετία, που ανέλαβε την υποχρέωση να υποστηρίξει το Βυζάντιο με το στόλο της, παίρνοντας ως αντάλλαγμα τελείως έκτακτα εμπορικά προνόμια. Οι πολυάριθμοι Βενετοί που πήγαν στο Βυζάντιο και κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, πλούτισαν και γρήγορα σχημάτισαν στην πρωτεύουσα μια βενετική παροικία τόσο πλούσια και πυκνοκατοικημένη, που άρχισε να αποκτά σημαντική επιρροή. Οι Βενετοί σιγά-σιγά ξεχνώντας ότι δεν ήταν ούτε στη χώρα τους ούτε σε μια κατακτημένη χώρα, άρχισαν να συμπεριφέρονται υπεροπτικά και με αυθάδεια όχι μόνο στις κατώτερες τάξεις, αλλά και στους ευγενείς του Βυζαντίου, με αποτέλεσμα να δημιουργούν στο Βυζάντιο μια έντονη δυσαρέσκεια. Τα μικρά εμπορικά προνόμια που έδωσε ο Αλέξιος στην Πίζα δεν ήταν τόσο σπουδαία που να ανησυχήσουν τους Βενετούς.&lt;br /&gt;Όσο ζούσε ο Αλέξιος οι σχέσεις μεταξύ Βενετίας και Βυζαντίου δεν είχαν ακόμα οξυνθεί πολύ. Μετά το θάνατό του όμως τα πράγματα άλλαξαν. Μαθαίνοντας ότι η Απουλία βρισκόταν αντιμέτωπη με εσωτερικές ταραχές και θεωρώντας συνεπώς ότι ο κίνδυνος των Νορμανδών είχε εκλείψει, ο Ιωάννης αποφάσισε να ακυρώσει την εμπορική συνθήκη που είχε κάνει με τη Βενετία. Αμέσως οι Βενετοί έστειλαν τον στόλο τους να λεηλατήσει τα βυζαντινά νησιά της Αδριατικής και του Αιγαίου. Κρίνοντας ότι δεν μπορούσε ν’ αντισταθεί αποτελεσματικά στο στόλο των Βενετών, ο Ιωάννης αναγκάστηκε, από τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, να συνεννοηθεί με τη Βενετία και να επανέλθει στην εμπορική συνθήκη του 1082.&lt;br /&gt;Την εποχή του Ιωάννη οι άλλες ναυτικές πόλεις της Ιταλίας, όπως η Πίζα και η Γένουα, απέκτησαν και αυτές μερικά εμπορικά προνόμια, τα οποία όμως φυσικά δεν μπορούσαν να συγκριθούν με αυτά της Βενετίας.&lt;br /&gt;Στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Ιωάννη το πρόβλημα των Πατσινάκων λύθηκε οριστικά. Οι &lt;strong&gt;Πατσινάκοι&lt;/strong&gt;, που την εποχή του Αλέξιου Κομνηνού είχαν διωχθεί από τους Κομάνους, δεν ενόχλησαν από τότε το Βυζάντιο για 30 χρόνια. Αλλά στις αρχές της βασιλείας του Ιωάννη, οι Πατσινάκοι, που είχαν κάπως συνέρθει από την ήττα τους, διέσχισαν τον Δούναβη κι εισέβαλαν στην περιοχή του Βυζαντίου, όπου όμως νικήθηκαν, το 1122, από τα αυτοκρατορικά στρατεύματα στη Βερόη, τη σημερινή Στάρα-Ζαγορά. Σε ανάμνηση της νίκης του ο Ιωάννης καθιέρωσε μια ειδική τελετή «&lt;em&gt;την των Πατσινάκων λεγομένη τελετή&lt;/em&gt;», η οποία, όπως λέει ο βυζαντινός ιστορικός &lt;strong&gt;Νικήτας Χωνιάτης&lt;/strong&gt;, «&lt;em&gt;γιορταζόταν μέχρι τα τέλη του 12ου αιώνα&lt;/em&gt;». Η σφαγή ήταν τόσο άγρια και εξοντωτική, που, μετά από αυτήν την ήττα, οι Πατσινάκοι δεν είχαν καμιά απολύτως σημασία για την εξωτερική πολιτική του Βυζαντίου και δεν εμφανίζονται ξανά στην ιστορία. Οι Πατσινάκοι όμως που συνελήφθηκαν αιχμάλωτοι κι εγκαταστάθηκαν στο Βυζάντιο, αποτέλεσαν ιδιαίτερο τμήμα του βυζαντινού στρατού και πολέμησαν με το μέρος του Βυζαντίου.&lt;br /&gt;Η τάση της &lt;strong&gt;Ουγγαρίας&lt;/strong&gt; να επεκτείνει τις κτήσεις της προς την Αδριατική, είχε φέρει ήδη σε δύσκολη θέση τον Αλέξιο Κομνηνό, οι σχέσεις του οποίου με τους Ούγγρους είχαν οξυνθεί. Φαινόταν ότι ο γάμος του Ιωάννη με μια πριγκίπισσα της Ουγγαρίας θα διευκόλυνε τις σχέσεις. «&lt;em&gt;Αλλά αυτή συγγένεια&lt;/em&gt;», όπως λέει ο Ρώσος ιστορικός Grot, «&lt;em&gt;δεν μπορούσε να ανατρέψει το αίσθημα της αμοιβαίας δυσπιστίας και του ανταγωνισμού που, με την πάροδο του χρόνου, αναπτυσσόταν και στις δύο γειτονικές χώρες&lt;/em&gt;». Εκτός όμως από την εγκατάσταση των Ούγγρων στις ακτές της Δαλματίας, που ήταν επικίνδυνη για το Βυζάντιο, η προσέγγιση μεταξύ της Ουγγαρίας και της Σερβίας αποτελούσε πηγή δυσαρέσκειας για την αυτοκρατορία. Οι Σέρβοι, που μαζί με τους Βούλγαρους αναγκάστηκαν να έρθουν στο Βυζάντιο στις αρχές του 11ου αιώνα, επί Βασιλείου Β' του Βουλγαροκτόνου, είχαν ήδη αρχίσει, στα μέσα του ίδιου αιώνα, να επαναστατούν.&lt;br /&gt;Τα τέλη του 11ου και οι αρχές του 12ου αιώνα, αποτέλεσαν την εποχή της πρώτης απελευθέρωσης της Σερβίας από την εξουσία του Βυζαντίου. Την εποχή του Ιωάννη μπορεί να σημειωθεί μια ιδιαίτερη προσέγγιση Σερβίας και Ουγγαρίας, η οποία ήταν έτοιμη να βοηθήσει τη Σερβία για την απόκτηση της ανεξαρτησίας της. Μια πριγκίπισσα της Σερβίας παντρεύτηκε έναν πρίγκιπα της Ουγγαρίας και έτσι στα τέλη της βασιλείας του Ιωάννη παρουσιάστηκε στα ΒΔ, μια νέα αιτία ανησυχιών του Βυζαντίου με τη μορφή της στενής επαφής Ουγγαρίας και Σερβίας.&lt;br /&gt;Οι επιχειρήσεις εναντίον τους είχαν κάποια επιτυχία, αλλά δεν έδωσαν οριστικά αποτελέσματα. Ένας ανώνυμος «πανηγυριστής» του Ιωάννη υμνεί τις στρατιωτικές του ενέργειες στη Βαλκανική χερσόνησο με τα εξής πομπώδη λόγια: «&lt;em&gt;Πόσο ένδοξες είναι οι εκστρατείες μας εναντίον των λαών της Ευρώπης! Ο Ιωάννης νίκησε τους Δαλματούς, τρομοκράτησε τους Σκύθες και όλους τους λαούς που ζούσαν ανοργάνωτα και χρωμάτισε τα νερά του Δούναβη με άφθονο αίμα&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Τα τελευταία δέκα χρόνια της βασιλείας του Ιωάννη, οι σχέσεις με τη Ν. Ιταλία άλλαξαν τελείως. Στη χώρα αυτή, την περίοδο των ανωμαλιών διαδέχθηκε μια νέα εποχή δύναμης και δόξας. Ο &lt;strong&gt;Ρογήρος Β'&lt;/strong&gt; ένωσε τη Σικελία με τη Ν. Ιταλία και, τα Χριστούγεννα του 1130, στέφθηκε επίσημα, στο Παλέρμο, με το βασιλικό στέμμα. Λόγω της ένωσης αυτών των δύο περιοχών ο Ρογήρος Β' έγινε αμέσως ένας από τους πιο δυναμικούς άρχοντες της Ευρώπης, πράγμα που αποτέλεσε ένα τρομερό χτύπημα για το Βυζάντιο. Έχοντας ακόμα θεωρητικά κάποια δικαιώματα στις νοτιο-ιταλικές χώρες, ο αυτοκράτορας θεώρησε πρόσκαιρη την κατάκτησή τους από τους Νορμανδούς. Η απόκτηση του βασιλικού τίτλου από τον Ρογήρο φαινόταν σαν μια επίθεση κατά της αυτοκρατορικής αξιοπρέπειας, και η αναγνώρισή του θα σήμαινε την εγκατάλειψη όλων των δικαιωμάτων πάνω στις ιταλικές επαρχίες.