10/2/11

Μωάμεθ και Ισλάμ [19]

Αρκετά πριν την εμφάνιση του Χριστιανισμού, οι Άραβες, λαός σημιτικής καταγωγής, κατέκτησαν την Αραβική χερσόνησο και την έρημο της Συρίας, η οποία βρίσκεται στα βόρειά της και εκτείνεται μέχρι τον Ευφράτη ποταμό. Η Αραβική χερσόνησος, ίση σχεδόν με το 1/4 της Ευρώπης, περιβάλλεται ανατολικά από τον Περσικό κόλπο, νότια από τον Ινδικό ωκεανό και δυτικά από την Ερυθρά Θάλασσα. Στα βόρεια προχωρά σιγά-σιγά στην έρημο της Συρίας. Οι πιο γνωστές από ιστορική άποψη, επαρχίες της χερσονήσου ήταν: α) το Nejd, στο κεντρικό οροπέδιο, β) η Υεμένη, στα ΝΔ της χερσονήσου και γ) το Hidjaz, η στενή λωρίδα που βρίσκεται κατά μήκος της ακτής της Ερυθράς Θάλασσας και που εκτείνεται από τα βόρεια της χερσονήσου μέχρι την Υεμένη. Η άγονη χώρα δεν ήταν εύκολο να κατοικηθεί παντού και γι’ αυτό οι Άραβες κατέλαβαν την κεντρική και τη βόρεια κυρίως Αραβία. Οι Βεδουίνοι, που ήταν νομάδες θεωρούσαν τον εαυτό τους ως τους γνήσιους και αμιγείς αντιπροσώπους της αραβικής φυλής, καθώς και ως τους πραγματικούς εκπροσώπους της ανδρείας. Συμπεριφέρονταν με αλαζονεία και με περιφρόνηση, ακόμα, στους νέους κατοίκους των λίγων πόλεων και χωριών.

Οι Ρωμαίοι δεν μπορούσαν να αποφύγουν τις συγκρούσεις με τις αραβικές φυλές στα ανατολικά σύνορα της Συρίας, τα οποία ήταν αναγκασμένοι να προστατεύουν. Γι’ αυτό οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες ανέγειραν μια γραμμή συνοριακών οχυρών (limes), που έμοιαζαν εν μέρει με τα περίφημα limes Romanus, που έγιναν στον Δούναβη για την προστασία της χώρας από τις γερμανικές επιδρομές. Ακόμα και τώρα υπάρχουν μερικά ερείπια της κύριας ρωμαϊκής οχύρωσης που έγινε κατά μήκος των συνόρων της Συρίας.
Από τις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ. άρχισαν να σχηματίζονται ανεξάρτητα κρατίδια ανάμεσα στους Άραβες της Συρίας. Τα κράτη αυτά επηρεάστηκαν πολύ από τον αραμαϊκό και ελληνικό πολιτισμό και γι’ αυτό είναι μερικές φορές γνωστά ως Άραβο-Αραμαϊκά Ελληνιστικά βασίλεια. Από τις πόλεις η Πέτρα κυρίως έγινε πλούσια και σημαντική χάρη στην πλεονεκτική θέση που κατείχε στη διασταύρωση μεγάλων εμπορικών δρόμων. Ακόμα και σήμερα ελκύουν την προσοχή των ιστορικών και των αρχαιολόγων τα μεγαλοπρεπή ερείπια αυτής της πόλης.
Από πολιτικής και πολιτιστικής πλευράς, το πιο αξιόλογο από όλα τα βασίλεια αυτά, την εποχή της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, ήταν η Παλμύρα, της οποίας η γενναία βασίλισσα Ζηνοβία (όπως την ονομάζουν οι Ρωμαίοι και οι Έλληνες συγγραφείς) δημιούργησε τα 50 τελευταία χρόνια του 3ου αιώνα, ένα μεγάλο κράτος κατακτώντας την Αίγυπτο και το μεγαλύτερο μέρος της Μ. Ασίας
Αυτή ήταν η πρώτη εκδήλωση αντίδρασης της Ανατολής και η πρώτη διάσπαση της αυτοκρατορίας σε δύο μέρη: Ανατολικό και Δυτικό. Ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός αποκατάστησε την ενότητα της αυτοκρατορίας και το 273, αφού κατεστράφη η επαναστατημένη Παλμύρα, η νικημένη βασίλισσά της αναγκάστηκε να ακολουθήσει το θριαμβευτικό άρμα του νικητή κατά την είσοδό του τελευταίου στη Ρώμη. Τα εντυπωσιακά ερείπια της Παλμύρας, όπως αυτά που βρίσκονται στην Πέτρα, ακόμα και σήμερα συγκινούν τους επιστήμονες και τους περιηγητές. Το περίφημο δασμολόγιο της Παλμύρας, που είχε χαραχτεί σ’ ένα λίθο τεραστίων διαστάσεων και που περιέχει πολύ αξιόλογες πληροφορίες για το εμπόριο και την οικονομία της πόλης, μεταφέρθηκε στη Ρωσία και βρίσκεται τώρα στην Πετρούπολη.