&lt;br /&gt;Η ξαφνική εξύψωση του Ρογήρου ήταν ανεπιθύμητη όχι μόνο στο Βυζάντιο αλλά και στο Γερμανό ηγεμόνα, που είχε σπουδαία συμφέροντα στην Ιταλία. Μπροστά στον κοινό κίνδυνο, ο Ιωάννης Β' ήρθε σε συνεννόηση πρώτα με τον &lt;strong&gt;Λοθάριο&lt;/strong&gt; της Γερμανίας και στη συνέχεια, μετά το θάνατο του τελευταίου, με τον &lt;strong&gt;Κόνραντ Γ'&lt;/strong&gt; (Hohenstaufen). Η συνεννόηση αυτή κατέληξε αργότερα σε πραγματική συμμαχία των δύο αυτοκρατοριών. Κύριος σκοπός της συνεννόησης αυτής και αργότερα της συμμαχίας, υπήρξε η καταστροφή της δύναμης των Νορμανδών στην Ιταλία. Η συμμαχία αυτή έγινε αξιόλογη την εποχή του διαδόχου του Ιωάννη, Μανουήλ. Αν ο Ιωάννης απέτυχε να κτυπήσει τη δύναμη του Ρογήρου, πέτυχε, το λιγότερο, να τον εμποδίσει να εισβάλει στο Βυζάντιο. Οι μεταγενέστεροι πόλεμοι του Ρογήρου με τον Μανουήλ έδειξαν καθαρά ότι το σχέδιο της εισβολής τον είχε αρκετά απασχολήσει. Τα πιο αξιόλογα λοιπόν σημεία της εξωτερικής πολιτικής του Ιωάννη στη Δύση υπήρξαν η στάση του απέναντι στο σχηματισμό του βασιλείου της Σικελίας και η δημιουργία της συμμαχίας των δυο αυτοκρατοριών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Στη Μικρά Ασία ο Ιωάννης επιχειρούσε με επιτυχία σχεδόν κάθε χρόνο εκστρατείες και την 4η δεκαετία του 12ου αιώνα πέτυχε να αποδώσει στην αυτοκρατορία τις περιοχές που είχαν χαθεί από καιρό. Πιστεύοντας ότι η δύναμη των Τούρκων είχε αρκετά μειωθεί, ο Ιωάννης σκεφτόταν ότι, χωρίς να επηρεάσει τα συμφέροντα του κράτους, θα μπορούσε να διακόψει τις εχθρικές του ενέργειες κατά των Τούρκων και να αναλάβει μια νέα και πιο μακρινή εκστρατεία στα ΝΑ εναντίον της αρμενικής Κιλικίας και του πριγκιπάτου της Αντιόχειας.&lt;br /&gt;Η αρμενική Κιλικία, ή &lt;strong&gt;Μικρή Αρμενία&lt;/strong&gt;, είχε ιδρυθεί στα τέλη του 11ου αιώνα από τους πρόσφυγες της κυρίως Αρμενίας που είχαν φύγει από τη χώρα τους λόγω της προώθησης των Τούρκων. Ανάμεσα στις άλλες οικογένειες των Αρμενίων, η οικογένεια των Rupen (Ruben) άρχισε να παίζει σημαντικό ρόλο στη διοίκηση της νέας χώρας. Η Μικρή Αρμενία, που είχε εκτείνει την περιοχή της σε βάρος του Βυζαντίου, ήρθε σε στενές σχέσεις με τους Λατίνους πρίγκιπες της Ανατολής, δείχνοντας έτσι τις εχθρικές της διαθέσεις προς την αυτοκρατορία. Τότε ο Ιωάννης Κομνηνός κατευθύνθηκε προς τη Μικρή Αρμενία για να την τιμωρήσει και στη συνέχεια να λύσει τις διαφορές του με το πριγκιπάτο της Αντιόχειας, το οποίο την εποχή των πρώτων Σταυροφοριών δεν κράτησε τους όρκους του προς τον αυτοκράτορα, ενώ αργότερα αρνήθηκε να υποταχθεί στον Ιωάννη παρά τη συμφωνία που είχε γίνει μεταξύ του Αλέξιου Κομνηνού και του Βοημούνδου.&lt;br /&gt;Η εκστρατεία του Ιωάννη υπήρξε επιτυχής. Η Κιλικία καταλήφθηκε και ο πρίγκιπας της Αρμενίας με τους γιους του στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Η περιοχή του Βυζαντίου αυξήθηκε με την προσάρτηση της Μικρής Αρμενίας και έφτασε μέχρι τα σύνορα του πριγκιπάτου της Αντιόχειας, εναντίον του οποίου ο Ιωάννης ανέλαβε έναν επίσης επιτυχή αγώνα. Η πολιορκημένη Αντιόχεια αναγκάστηκε να ζητήσεις ειρήνη, που ο Ιωάννης παραχώρησε με τον όρο ότι το πριγκιπάτο της Αντιόχειας θα αναγνώριζε την επικυριαρχία της αυτοκρατορίας. Ο πρίγκιπας δέχτηκε να ορκιστεί πίστη στον αυτοκράτορα και σαν δείγμα της υποταγής του να υψώσει την αυτοκρατορική σημαία πάνω από την ακρόπολη της Αντιόχειας. Ένα χρόνο αργότερα, επιστρέφοντας στην Αντιόχεια, ο αυτοκράτορας ως επικυρίαρχος μπήκε στην πόλη θριαμβευτικά, περιστοιχιζόμενος από τα παιδιά του, τους αυλικούς, τους αξιωματούχους και τους στρατιώτες του. Η θριαμβευτική παράταξη βάδισε μέσα από τους διακοσμημένους δρόμους της πόλης, ενώ στο πλευρό του αυτοκράτορα βρισκόταν ο πρίγκιπας της Αντιόχειας. Στις πύλες της πόλης ο αυτοκράτορας έγινε δεκτός από τον Πατριάρχη και τον κλήρο και κατόπιν, ανάμεσα από ένα τεράστιο πλήθος ανθρώπων που έψελναν ύμνους και ψαλμούς με τον ήχο μουσικής, ο Ιωάννης πήγε πρώτος στη μητρόπολη και στη συνέχεια στο ανάκτορο.&lt;br /&gt;Μετά από τον θρίαμβο αυτό τα σχέδια του Ιωάννη επεκτάθηκαν μέχρι το σημείο να οραματιστεί την επανίδρυση της δύναμης του Βυζαντίου στην κοιλάδα του Ευφράτη και την επέμβασή του στις υποθέσεις του βασιλείου της Ιερουσαλήμ. Πολύ πιθανόν, στη σκέψη του Ιωάννη το σχέδιο για μια τέτοια επέμβαση να στηρίχθηκε πάνω στη δυνατότητα να αναγνωρίσει ο βασιλιάς της Ιερουσαλήμ την αυτοκρατορική επικυριαρχία. Αναφερόμενος στα σχέδια αυτά, ο υμνητής του Ιωάννη γράφει: «&lt;em&gt;Έχετε θάρρος όσοι αγαπάτε τον Χριστό και όσοι είστε ‘ξένοι και παρεπίδημοι (επί της γης)’ χάριν του Χριστού&lt;/em&gt;» (βλέπε Εβραίους 11:13). «&lt;em&gt;Μη φοβάστε πια τα εγκληματικά χέρια. Ο αυτοκράτορας που αγαπά τον Χριστό τα έχει αλυσοδέσει. Ενώ συγχρόνως έκανε κομμάτια το άδικό τους ξίφος... Άνοιξες μπροστά στου (ω αυτοκράτορα) τον θείο και ευρύ δρόμο που οδηγεί στην ουράνια και ιερή Ιερουσαλήμ&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Παρόλα αυτά, όμως, τα σχέδια αυτά απέτυχαν. Το 1143, βαδίζοντας εναντίον των Τούρκων και κατά τη διάρκεια ενός κυνηγιού, στα βουνά της Κιλικίας, ο Ιωάννης τραυματίστηκε στο μπράτσο από ένα δηλητηριασμένο βέλος και πέθανε μακριά από την πρωτεύουσα. Πεθαίνοντας όρισε διάδοχό του τον νεώτερο γιο του Μανουήλ, αφού πέρασε μια ζωή αφιερωμένη στους πολέμους κατά των εχθρών της αυτοκρατορίας.&lt;br /&gt;Παρέδωσε στον διάδοχό του ένα κράτος πιο ισχυρό και πιο μεγάλο από εκείνο που παρέλαβε από τον δραστήριο και ικανό πατέρα του. Ο πανηγυριστής του Ιωάννη, τον θεωρεί ανώτερο από τον Αλέξανδρο τον Μακεδόνα και τον Αννίβα εξυμνώντας τον κατάλληλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥΗΛ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Αν ο Ιωάννης στην εξωτερική του πολιτική έστρεψε όλη του την προσοχή στην Ανατολή, ο διάδοχός του &lt;strong&gt;Μανουήλ&lt;/strong&gt;, λόγω των σχέσεών του με τους Νορμανδούς και των προσωπικών του συμπαθειών με τη Δύση, ασχολήθηκε κυρίως με αυτήν, πράγμα που είχε θλιβερές συνέπειες για την αυτοκρατορία. Ο κίνδυνος των Σελτζούκων, που δε συνάντησαν αρκετή αντίσταση, έγινε πάλι πολύ απειλητικός στα ανατολικά σύνορα.&lt;br /&gt;Η συνοριακή περιοχή της Μικράς Ασίας ήταν σχεδόν συνεχώς εκτεθειμένη στις καταστροφικές επιθέσεις των Μουσουλμάνων, που εξολόθρευαν τον χριστιανικό πληθυσμό. Ο Μανουήλ θέλοντας να εξασφαλίσει την τάξη και την ασφάλεια στις συνοριακές περιοχές, ανήγειρε και κατασκεύασε αρκετά οχυρά, κυρίως στα μέρη εκείνα που ενοχλούνταν περισσότερο από τους εχθρούς.&lt;br /&gt;Δεν μπορεί όμως να λεχθεί ότι ήταν επιτυχείς οι εχθρικές ενέργειες του Μανουήλ εναντίον των Τούρκων. Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του συμμάχησε με τους Μουσουλμάνους εμίρηδες της Καππαδοκίας και άρχισε να πολεμά τον Σουλτάνο του Ικονίου. Τα αυτοκρατορικά στρατεύματα με επιτυχία έφτασαν στην κύρια πόλη του Σουλτανάτου, το Ικόνιο, αλλά πιθανόν επειδή έμαθαν ότι ο Σουλτάνος έλαβε ενισχύσεις, λεηλάτησαν μόνο τα περίχωρα κι αποσύρθηκαν για να υποστούν, όταν γύριζαν, μια φοβερή ήττα από τους Σελτζούκους, που τέλειωσε με μια πραγματική καταστροφή. Τα νέα όμως της Σταυροφορίας, τα οποία ήταν απειλητικά για τον αυτοκράτορα όσο και για το Σουλτανάτο, ανάγκασαν και τους δύο να επιδιώξουν ειρήνη, την οποία τελικά πέτυχαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΤΩΝ ΔΥΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΩΝ&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Μανουήλ, η πολιτική του προς τη Δύση, όπως και αυτή των προκατόχων του, ρυθμιζόταν από την ιδέα μιας συμμαχίας με τη Γερμανία που έγινε πραγματικότητα, κάτω από την πίεση του κοινού κινδύνου που δημιουργούσε η αυξανόμενη δύναμη των Νορμανδών της Ιταλίας. Ανανεώθηκαν οι συνεννοήσεις που έγιναν με τον Κόνραντ Γ' της Γερμανίας και είχαν διακοπεί με το θάνατο του Ιωάννη. Το ζήτημα του γάμου του Μανουήλ με τη &lt;strong&gt;Βέρθα Sulzbach&lt;/strong&gt;, αδελφή της γυναίκας του Κόνραντ, που είχε συζητηθεί επί Ιωάννη, τέθηκε και πάλι επί τάπητος. Σ’ ένα του γράμμα προς τον Μανουήλ ο Κόνραντ γράφει ότι ο γάμος αυτός θα αποτελούσε εγγύηση μιας μόνιμης συμμαχίας και σταθερής φιλίας, καθώς και του ότι ο Γερμανός άρχοντας θα ήταν «&lt;em&gt;φίλος των φίλων της αυτοκρατορίας και εχθρός των εχθρών της&lt;/em&gt;». Το γεγονός αυτό θα ήταν μια εγγύηση του ότι σε περίπτωση κινδύνου της αυτοκρατορίας, η Γερμανία δε θα έστελνε απλά ενισχύσεις, αλλά θα έσπευδε σε βοήθεια με όλο της το στρατό με επικεφαλής τον αυτοκράτορα. Ο γάμος του Μανουήλ με τη Βέρθα, η οποία στο Βυζάντιο πήρε το όνομα Ειρήνη, επισφράγισε τη συμμαχία των δύο αυτοκρατοριών. Η συμμαχία αυτή έδωσε στον Μανουήλ την ελπίδα να απαλλαγεί από τον κίνδυνο του Ρογήρου Β'. Φυσικά ο Ρογήρος αντιμετωπίζοντας δυο τέτοιους εχθρούς συγχρόνως, όπως το Βυζάντιο και τη Γερμανία, δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει την έναρξη ενός πολέμου με το Βυζάντιο, ελπίζοντας, όπως παλιά, να πετύχει.&lt;br /&gt;Ένα όμως απροσδόκητο γεγονός κατέστρεψε τα όνειρα του Μανουήλ και τις πολιτικές του προσδοκίες. Η Β' Σταυροφορία άλλαξε ριζικά την κατάσταση, για ένα διάστημα τουλάχιστον, στερώντας το Βυζάντιο από την υποστήριξη της Γερμανίας και εκθέτοντας την αυτοκρατορία στο διπλό κίνδυνο των Σταυροφόρων και των Νορμανδών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Η Β' ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ (1147-1149)&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Μετά την Α' Σταυροφορία, οι Χριστιανοί άρχοντες της Ανατολής, δηλαδή ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου και οι Λατίνοι άρχοντες της Αντιόχειας, της Έδεσσας και της Τρίπολης, καθώς και ο βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, αντί να επιχειρήσουν να χτυπήσουν ενωμένοι τη δύναμη των Μουσουλμάνων, ήταν απασχολημένοι με τις εσωτερικές τους διαμάχες, βλέποντας με καχυποψία την πολιτική ενίσχυση των γειτόνων τους. Οι εχθρικές σχέσεις κυρίως μεταξύ του Βυζαντίου, της Αντιόχειας και της Έδεσσας υπήρξαν καταστροφικές για το κοινό καλό. Οι συνθήκες αυτές έδωσαν τη δυνατότητα στους Μουσουλμάνους, οι οποίοι είχαν εξασθενήσει και υποχωρήσει μετά την Α' Σταυροφορία, να αναλάβουν και να απειλήσουν και πάλι, από τη Μεσοποταμία, τις κτήσεις των Χριστιανών.&lt;br /&gt;Το 1144 ο &lt;strong&gt;Zangi&lt;/strong&gt;, ένας από τους Μουσουλμάνους άρχοντες, πολιόρκησε την Έδεσσα.&lt;br /&gt;Ένα ανώνυμο χρονικό της Συρίας περιγράφει με λεπτομέρεια την πολιορκία και την κατάκτησης της Έδεσσας. Ο Zangi, όπως λέει ο χρονογράφος, «&lt;em&gt;εγκατέλειψε την Έδεσσα 4 μέρες μετά την κατάληψη της πόλης... Οι κάτοικοι της Έδεσσας έσπευσαν να ελευθερώσουν τους αιχμαλώτους τους και ο πληθυσμός επανήλθε στην πόλη. Ο κυβερνήτης Zain-ed-Din, που ήταν ένας καλός άνθρωπος, φέρθηκε στους κατοίκους της πόλης πολύ καλά&lt;/em&gt;» (Chabot). Μετά το θάνατο όμως του Zangi, το 1146, ο πρώην κόμης της Έδεσσας Joscelin, επανέκτησε την πόλη, αλλά ο γιος του Zangi, &lt;strong&gt;Nur-ad-Din&lt;/strong&gt;, την κατέκτησε και πάλι εύκολα και την κατέστρεψε σχεδόν τελείως, αφού έσφαξε τους Χριστιανούς και πούλησε τις γυναίκες και τα παιδιά τους σαν σκλάβους. Το κτύπημα ήταν βαρύ για τον Χριστιανισμό της Ανατολής. Ούτε η Ιερουσαλήμ, ούτε η Αντιόχεια, ούτε η Τρίπολη μπορούσαν να βοηθήσουν τον πρίγκιπα της Έδεσσας. Λίγο μετά την πτώση της Έδεσσας, οι λατινικές κτήσεις, κυρίως η Αντιόχεια, άρχισαν να απειλούνται σοβαρά. &lt;br /&gt;Η πτώση της Έδεσσας έκανε μεγάλη εντύπωση στη Δύση και ανανέωσε το ενδιαφέρον για τους Αγίους Τόπους. Ο Πάπας όμως της περιόδου αυτής, &lt;strong&gt;Ευγένιος Γ'&lt;/strong&gt;, δεν μπορούσε να αναλάβει ή να διαδώσει την ιδέα μιας νέας Σταυροφορίας, λόγω της δημοκρατικής κίνησης που ξέσπασε την 5η δεκαετία στη Ρώμη και που έκανε επισφαλή τη θέση του Πάπα στην Αιώνια Πόλη, αναγκάζοντάς τον ακόμα να εγκαταλείψει τη Ρώμη για ένα χρονικό διάστημα. Ο βασιλιάς της Γαλλίας &lt;strong&gt;Λουδοβίκος Ζ'&lt;/strong&gt; φαίνεται να υπήρξε ο πραγματικός εμπνευστής της Σταυροφορίας και κήρυκας της ιδέας του έγινε ο μοναχός &lt;strong&gt;Βερνάρδος του Κλαιρβώ&lt;/strong&gt;, που με τις θερμές του εκκλήσεις πήρε πρώτα απ’ όλα με το μέρος του τη Γαλλία. Στη συνέχεια πέρασε στη Γερμανία και έπεισε τον Κόνραντ Γ' να πάρει τον Σταυρό, ενώ συγχρόνως ενέπνευσε τους Γερμανούς να συμμετάσχουν στην εκστρατεία.&lt;br /&gt;Οι λαοί όμως της Δύσης, έχοντας αποκτήσει πικρή πείρα από την Α' Σταυροφορία, που τους είχε απογοητεύσει με τα αποτελέσματά της, δεν έδειξαν τον παλιό τους ενθουσιασμό και στη συνάντηση που έγινε στη Βουργουνδία οι Γάλλοι φεουδάρχες τάχθηκαν κατά της Σταυροφορίας. Τελικά όμως, αν και με κάποια δυσκολία, ο Βερνάρδος τους πήρε με το μέρος του, πείθοντάς τους με το πάθος και την ευγλωττία του. Στην αντίληψη του Βερνάρδου, το αρχικό σχέδιο του Λουδοβίκου Ζ' ευρυνόταν. Χάρη στο Βερνάρδο συγχρόνως με τη Σταυροφορία οργανώθηκαν άλλες δύο εκστρατείες: μια κατά των Μουσουλμάνων, που την εποχή εκείνη κατείχαν τη Λισσαβώνα στη χερσόνησο των Πυρηναίων και μια άλλη κατά των ειδωλολατρών Σλάβων, στο Βορρά, στον ποταμό Έλβα.&lt;br /&gt;Οι ιστορικοί αποδοκιμάζουν έντονα την ιδέα του Βερνάρδου να συμπεριλάβει τη Γερμανία στη Σταυροφορία. Ο Γερμανός Kugler, που ενδιαφερόταν ειδικά για τη Β' Σταυροφορία, τη θεωρεί σαν μια άτυχη ιδέα, ενώ ο Ρώσος Uspensky την ονομάζει «&lt;em&gt;μοιραίο διάβημα και μεγάλο λάθος του Βερνάρδου&lt;/em&gt;» και αποδίδει τα θλιβερά αποτελέσματά της στη συμμετοχή των Γερμανών. Στην πραγματικότητα ο ανταγωνισμός μεταξύ Γάλλων και Γερμανών στη διάρκεια της Σταυροφορίας, υπήρξε ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, που δεν μπορούσε να συμβάλλει στην επιτυχία της.&lt;br /&gt;Τα νέα της Σταυροφορίας ανησύχησαν τον Μανουήλ, ο οποίος είδε σ’ αυτήν ένα κίνδυνο για το κράτος του και την επιρροή του στην Ανατολή, επειδή οι πρίγκιπες της Ανατολής και κυρίως της Αντιόχειας, μπορούσαν με την υποστήριξη της Δύσης να αγνοούν τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Επίσης η συμμετοχή της Γερμανίας στη Σταυροφορία στέρησε από το Βυζάντιο την εγγύηση στην οποία στηρίχθηκε η συμμαχία των δύο αυτοκρατοριών. Αν ο αυτοκράτορας της Γερμανίας άφηνε τη χώρα του για την Ανατολή, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν θα μπορούσε να φροντίσει για τα δυτικά συμφέροντα του Βυζαντίου, το οποίο έμενε ανοικτό στη διάθεση των φιλόδοξων σχεδίων του Ρογήρου. Γνωρίζοντας πόσο επικίνδυνοι ήταν για την πρωτεύουσα οι πρώτοι Σταυροφόροι, ο Μανουήλ διέταξε να επισκευαστούν τα τείχη κι οι πύργοι της, μη έχοντας εμπιστοσύνη στους φιλικούς και συγγενικούς δεσμούς που τον συνέδεαν με τον Κόνραντ.