Δύο κυρίως αραβικές δυναστείες αναδείχθηκαν στη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου. Η μία είναι η δυναστεία των Μονοφυσιτών Γασσανιδών, στη Συρία, η οποία εξαρτώμενη από τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες, έγινε ισχυρή, τον 6ο αιώνα, όταν βοήθησε τον Ιουστινιανό στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του στην Ανατολή. Η δυναστεία αυτή έπαψε να υπάρχει στις αρχές του 7ου αιώνα, πιθανόν, οπότε οι Πέρσες κατέλαβαν τη Συρία και την Παλαιστίνη. Η δεύτερη αραβική δυναστεία των Λαχμιδών, είχε σαν κέντρο της την πόλη Hira στον Ευφράτη. Λόγω των δουλοπρεπών σχέσεών τους με τους Πέρσες, οι Λαχμίδες, που κι αυτοί έπαψαν να υπάρχουν στις αρχές του 7ου αιώνα, βρίσκονταν σε εχθρικές σχέσεις με τους Γασσανίδες. Στην πόλη Hira ο Χριστιανισμός, στη Νεστοριανική του μορφή, είχε μερικούς οπαδούς στους οποίους ανήκαν ακόμα και μέλη της δυναστείας των Λαχμιδών. Και οι δύο δυναστείες ήταν αναγκασμένες να υπερασπίζονται τα σύνορα του βασιλείου τους. Την εποχή όμως της εμφάνισης του Μωάμεθ, δεν υπήρχε ούτε μια πολιτική οργάνωση εντός των ορίων της Αραβικής χερσονήσου ή της ερήμου της Συρίας. Από τα τέλη του 2ου αιώνα π.Χ., έχουμε το βασίλειο των Ομηριτών στην Υεμένη, η οποία όμως καταλήφθηκε από τους Πέρσες το 570 περίπου.
Πριν την εποχή του Μωάμεθ, οι αρχαίοι Άραβες ζούσαν χωρισμένοι σε φυλές. Η συγγένεια του αίματος ήταν η μόνη βάση για τα κοινά συμφέροντα, τα οποία περιορίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στην πειθαρχία, την άμυνα, τη βοήθεια και την εκδίκηση των εχθρών για τις προσβολές της φυλής. Και η ελάχιστη αφορμή αρκούσε να προκαλέσει μακροχρόνιους και αιματηρούς πολέμους ανάμεσα στις φυλές. Πληροφορίες σχετικές με την εποχή αυτή και τις συνήθειές της υπάρχουν στην αρχαία αραβική ποίηση, καθώς και στον πεζό λόγο και την παράδοση. Η έχθρα και η αλαζονεία ήταν οι δυο επικρατέστεροι παράγοντες των σχέσεων των διαφόρων φυλών της αρχαίας Αραβίας.
Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των Αράβων ήταν πρωτόγονες. Οι φυλές είχαν τους θεούς τους καθώς και τα ιερά τους αντικείμενα (λίθους, δέντρα και πηγές) μέσω των οποίων φιλοδοξούσαν να μαντέψουν το μέλλον, ενώ σε μερικά μέρη της Αραβίας επικρατούσε η λατρεία των αστέρων. Σύμφωνα με τη γνώση ενός ειδικού στην αρχαία περίοδο των Αράβων, οι αρχαίοι Άραβες στη θρησκευτική τους ζωή μόλις ξεπερνούσαν τα αισθήματα ενός φετιχιστή. Πίστευαν στην ύπαρξη φιλικών, και πιο συχνά, μη φιλικών δυνάμεων, τις οποίες ονόμαζαν djinn (δαιμόνια). Ανάμεσα στους Άραβες, η πίστη για μια ανώτατη και αόρατη δύναμη ήταν αόριστη. Η προσευχή, σε μορφή λατρείας, τους ήταν σχεδόν άγνωστη και όταν απευθύνονταν στο θεό, η επίκλησή τους ήταν συνήθως μια έκκληση για βοήθεια, για να εκδικηθούν έναν εχθρό για κάποιο αδίκημα ή προσβολή. Όπως αναφέρει ένας επιστήμονας: «τα ποιήματα που έχουν διασωθεί από την προ-ισλαμική εποχή δεν περιέχουν κανένα υπαινιγμό προσπάθειας προσέγγισης προς το θείο, ακόμα και εκα μέρους των ποιο λεπτών ψυχών».