&lt;br /&gt;Κατά τον Vasilievsky, «&lt;em&gt;αναμφίβολα ο Μανουήλ έλπιζε να γίνει αρχηγός όλου του χριστιανικού στρατού εναντίον των κοινών εχθρών του Χριστιανισμού&lt;/em&gt;». Εκτός από το γεγονός ότι το Βυζάντιο ενδιαφερόταν πολύ για το μέλλον του Ισλάμ στην Ανατολή, ο Μανουήλ, την εποχή της Β' Σταυροφορίας είχε επίσης ειδικούς λόγους να ελπίζει να γίνει Γενικός Αρχηγός, γιατί την περίοδο αυτή ο χριστιανικός κόσμος είχε ένα μόνο αυτοκράτορα, τον Μανουήλ, επειδή ο Κόνραντ δεν είχε στεφθεί από τον Πάπα στη Ρώμη και συνεπώς δεν είχε τον τίτλο του αυτοκράτορα.&lt;br /&gt;Το 1147 οι ηγέτες της Σταυροφορίας αποφάσισαν να πάνε στη Κωνσταντινούπολη μέσω ξηράς, ακολουθώντας το δρόμο που είχαν πάρει οι πρώτοι Σταυροφόροι. Πρώτος ξεκίνησε, μέσω Ουγγαρίας, ο Κόνραντ κι ένα μήνα αργότερα ο Λουδοβίκος ακολούθησε τον ίδιο δρόμο. Την πορεία των Σταυροφόρων προς το Βυζάντιο την ακολουθούσε η ίδια τακτική βίας και λεηλασίας, την οποία είδαμε και κατά την Α' Σταυροφορία.&lt;br /&gt;Όταν τα γερμανικά στρατεύματα έφτασαν κάτω από τα τείχη της πρωτεύουσας, ο Μανουήλ κατέβαλε κάθε προσπάθεια να τα μεταφέρει στην Ασία πριν φτάσει ο γαλλικός στρατός και τελικά, ύστερα από μερικές φιλονικίες με τον συγγενή και σύμμαχό του Κόνραντ, πέτυχε το σκοπό του. Στη Μικρά Ασία οι Γερμανοί άρχισαν αμέσως να υποφέρουν από έλλειψη τροφίμων και στη συνέχεια ηττήθηκαν από τους Τούρκους και καταστράφηκαν. Μόνον ένα μικρό υπόλειμμα του γερμανικού στρατού επέστρεψε στη Νίκαια. Μερικοί ιστορικοί αποδίδουν την αποτυχία της γερμανικής εκστρατείας στις σκευωρίες του Μανουήλ και ισχυρίζονται ότι ήρθε σε συνεννόηση με τους Μουσουλμάνους, καθοδηγώντας τους να κτυπήσουν τους Σταυροφόρους. Μερικοί ιστορικοί, όπως ο Sybel και ο Uspensky, μιλούν ακόμα και για συμμαχία του Μανουήλ με τους Σελτζούκους. Όμως, οι πιο σύγχρονοι ιστορικοί τείνουν να πιστέψουν ότι τέτοιες κατηγορίες εμαμτίον του Μανουήλ δεν έχουν σοβαρές βάσεις και ότι δεν πρέπει να θεωρηθεί υπεύθυνος για την αποτυχία των Γερμανών (Chalandon).&lt;br /&gt;Οι Γάλλοι που έφτασαν στην πρωτεύουσα αμέσως μετά την αποβίβαση των Γερμανών στη Μικρά Ασία ανησύχησαν τον Μανουήλ ακόμα περισσότερο. Ο Μανουήλ αμφέβαλε πολύ για τον Λουδοβίκο, με τον οποίον, λίγο πριν από τη Σταυροφορία, ο Ρογήρος είχε αρχίσει διαπραγματεύσεις, προτρέποντάς τον να πάει στην Ανατολή μέσω των κτήσεών του στην Ιταλία. Στο πρόσωπο του Λουδοβίκου ο Μανουήλ έβλεπε ένα μυστικό σύμμαχο του Ρογήρου ή «&lt;em&gt;τον ανεπίσημο σύμμαχο της Σικελίας&lt;/em&gt;», πράγμα που είχε σοβαρούς λόγου να το πιστεύει.&lt;br /&gt;Γνωρίζοντας ότι την εποχή αυτή ο Μανουήλ ήταν τελείως απασχολημένος με τη Σταυροφορία και τις σχέσεις του με τους Σταυροφόρους, ο &lt;strong&gt;Ρογήρος&lt;/strong&gt; εγκατέλειψε τα γενικά συμφέροντα του Χριστιανισμού, ακολουθώντας μόνο τους πολιτικούς σκοπούς κατέλαβε ξαφνικά την Κέρκυρα και λεηλάτησε μερικά άλλα νησιά του Βυζαντίου. Στη συνέχεια οι Νορμανδοί αποβιβάστηκαν στην Ελλάδα και κατέλαβαν τη Θήβα και την Κόρινθο, που την εποχή εκείνη ήταν ξακουστή για τα εργοστάσια του μεταξιού και τα μεταξωτά της προϊόντα. Μη ικανοποιημένοι με τη λεηλασία μεγάλης ποσότητας μεταξωτών ειδών, «&lt;em&gt;οι Νορμανδοί, ανάμεσα στους πολλούς άλλους αιχμαλώτους, πήραν μαζί τους στη Σικελία τους πιο ικανούς υφαντές μεταξιού, άνδρες και γυναίκες&lt;/em&gt;». Δεν είναι όμως αλήθεια ότι, όπως αναφέρεται μερικές φορές στα ιστορικά έργα, οι υφαντές που μεταφέρθηκαν στο Παλέρμο, υπήρξαν οι δημιουργοί της παραγωγής μεταξιού και της σχετικής με αυτό βιομηχανίας της Σικελίας. Η παραγωγή μεταξιού ήταν γνωστή εκεί από πριν. Η άφιξη όμως των Ελλήνων αιχμαλώτων έδωσε νέα ώθηση στη βιομηχανία. Οι Νορμανδοί δεν λυπήθηκαν ούτε την Αθήνα.&lt;br /&gt;Όταν τα νέα της επιτυχημένης εισβολής των Νορμανδών στην Ελλάδα έφτασαν στους Γάλλους που βρίσκονταν κάτω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης, αυτοί, ερεθισμένοι ήδη από τις διαδόσεις σχετικά με τις συνεννοήσεις του Μανουήλ με τους Τούρκους, ταράχθηκαν και μερικοί από τους αρχηγούς του Λουδοβίκου πρότειναν την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο αυτόν ο αυτοκράτορας έστρεψε την προσοχή του στη μεταφορά των Γάλλων στη Μικρά Ασία. Κυκλοφορούσε μια φήμη, ότι οι Γερμανοί είχαν επιτυχίες στη Μικρά Ασία κι ο Λουδοβίκος δέχθηκε να διασχίσει τον Βόσπορο και να ορκιστεί πίστη στον Μανουήλ. Μόνον όταν έφτασε στη Μικρά Ασία, ο Λουδοβίκος έμαθε την καταστροφή του γερμανικού στρατού. Οι ηγεμόνες συναντήθηκαν και προχώρησαν μαζί. Τα γαλλο-γερμανικά στρατεύματα όμως απέτυχαν τελείως στη Δαμασκό. Ο απογοητευμένος Κόνραντ άφησε την Παλαιστίνη και με ένα ελληνικό πλοίο έφτασε στη Θεσσαλονίκη, όπου έμενε την εποχή αυτή ο Μανουήλ, προετοιμάζοντας την επίθεσή του κατά των Νορμανδών. Ο Μανουήλ και ο Κόνραντ συναντήθηκαν εκεί, εξέτασαν τη γενική κατάσταση και συνήψαν μια οριστική συμμαχία κατά του Ρογήρου. Μετά από αυτό ο Κόνραντ γύρισε στη Γερμανία.&lt;br /&gt;Στο μεταξύ η Σταυροφορία απέτυχε. Ο Λουδοβίκος, που παρέμεινε στην Ανατολή, αντιλήφθηκε την αδυναμία του να πετύχει κάτι μόνος του και, λίγους μήνες αργότερα, γύρισε στη Γαλλία, μέσω της Ν. Ιταλίας, όπου συναντήθηκε με τον Ρογήρο.&lt;br /&gt;Έτσι η Β' Σταυροφορία, που άρχισε με τόση λαμπρότητα, τέλειωσε με τον πιο ελεεινό τρόπο. Οι Μουσουλμάνοι της Ανατολής, όχι μόνο δεν εξασθένησαν, αλλά και απέκτησαν θάρρος αρχίζοντας να ελπίζουν ακόμα και την καταστροφή των χριστιανικών κτήσεων της Ανατολής. Εκτός από αυτό, ο αγώνας μεταξύ Γάλλων και Γερμανών, καθώς και ο ανταγωνισμός μεταξύ των Χριστιανών της Παλαιστίνης και των Χριστιανών της Ευρώπης δεν έκανε καλό στους Σταυροφόρους. Ο Μανουήλ όμως ήταν ευχαριστημένος βλέποντας το τέλος της Σταυροφορίας, γιατί τώρα πια, ενισχυμένος από τη συμμαχία του με τη Γερμανία, μπορούσε ελεύθερα να προχωρήσει κατά του Ρογήρου. Παρόλα αυτά δεν είναι δίκαιο να ρίχνουμε όλες τις ευθύνες της αποτυχίας των Σταυροφόρων στον Μανουήλ, που πρέπει μάλλον να αποδοθούν στην έλλειψη γενικής πειθαρχίας κι οργάνωσης των Σταυροφόρων. Ο Ρογήρος επίσης με τις επιθέσεις του στα νησιά της Αδριατικής και στην Ελλάδα επηρέασε μοιραία την υπόθεση των Σταυροφόρων. Γενικά η θρησκευτική βάση των Σταυροφοριών υποχωρούσε και προβάλλονταν όλο και πιο πολύ τα «κοσμικά» πολιτικά ελατήρια.&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/4628237057126184005-3239979696982927467?l=byzantin-history.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://byzantin-history.blogspot.com/feeds/3239979696982927467/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=4628237057126184005&amp;postID=3239979696982927467&amp;isPopup=true' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4628237057126184005/posts/default/3239979696982927467'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/4628237057126184005/posts/default/3239979696982927467'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://byzantin-history.blogspot.com/2011/06/blog-post.html' title='Εξωτερικές σχέσεις του Ιωάννη Β’'/><author><name>Τ.ΠΑΣΧΟΣ</name><uri>http://www.blogger.com/profile/14270320127730862399</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='21' height='32' src='http://2.bp.blogspot.com/_Lg1-sKZbjQs/SKs8rdsLQTI/AAAAAAAAAAY/mgo4tz2xrVs/S220/J0178444.JPG'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-4628237057126184005.post-2443591492164642481</id><published>2011-05-28T11:03:00.002+03:00</published><updated>2011-05-28T11:10:11.125+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='Α&apos; Σταυροφορία'/><title type='text'>Η Α' Σταυροφορία και το Βυζάντιο (β' μέρος)</title><content type='html'>&lt;div dir="ltr" style="text-align: left;" trbidi="on"&gt;Όταν το 1095 (λόγω των περιπλοκών στη Δυτική Ευρώπη και των σχεδιαζόμενων μεταρρυθμίσεων) ο Πάπας &lt;strong&gt;Ουρβανός Β'&lt;/strong&gt; κάλεσε μια Σύνοδο στην Πλακεντία της Ιταλίας, παραβρέθηκε εκεί και μια αντιπροσωπεία του Αλέξιου Κομνηνού, προκειμένου να ζητήσει βοήθεια. Το γεγονός αυτό το αρνούνται μερικοί επιστήμονες, αλλά οι σύγχρονοι ερευνητές του προβλήματος αυτού έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι πράγματι ο Αλέξιος έστειλε στην Πλακεντία μια έκκληση για βοήθεια.&lt;br /&gt;Φυσικά το γεγονός αυτό δεν υπήρξε η «τελική ώθηση» (όπως λέει ο Sybel) που προκάλεσε την Α' Σταυροφορία. Όπως και πριν, αν ο Αλέξιος ζήτησε βοήθεια στην Πλακεντία, δε σκέφτηκε μια Σταυροφορία. Ο αυτοκράτορας απλά επιθυμούσε την αποστολή μισθοφόρων κατά των Τούρκων, που τα τελευταία τρία χρόνια είχαν εξελιχθεί, με την πετυχημένη τους προώθηση στη Μ. Ασία, σε μια μεγάλη απειλή. Το 1095 περίπου έγινε Σουλτάνος ο Qilij Arslan, ο οποίος έκανε τη Νίκαια πρωτεύουσά του.&lt;br /&gt;Λόγω των επιτυχιών αυτών, δεν αποκλείεται στην Πλακεντία ο Αλέξιος να ζήτησε βοήθεια. Σκοπός του όμως δεν ήταν η Σταυροφορία, αλλά η βοήθεια εναντίον των Τούρκων. Το αίτημά του έγινε ευνοϊκά δεκτό στην Πλακεντία, αλλά δυστυχώς δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για το γεγονός αυτό. Ένας σύγχρονος ιστορικός παρατηρεί ότι «&lt;em&gt;από τη Σύνοδο της Πλακεντίας μέχρι την άφιξη των Σταυροφόρων στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, οι σχέσεις μεταξύ Ανατολής και Δύσης καλύπτονται από βασανιστικό σκοτάδι&lt;/em&gt;» (Duncalf).&lt;br /&gt;Το Νοέμβριο του 1095 συγκροτήθηκε στη Γαλλία η &lt;strong&gt;Σύνοδος του Clermont&lt;/strong&gt;, στη διάρκεια της οποίας συγκεντρώθηκαν τόσο πολλοί άνθρωποι, ώστε δεν υπήρχε στην πόλη χώρος για να μείνουν οι επισκέπτες και το πλήθος έμενε στο ύπαιθρο. Μετά το τέλος της Συνόδου, στη διάρκεια της οποίας συζητήθηκαν μερικά αξιόλογα και αυστηρώς εκκλησιαστικής μορφής ζητήματα, ο Ουρβανός Β' έκανε μια πολύ συγκινητική ομιλία, που το πρωτότυπο κείμενό της έχει χαθεί. Μερικοί από αυτούς που παρακολούθησαν τη Σύνοδο έγραψαν αργότερα, από μνήμης, την ομιλία, αλλά τα κείμενά τους διαφέρουν πολύ το ένα από το άλλο. Αναφερόμενος με θέρμη στους διωγμούς των Χριστιανών των Αγίων Τόπων, ο Πάπας παρότρυνε το πλήθος να οπλιστεί για την απελευθέρωση του Αγίου Τάφου και των Χριστιανών της Ανατολής. Φωνάζοντας «Deus lo volt» (&lt;em&gt;ο Θεός το θέλει&lt;/em&gt;) το πλήθος μαζευόταν κοντά στον Πάπα, που πρότεινε την καθιέρωση, σαν έμβλημα των Σταυροφόρων, ένα κόκκινο Σταυρό, που θα έφεραν στον δεξί τους ώμο (από όπου και προήλθε το όνομα «Σταυροφόροι»). Οι Σταυροφόροι πήραν την υπόσχεση ότι θα τους συγχωρεθούν οι αμαρτίες, ότι θα απαλλαγούν από τα χρέη τους και ότι θα προστατευθούν οι ιδιοκτησίες τους στη διάρκεια της απουσίας τους. Δεν υπήρξε καμιά πίεση, αλλά όσοι θα λιποτακτούσαν, θα αφορίζονταν και θα θεωρούνταν ως εκτός νόμου. Από τη Γαλλία ο ενθουσιασμός απλώθηκε στην Ιταλία, τη Γερμανία και την Αγγλία. Μια τεράστια κίνηση προς την Ανατολή σχηματιζόταν, της οποίας η πραγματική έκταση και σημασία δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή στη Σύνοδο του Clermont.&lt;br /&gt;Συνεπώς, η κίνηση που ξεκίνησε από το Clermont για να μεταμορφωθεί σε μια Σταυροφορία, υπήρξε το προσωπικό έργο του Ουρβανού Β', ο οποίος για να πραγματοποιήσει το εγχείρημά του, βρήκε ευνοϊκές συνθήκες στη θρησκευτική και οικονομική ζωή του δεύτερου ήμισυ του 11ου αιώνα.&lt;br /&gt;Ενώ ο κίνδυνος που εγειρόταν απειλητικά στην Μικρά Ασία γινόταν πιο έντονος, η Α' Σταυροφορία αποφασίστηκε, ουσιαστικά, στο Clermont. Τα νέα, σχετικά με την απόφαση αυτή, έφτασαν στον Αλέξιο σαν μια απροσδόκητη και ανησυχαστική έκπληξη, επειδή ποτέ του δεν περίμενε ούτε επιθυμούσε βοήθεια με τη μορφή μιας Σταυροφορίας. Όταν ο Αλέξιος ζήτησε μισθοφόρους από τη Δύση, τους ζήτησε για την προστασία της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή του ίδιου του κράτους. Η ιδέα της απελευθέρωσης των Αγίων Τόπων είχε γι’ αυτόν δευτερεύουσα σημασία.&lt;br /&gt;Για το Βυζάντιο δεν υπήρχε κατά τον 11ο αιώνα, το πρόβλημα μιας Σταυροφορίας. Ούτε οι μάζες των ανθρώπων, ούτε ο ίδιος ο αυτοκράτορας διέθεταν θρησκευτικό ενθουσιασμό, ενώ συγχρόνως δεν υπήρχε κανείς που θα μπορούσε να κηρύξει τη Σταυροφορία. Για το Βυζάντιο το πολιτικό πρόβλημα της διάσωσης του κράτους από τους ανατολικούς και βόρειους εχθρούς του, δεν είχε καμιά σχέση με την εκστρατεία στους Αγίους Τόπους. Η ανατολική αυτοκρατορία είχε γνωρίσει τις δικές της «Σταυροφορίες», δηλαδή τις λαμπρές και νικηφόρες εκστρατείες του Ηράκλειου κατά της Περσίας, τον 7ο αιώνα, οπότε αποδόθηκαν στην αυτοκρατορία οι Άγιοι Τόποι και ο Τίμιος Σταυρός και τις νικηφόρες εκστρατείες του Νικηφόρου Φωκά, του Ιωάννη Τσιμισκή και του Βασίλειου Β' εναντίον των Αράβων στη Συρία, όταν οι αυτοκράτορες είχαν σχεδιάσει οριστικά να επανακτήσουν την Ιερουσαλήμ. Το σχέδιο αυτό δεν πραγματοποιήθηκε για το Βυζάντιο, που τον 11ο αιώνα, υπό την απειλητική πίεση των επιτυχιών των Τούρκων στη Μικρά Ασία, εγκατέλειψε κάθε ελπίδα επανάκτησης των Αγίων Τόπων. Για το Βυζάντιο το πρόβλημα της Παλαιστίνης την εποχή αυτή ετίθετο πολύ αφηρημένα και δεν είχε σχέση με τα ζωτικά ενδιαφέροντα της αυτοκρατορίας. Το 1090-1091 το Βυζάντιο αντιμετώπιζε την καταστροφή και ο Αλέξιος, αφού ζήτησε τη βοήθεια των Δυτικών και έλαβε σε απάντηση την αποστολή των Σταυροφόρων, το μόνο που σκεπτόταν ήταν η σωτηρία της αυτοκρατορίας. Ο Αλέξιος απευθυνόμενος στο γιο και διάδοχό του Ιωάννη γράφει τις εξής ενδιαφέρουσες γραμμές για την Α' Σταυροφορία:&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Δεν θυμάσαι τι μου συνέβη; Δεν σκέπτεσαι και δεν υπολογίζεις την κίνηση της Δύσης στη χώρα αυτή που είχε σαν αποτέλεσμα τον ατιμασμό του μεγαλείου της Νέας Ρώμης και την αξιοπρέπεια του θρόνου;&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Με τα λόγια αυτά του Αλέξιου μπορεί κανείς να συγκρίνει το ακόλουθο απόσπασμα από την «Αλεξιάδα» της Άννας Κομνηνής, που είναι επίσης σχετικό με την Α' Σταυροφορία:&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Έγινε&lt;/em&gt;», γράφει η Κομνηνή, «&lt;em&gt;ένας τέτοιος ξεσηκωμός ανδρών και γυναικών που δεν είχε ποτέ άλλοτε παρουσιαστεί. Οι απλόκαρδοι άνθρωποι κινούνταν από την πραγματική επιθυμία να προσκυνήσουν τον Τάφο του Κυρίου μας και να επισκεφτούν τους Αγίους Τόπους, αλλά οι πιο πανούργοι, όπως ο Βοημούνδος και όσοι σκέφτονταν σαν κι αυτόν, είχαν άλλες κρυφές επιδιώξεις. Είχαν δηλαδή την ελπίδα ότι θα έβρισκαν κάποιο τρόπο και κάποια πρόφαση να καταλάβουν την ίδια την πρωτεύουσα&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Τα δύο αυτά αποσπάσματα γραμμένα από τον ίδιο τον αυτοκράτορα και τη μορφωμένη&amp;nbsp;κόρη του&amp;nbsp;δίνουν μια εξαιρετική εικόνα της πραγματικής στάσης του Βυζαντίου απέναντι στους Σταυροφόρους και της Σταυροφορίας. Κατά τη γνώμη του Αλέξιου οι Σταυροφόροι βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο με τους βαρβάρους που απειλούσαν την αυτοκρατορία, δηλαδή τους Τούρκους και τους Πατσινάκους. Η Άννα Κομνηνή αναφέρει απλώς τους «απλόκαρδους» από τους Σταυροφόρους που πραγματικά επιθυμούσαν να επισκεφτούν τους Αγίους Τόπους. Η ιδέα μιας Σταυροφορίας ήταν απολύτως ξένη προς το πνεύμα του Βυζαντίου στα τέλη του 11ου αιώνα. Μια μόνο επιθυμία κυριαρχούσε στην ηγεσία του Βυζαντίου: να απαλλαγεί από τον καταθλιπτικό κίνδυνο της Ανατολής και του Βορρά. Συνεπώς η Α' Σταυροφορία υπήρξε αποκλειστικό έργο της Δύσης, που είχε κάποια πολιτική σχέση με το Βυζάντιο. Η αλήθεια είναι ότι η Ανατολική αυτοκρατορία έδωσε μερικά στρατεύματα στους Σταυροφόρους, αλλά τα στρατεύματα αυτά του Βυζαντίου δεν προχώρησαν πέρα από τη Μικρά Ασία και δεν έλαβαν μέρος στην κατάκτηση της Συρίας και της Παλαιστίνης.&lt;br /&gt;Την άνοιξη του 1096, χάρη στο κήρυγμα του &lt;strong&gt;Πέτρου του Ερημίτη&lt;/strong&gt;,[1] από το Amiens της Γαλλίας, στον οποίον αποδίδεται (από ένα ιστορικό θρύλο, που τώρα δεν είναι δεκτός) η όλη κίνηση των Σταυροφόρων, μαζεύτηκε στη Γαλλία ένα πλήθος 50.000 φτωχών, κυρίως, ανθρώπων, μικρών ιπποτών και άστεγων αλητών, που άοπλοι σχεδόν βάδιζαν μέσω της Γερμανίας, της Ουγγαρίας και της Βουλγαρίας προς την Κωνσταντινούπολη. Ο ανοργάνωτος αυτός όχλος του Πέτρου δεν αντιλαμβανόταν από ποιες χώρες περνούσε και, ασυνήθιστος στην τάξη και την υπακοή, βάδιζε λεηλατώντας και καταστρέφοντας τη χώρα. Ο Αλέξιος Κομνηνός έμαθε με δυσαρέσκεια το πλησίασμα των Σταυροφόρων, και η δυσαρέσκεια αυτή μεταβλήθηκε σε ανησυχία όταν πληροφορήθηκε τις λεηλασίες και τις καταστροφές που επέφεραν στο δρόμο τους οι Σταυροφόροι. Πλησιάζοντας την πρωτεύουσα οι Σταυροφόροι, ως συνήθως, άρχισαν να λεηλατούν τα περίχωρά της. Ο Αλέξιος Κομνηνός έσπευσε να τους μεταφέρει μέσω του Βοσπόρου στη Μικρά Ασία όπου, κοντά στη Νίκαια, σκοτώθηκαν σχεδόν εύκολα από τους Τούρκους, εκτός από 3.000 που διασώθηκαν. Ο Πέτρος ο Ερημίτης γύρισε στην Κωνσταντινούπολη πριν από την καταστροφή.&lt;br /&gt;Το επεισόδιο του Πέτρου του Ερημίτη και του «στρατού» του υπήρξε ένα είδος εισαγωγής στην Α' Σταυροφορία. Η δυσάρεστη εντύπωση που άφησε ο «στρατός» αυτός προδιάθεσε άσχημα το Βυζάντιο κατά των μεταγενέστερων Σταυροφόρων. Όσον αφορά τους Τούρκους, ύστερα από την εύκολη νίκη τους κατά του στρατού του Πέτρου, ήταν σίγουροι ότι θα νικούσαν και τα υπόλοιπα στρατεύματα των Σταυροφόρων. Το καλοκαίρι του 1096 άρχισε στη Δυτική Ευρώπη μια σχετική με τις Σταυροφορίες κίνηση των δουκών, των κόμηδων και των πριγκίπων, δηλαδή άρχισε η οργάνωση ενός πραγματικού στρατού.&lt;br /&gt;Κανείς από τους άρχοντες της Δύσης δεν πήρε μέρος στη Σταυροφορία. Ο &lt;strong&gt;Ερρίκος Δ'&lt;/strong&gt; της Γερμανίας ήταν τελείως απασχολημένος με τους αγώνες του με τον Πάπα, ο &lt;strong&gt;Φίλιππος Α'&lt;/strong&gt; της Γαλλίας ήταν υπό αφορισμό λόγω του διαζυγίου του με τη νόμιμή του γυναίκα και λόγω του γάμου του με μια άλλη γυναίκα και ο Άγγλος βασιλιάς &lt;strong&gt;Γουλιέλμος Β' ο Πυρότριχος&lt;/strong&gt; ήταν απασχολημένος σ’ ένα συνεχή αγώνα με τους υπηκόους του, την εκκλησία και το λαό, ενώ διατηρούσε συγχρόνως την εξουσία με τρόπο επισφαλή.&lt;br /&gt;Από τους ηγέτες του στρατού των Σταυροφόρων πρέπει να αναφέρουμε τους εξής: Πρώτος είναι ο &lt;strong&gt;Γοδεφρείδος&lt;/strong&gt; (Codfrey de Bouillon), από τη Λωρραίνη, στον οποίον οι μεταγενέστεροι θρύλοι αποδίδουν ένα τόσο ευγενικό χαρακτήρα που δυσκολεύει τον πραγματικό του χαρακτηρισμό. Στην πραγματικότητα υπήρξε ένας γενναίος και ικανός στρατιώτης και ένας θρησκευτικά σκεπτόμενος άνθρωπος που επιθυμούσε με την εκστρατεία αυτή να αποκαταστήσει τις απώλειες που είχε υποστεί στις ευρωπαϊκές του κτήσεις. Οι δυο του αδελφοί έλαβαν κι αυτοί μέρος κι ο ένας από αυτούς, ο &lt;strong&gt;Βαλδουίνος&lt;/strong&gt;, θα γινόταν αργότερα βασιλιάς στα Ιεροσόλυμα. Με την καθοδήγηση του Γοδεφρείδου ο στρατός της Λωρραίνης προχώρησε μπροστά. Ο δούκας της Νορμανδίας &lt;strong&gt;Ροβέρτος&lt;/strong&gt;, γιος του Γουλιέλμου του κατακτητή και αδελφός του βασιλιά της Αγγλίας Γουλιέλμου του Πυρρού, έλαβε μέρος στη Σταυροφορία, χωρίς να ωθείται από θρησκευτικά ελατήρια ή ιπποτικές διαθέσεις, απλά λόγω του ότι δεν ικανοποιείτο από τη μικρή εξουσία που διέθετε στο Δουκάτο του, που, λίγο πριν ξεκινήσει για τη Σταυροφορία, είχε ενεχυριάσει αντί ορισμένου χρηματικού ποσού, στον αδελφό του. Ο &lt;strong&gt;Ούγος&lt;/strong&gt; (Hugues de Vermandois), αδελφός του βασιλιά της Γαλλίας, γεμάτος φιλοδοξίες, απέβλεπε στη δόξα και σε νέες κτήσεις και οι Σταυροφόροι τον εκτιμούσαν πολύ. Ο τραχύς και ευέξαπτος κόμης της Φλάνδρας, &lt;strong&gt;Ροβέρτος Β'&lt;/strong&gt;, έλαβε επίσης μέρος στην εκστρατεία και ονομάστηκε γι’ αυτό Ιεροσολυμίτης. Αρχηγοί των τριών στρατιών ήταν ο Ούγος ως αρχηγός του στρατού της Μέσης Γαλλίας και ο Ροβέρτος της Νορμανδίας με το Ροβέρτο της Φλάνδρας ως αρχηγοί των δύο στρατιών της Βόρειας Γαλλίας. Αρχηγός του στρατού της Νότιας Γαλλίας ήταν ο κόμης της Τουλούζης &lt;strong&gt;Ραϋμόνδος&lt;/strong&gt;, ο οποίος ήταν πολύ γνωστός από τους αγώνες του εναντίον των Αράβων στην Ισπανία, ως ικανός ηγέτης και πολύ θρησκευόμενος άνθρωπος. Τελικά, ο ηγεμόνας του Τάραντα &lt;strong&gt;Βοημούνδος&lt;/strong&gt; (γιος του Ροβέρτου Γυισκάρδου) και ο ανεψιός του &lt;strong&gt;Ταγκρέδος&lt;/strong&gt;, που κυβερνούσε το νότιο ιταλικό στρατό των Νορμανδών, δεν είχαν κανένα θρησκευτικό ενδιαφέρον και, καθόλου απίθανο, έλπιζαν να βρουν ευκαιρία για να λύσουν τις διαφορές τους με το Βυζάντιο. Πολύ πιθανόν, ο Βοημούνδος είχε ήδη συγκεντρώσει τις φιλοδοξίες του στην απόκτηση της Αντιόχειας. Οι Νορμανδοί λοιπόν μετέφεραν στη Σταυροφορία έναν καθαρά κοσμικό και πολιτικό παράγοντα που ήταν αντίθετος με την πρώτη ιδέα της κίνησης των Σταυροφόρων. Ο στρατός του Βοημούνδου ήταν ίσως ο πιο καταρτισμένος απ’ όλα τα υπόλοιπα τμήματα των Σταυροφόρων, για μια τέτοια εκστρατεία, «&lt;em&gt;επειδή περιλάμβανε άτομα που είχαν έλθει σ’ επαφή τόσο με τους Σαρακηνούς στη Σικελία, όσο και με τους Βυζαντινούς στη Νότια Ιταλία&lt;/em&gt;». Όλα τα στρατεύματα των Σταυροφόρων επιδίωκαν τους δικούς τους σκοπούς και δεν υπήρχε ούτε το γενικό σχέδιο ούτε γενικός αρχηγός. Τον κύριο ρόλο, στην Α' Σταυροφορία, έπαιξε η Γαλλία.&lt;br /&gt;Ένα μέρος του στρατού των Σταυροφόρων πήγε στην Κωνσταντινούπολη μέσω ξηράς και ένα μέσω θάλασσας. Όπως ο «στρατός» του Πέτρου του Ερημίτη έτσι και οι Σταυροφόροι λεηλάτησαν τα μέρη από τα οποία περνούσαν μεταχειριζόμενοι κάθε είδους βία. Ένας μάρτυρας αυτής της διάβασης των Σταυροφόρων, ο αρχιεπίσκοπος της Βουλγαρίας Θεοφύλακτος εξηγώντας τη σιωπή του, σ’ ένα γράμμα κατηγορεί τους Σταυροφόρους και λέει: «&lt;em&gt;Τα χείλη μου συμπιέζονται. Πρώτα απ’ όλα η διάβαση των Φράγκων ή η εισβολή τους, ή δεν ξέρω πώς μπορεί να την ονομάσει κανείς, μας έχει τόσο πολύ επηρεάσει όλους μας ώστε δεν έχουμε καν αίσθηση του εαυτού μας. Αρκετά έχουμε πιεί το πικρό ποτήρι της εισβολής... Επειδή συνηθίσαμε στη σκληρότητα των Φράγκων, υποφέρουμε πιο εύκολα από πριν τις ατυχίες μας εφόσον ο χρόνος είναι καλός δάσκαλος όλων&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Είναι φανερό ότι ο &lt;strong&gt;Αλέξιος Κομνηνός&lt;/strong&gt; είχε σπουδαίους λόγους να μη εμπιστεύεται τέτοιους υπερασπιστές της ιδέας της Σταυροφορίας. Ο αυτοκράτορας περίμενε ανήσυχα το στρατό των Σταυροφόρων που πλησίαζε απ’ όλες τις πλευρές την πρωτεύουσα και ο οποίος αριθμητικά ήταν κάτι τελείως διαφορετικό από τους μισθοφόρους που είχε ζητήσει από τη Δύση. Μερικοί ιστορικοί κατηγορούν τον Αλέξιο και τους Βυζαντινούς για απιστία προς τους Σταυροφόρους. Κάτι τέτοιο όμως δεν πρέπει να το αποδεχτούμε, κυρίως αφότου η προσοχή στρέφεται στις λεηλασίες, τη λαφυραγώγηση και τους εμπρησμούς των Σταυροφόρων. Επίσης πρέπει να απορρίψουμε τον αυστηρό και αντι-ιστορικό χαρακτηρισμό του Γίβωνα, ο οποίος λέει ότι θα μπορούσε να συγκρίνει τον αυτοκράτορα Αλέξιο με το τσακάλι που ακολουθεί τα βήματα του λιονταριού και που καταβροχθίζει τα υπολείμματα που αυτό αφήνει. Φυσικά ο Αλέξιος δεν ήταν ο ταπεινός εκείνος άνθρωπος που θα μάζευε ό,τι του άφηναν οι Σταυροφόροι. Ο Αλέξιος αποδείχθηκε ο πολιτικός που κατάλαβε τι απειλή, για την ύπαρξη της αυτοκρατορίας του, αποτελούσαν οι Σταυροφόροι και γι’ αυτό πρώτη του σκέψη ήταν να μεταφέρει το γρηγορότερο τους ανήσυχους και επικίνδυνους «επισκέπτες» του στη Μικρά Ασία, όπου θα ολοκλήρωναν το σκοπό για τον οποίον ήρθαν στην Ανατολή, την καταπολέμηση δηλαδή των απίστων. Μια ατμόσφαιρα αμοιβαίας δυσπιστίας δημιουργείτο μεταξύ των Λατίνων και των Βυζαντινών, στο πρόσωπο των οποίων παρουσιάζονταν όχι μόνον οι σχισματικοί, αλλά και οι πολιτικοί ανταγωνισμοί που επρόκειτο αργότερα να λύσουν τις διαφορές τους με τη δύναμη του ξίφους. Ένας μορφωμένος και καλά καταρτισμένος Έλληνας πατριώτης, του 19ου αιώνα, ο Βικέλας γράφει τα εξής:&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Εμπρός στα μάτια των Δυτικών οι Σταυροφόροι παρουσιάζονται με όλες τις ευγενείς αναλογίες μιας μεγάλης κίνησης που στηρίχθηκε σε καθαρά θρησκευτικά ελατήρια, όταν η Ευρώπη... παρουσιάστηκε σαν ο μέχρι θυσίας υπέρμαχος του Χριστιανισμού και του πολιτισμού, με τη δύναμη των νέων της και τη δόξα της πνευματικής της αυγής. Είναι φυσικό ότι κάποια περηφάνια θα εμπνέει ακόμα κάθε οικογένεια της αριστοκρατίας των Λατίνων που κατάγεται από αυτούς που πολέμησαν κάτω από τη σημαία του Σταυρού. Αλλά όταν οι άνθρωποι της Ανατολής είδαν τα πλήθη των αμαθών βαρβάρων να λαφυραγωγούν και να λεηλατούν τις επαρχίες της χριστιανικής και Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καθώς και τους ανθρώπους που ονομάζονταν υπέρμαχοι της πίστης να σκοτώνουν τους ιερείς του Χριστού με τη δικαιολογία ότι ήταν σχισματικοί, ήταν φυσικό πως θα ξεχνούσαν ότι μια τέτοια κίνηση ξεκίνησε εμπνευσμένη από ένα θρησκευτικό σκοπό και ότι είχε έναν ιδιαίτερο χριστιανικό χαρακτήρα... Η εμφάνιση (των Σταυροφόρων) στο προσκήνιο της ιστορίας είναι η πρώτη πράξη της τελικής τραγωδίας της αυτοκρατορίας&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Ο ειδικός ιστορικός του Αλέξιου Κομνηνού, Chalandon, τείνει να δώσει, εν μέρει τουλάχιστον, σε όλους τους Σταυροφόρους τους χαρακτηρισμούς που δίνει ο Γίβων στους ακολούθους του Πέτρου του Ερημίτη: «&lt;em&gt;Οι κλέφτες&lt;/em&gt;», γράφει, «&lt;em&gt;που ακολούθησαν τον Πέτρο τον Ερημίτη ήταν άγρια θηρία δίχως σκοπό και ανθρωπισμό&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Έτσι το 1096 άρχισε η εποχή των Σταυροφοριών που αποδείχθηκε πλούσια σε συνέπειες και πολύ σημαντική τόσο για το Βυζάντιο και την Ανατολή όσο και για τη Δυτική Ευρώπη.&lt;br /&gt;Η πρώτη περιγραφή της εντύπωσης που έκανε στους λαούς της Ανατολής, η έναρξη της κίνησης των Σταυροφόρων προέρχεται από έναν Άραβα ιστορικό του 12ου αιώνα, τον Ibn al-Qalanisi: «&lt;em&gt;Το έτος αυτό&lt;/em&gt; (δηλαδή 19 Δεκεμβρίου 1096 έως 8 Δεκεμβρίου 1097)», γράφει ο ιστορικός αυτός, «&lt;em&gt;άρχισαν να φτάνουν διαδοχικές ειδήσεις ότι τα στρατεύματα των Φράγκων εμφανίστηκαν από την κατεύθυνση της θάλασσας της Κωνσταντινούπολης με αμέτρητες δυνάμεις. Επειδή οι ειδήσεις αυτές ακολουθούσαν η μια την άλλη και διαδίδονταν συνεχώς από στόμα σε στόμα, ο λαός άρχισε να ανησυχεί και να ταράσσεται&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;Αφού οι Σταυροφόροι μαζεύτηκαν σιγά-σιγά στην Κωνσταντινούπολη, ο Αλέξιος Κομνηνός, θεωρώντας το στρατό τους ως μισθοφόρους, εξέφρασε την επιθυμία να αναγνωριστεί αρχηγός της εκστρατείας και ζήτησε έναν όρκο υποτελείας από τους Σταυροφόρους. Μια τυπική συνθήκη έγινε μεταξύ του Αλέξιου και των ηγετών της Σταυροφορίας, οι οποίοι υποσχέθηκαν να δώσουν στον Αλέξιο κάθε πόλη που θα καταλάμβαναν και που ανήκε πριν στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Δυστυχώς οι όροι υπό τους οποίους ορκίστηκαν οι ηγέτες της Σταυροφορίας δεν έχουν διασωθεί στην πρωτότυπή τους μορφή. Κατά πάσα πιθανότητα οι απαιτήσεις του Αλέξιου ήταν διάφορες: ζήτησε την άμεση απόκτηση των περιοχών της Μικράς Ασίας που λίγο πριν είχαν χαθεί μετά την ήττα της αυτοκρατορίας στο Ματζικέρτ (1071) και οι οποίες αποτελούσαν τις προϋποθέσεις της δύναμης και της ασφάλειας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και του ελληνικού έθνους. Για τη Συρία και την Παλαιστίνη, που το Βυζάντιο τις είχε χάσει πριν από πολύ καιρό, ο αυτοκράτορας δεν είχε απαιτήσεις, και περιορίστηκε να κρατήσει την επικυριαρχία τους.&lt;br /&gt;Αφού έφτασαν στη Μικρά Ασία οι Σταυροφόροι άρχισαν τη στρατιωτική τους δράση.[2] Ύστερα από μια πολιορκία της &lt;strong&gt;Νίκαιας&lt;/strong&gt; η πόλη αυτή παραδόθηκε τον Ιούνιο του 1097 και με βάση τη συμφωνία που είχε γίνει με τον Αλέξιο, η πόλη διαβιβάστηκε σ’ αυτόν. Η επόμενη νίκη των Σταυροφόρων στο &lt;strong&gt;Δορύλαιο&lt;/strong&gt; (Εσκί-Σεχίρ), ανάγκασε τους Τούρκους να εκκενώσουν το δυτικό τμήμα της Μικράς Ασίας και να αποσυρθούν στο εσωτερικό της χώρας, πράγμα που έδωσε στο Βυζάντιο μια εξαιρετική ευκαιρία να αποκαταστήσει τη δύναμή του στις ακτές της Μικράς Ασίας. Παρά τις φυσικές δυσκολίες, τις κλιματικές συνθήκες και την αντίσταση των Μουσουλμάνων, οι Σταυροφόροι προχωρούσαν μακριά, ανατολικά και ΝΑ. Στην άνω Μεσοποταμία ο Βαλδουίνος κατέλαβε την &lt;strong&gt;Έδεσσα&lt;/strong&gt; όπου γρήγορα ίδρυσε το πριγκιπάτο του, το οποίο έγινε και η πρώτη λατινική επικράτεια της Ανατολής, αλλά κι ένα προπύργιο των Χριστιανών κατά των τουρκικών επιθέσεων. Το παράδειγμα όμως του Βαλδουίνου είχε και την αντίθετη, επικίνδυνη όψη, επειδή ήταν δυνατόν οι άλλοι βαρόνοι να ακολουθήσουν τα παράδειγμά του και να ιδρύσουν ατομικά πριγκιπάτα, τα οποία φυσικά θα αδικούσαν πολύ τον πραγματικό σκοπό της Σταυροφορίας. Αργότερα ο κίνδυνος αυτός έγινε πραγματικότητα.&lt;br /&gt;Μετά από μακροχρόνια και εξαντλητική πολιορκία η κύρια πόλη της Συρίας, η &lt;strong&gt;Αντιόχεια&lt;/strong&gt; (πολύ ισχυρό οχυρό), παραδόθηκε στους Σταυροφόρους και ο δρόμος προς την Ιερουσαλήμ ήταν πλέον ανοικτός. Χάρη όμως στην Αντιόχεια ξέσπασε ένας βίαιος αγώνας μεταξύ των ηγετών των Σταυροφόρων που τέλειωσε όταν ο Βοημούνδος, ακολουθώντας το παράδειγμα του Βαλδουίνου, έγινε πρίγκιπας της Αντιόχειας. Οι Σταυροφόροι δεν κράτησαν τον όρκο τους ούτε στην Έδεσσα, ούτε στην Αντιόχεια.&lt;br /&gt;Επειδή το μεγαλύτερο μέρος του στρατού παρέμεινε με τους αρχηγούς που ίδρυσαν τα πριγκιπάτα τους, μόνο λίγοι (20.000 έως 25.000) πλησίασαν την Ιερουσαλήμ, όπου έφτασαν εξαντλημένοι και εξασθενημένοι την 1η Ιουνίου 1099. Την εποχή εκείνη, η &lt;strong&gt;Ιερουσαλήμ&lt;/strong&gt; είχε περιέλθει, από τους Σελτζούκους, στα χέρια ενός δυναμικού Χαλίφη της δυναστείας των Φατιμίδων. Ύστερα από μια βίαιη πολιορκία, στις 15 Ιουλίου του 1099, οι Σταυροφόροι πήραν την Αγία Πόλη και επιδόθηκαν σε μια τρομερή σφαγή. Το γνωστό τζαμί του Ομάρ και γενικά όλη η πόλη λεηλατήθηκε από τους Σταυροφόρους, που πήραν μαζί τους πολλούς θησαυρούς. Η χώρα, που αποτελείται από μια στενή παραλιακή λωρίδα, στην περιοχή της Συρίας και της Παλαιστίνης, ονομάστηκε Βασίλειο των Ιεροσολύμων. Ο Γοδεφρείδος, που συγκατατέθηκε να δεχθεί τον τίτλο του υπερασπιστή του Τιμίου Σταυρού, εκλέχτηκε βασιλιάς των Ιεροσολύμων και το νέο αυτό κράτος οργανώθηκε κατά το φεουδαρχικό σύστημα. Για την άμυνα των χωρών που κατακτήθηκαν οργανώθηκαν 3 τάγματα: α) το τάγμα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ, β) το τάγμα των Ιπποτών του Ναού και γ) το τάγμα των Τευτόνων.&lt;br /&gt;Η Α' Σταυροφορία, που τέλειωσε με τον σχηματισμό του &lt;strong&gt;Βασιλείου των Ιεροσολύμων&lt;/strong&gt; και αρκετών ανεξάρτητων λατινικών κτήσεων στην Ανατολή, δημιούργησε μια πολύπλοκη πολιτική κατάσταση. Το Βυζάντιο, ικανοποιημένο από την εξασθένηση των Τούρκων της Μικράς Ασίας και από την αποκατάσταση της δύναμης της αυτοκρατορίας σε αρκετά μέρη αυτής της χώρας, ανησυχούσε για την εμφάνιση των πριγκιπάτων της Αντιόχειας, της Έδεσσας και της Τρίπολης, που απέβησαν νέοι πολιτικοί εχθροί της αυτοκρατορίας. Η δυσπιστία του Βυζαντίου σιγά-σιγά μεγάλωσε τόσο ώστε, το 12ο αιώνα, δε δίστασε να συμμαχήσει με τους παλιούς του εχθρούς, τους Τούρκους, αρχίζοντας εχθροπραξίες με τους παλιούς του συμμάχους, τους Σταυροφόρους. Με τη σειρά τους οι Σταυροφόροι, που είχαν εγκατασταθεί στις νέες τους επικράτειες και φοβόντουσαν την ενίσχυση της αυτοκρατορίας στη Μικρά Ασία, έκλεισαν επίσης συμμαχία με τους Τούρκους εναντίον του Βυζαντίου. Τον 12ο αιώνα ήταν φανερό ήδη ότι η αρχική ιδέα της Σταυροφορίας είχε τελείως εκφυλιστεί.&lt;br /&gt;Δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για μια πλήρη διάσταση μεταξύ του Αλέξιου Κομνηνού και των Σταυροφόρων. Φυσικά ο αυτοκράτορας ήταν πολύ δυσαρεστημένος με το σχηματισμό των λατινικών κτήσεων στην Ανατολή. Παρόλα αυτά δεν αρνήθηκε τη βοήθεια του στους Σταυροφόρους, τους οποίους μετέφερε από την Ανατολή στη Δύση, κατά την επιστροφή τους. Έντονη υπήρξε η διάσταση του αυτοκράτορα προς τον Βοημούνδο, ο οποίος είχε αποκτήσει μεγάλη δύναμη στην Αντιόχεια, σε βάρος των γειτόνων του Τούρκων και της περιοχής του Βυζαντίου. Έτσι η Αντιόχεια έγινε το κέντρο στο οποίο συγκέντρωσε ο Αλέξιος την προσοχή του. Ο Ραϋμόνδος δυσαρεστημένος με την κατάστασή του στην Ανατολή και θεωρώντας κι αυτός τον Βοημούνδο ως τον βασικό αντίπαλό του, πλησίασε περισσότερο τον Αλέξιο, ο οποίος την εποχή αυτή θεωρούσε δευτερεύουσας σημασίας την τύχη της Ιερουσαλήμ.&lt;br /&gt;Ο αγώνας μεταξύ Βοημούνδου και αυτοκράτορα έγινε αναπόφευκτος. Μια ευκαιρία παρουσιάστηκε στον Αλέξιο, όταν ο Βοημούνδος συνελήφθη ξαφνικά από τους Τούρκους, από τον Εμίρη Malik Ghazi, που στα τέλη του 11 αιώνα κατέλαβε την Καππαδοκία, ιδρύοντας εκεί ένα ανεξάρτητο κράτος, το οποίο όμως καταστράφηκε από τους Σελτζούκους το δεύτερο ήμισυ του 12ου αιώνα. Ο Αλέξιος ήρθε σε συνεννόηση με τον Εμίρη για την απόδοση του Βοημούνδου αντί ορισμένου χρηματικού ποσού, αλλά οι συνεννοήσεις δεν καρποφόρησαν. Ο Βοημούνδος ελευθερώθηκε από άλλους και επέστρεψε στην Αντιόχεια. Με βάση τη συμφωνία που είχε κάνει με τους Σταυροφόρους, ο Αλέξιος ζήτησε από τον Βοημούνδο να του δώσει την Αντιόχεια, αλλά ο τελευταίος αρνήθηκε αποφασιστικά να εκπληρώσει το αίτημα του αυτοκράτορα.&lt;br /&gt;Την εποχή αυτή, το 1104, οι Μουσουλμάνοι κέρδισαν μια μεγάλη νίκη κατά του Βοημούνδου και των άλλων Λατίνων πριγκίπων στη &lt;strong&gt;Harran&lt;/strong&gt;, νότια της Έδεσσας. Η ήττα αυτή των Σταυροφόρων κατέστρεψε 