Η νομαδική ζωή των Βεδουίνων φυσικά δεν διευκόλυνε την ανάπτυξη ορισμένων μόνιμων θέσεων για την εκτέλεση της θρησκευτικής λατρείας, έστω και σε πολύ πρωτόγονη μορφή. Εκτός από τους Βεδουίνους όμως υπήρχαν οι εγκατεστημένοι κάτοικοι των πόλεων και των χωριών εκείνων που αναπτύχθηκαν κατά μήκος των εμπορικών δρόμων και κυρίως στο δρόμο των καραβανιών που οδηγούσε από το Νότο στο Βορρά, από την Υεμένη δηλαδή στην Παλαιστίνη, τη Συρία και τη Σιναϊτική χερσόνησο. Η πιο πλούσια πόλη στο δρόμο αυτό ήταν η Μέκκα, η οποία ήταν φημισμένη ήδη αρκετά πριν παρουσιαστεί ο Μωάμεθ. Δεύτερη σε σημασία ερχόταν η πόλη Αίθριβον ή Αιθρίβη (η μετέπειτα Μεδίνα), που βρισκόταν ακόμα περισσότερο στο Βορρά. Οι πόλεις αυτές ήταν κατάλληλοι σταθμοί για τα καραβάνια που ταξίδευαν από το Βορρά και το Νότο. Ανάμεσα στους εμπόρους της Μέκκας και της Αιθρίβης, καθώς και ανάμεσα στον πληθυσμό των άλλων τμημάτων της χερσονήσου, υπήρχαν πολλοί Ιουδαίοι. Επίσης εισχωρούσαν εκεί πολλοί Χριστιανοί που έρχονταν από τις Ρωμανο-βυζαντινές επαρχίες της Παλαιστίνης και της Συρίας, καθώς και από την Αβησσυνία, μέσω της Υεμένης. Η Μέκκα έγινε το κεντρικό σημείο συγκέντρωσης του πολύμορφου πληθυσμού της χερσονήσου.
Πριν από πολλά χρόνια υπήρχε στη Μέκκα το ιερό Κααμπά, το οποίο όμως δεν ήταν αραβικής προέλευσης. Το ιερό αυτό ήταν ένα λίθινο κτίριο σχήματος κύβου, 5 πόδια περίπου ψηλό, το οποίο έκρυβε το κύριο αντικείμενο της λατρείας, τη μαύρη πέτρα. Η παράδοση αναφέρει ότι η πέτρα αυτή στάλθηκε στη γη από τον ουρανό, ενώ συγχρόνως συσχετίζει την ανέγερση του ναού με το όνομα του Αβραάμ. Λόγω της πλεονεκτικής της θέσης η Μέκκα δεχόταν την επίσκεψη των εμπόρων όλων των αραβικών φυλών. Μερικοί θρύλοι αναφέρουν ότι για να ελκυστούν περισσότεροι ταξιδιώτες στην πόλη, είχαν τοποθετηθεί στην Κααμπά είδωλα των διαφόρων φυλών για να μπορούν οι αντιπρόσωποι κάθε φυλής να λατρεύουν στη διάρκεια της παραμονής τους στη Μέκκα το θεό τους. Ο αριθμός των προσκυνητών αύξανε σταθερά για να γίνει εξαιρετικά μεγάλος κατά τη διάρκεια της ιερής περιόδου της «Ειρήνης του θεού». Η περίοδος των θρησκευτικών εορτών συνέπιπτε με το μεγάλο πανηγύρι της Μέκκας, στο οποίο οι Άραβες και οι ξένοι έμποροι διεξήγαγαν το εμπόριό τους, με αποτέλεσμα να γίνει γρήγορα η πόλη αυτή πολύ πλούσια. Τον 5ο αιώνα περίπου, μια διαλεκτή φυλή των Kuraish άρχισε να ελέγχει τη Μέκκα. Τα υλικά συμφέροντα των κατοίκων της Μέκκας δεν παραμελούνταν ποτέ, ενώ συγχρόνως οι θρησκευτικές τους συναθροίσεις χρησιμοποιούνταν συχνά για την εξυπηρέτηση των ατομικών τους συμφερόντων. Όπως αναφέρει ένας επιστήμονας: «με την επικράτηση της αριστοκρατίας, η οποία ήταν επιφορτισμένη με τη διεξαγωγή των τελετών, η πόλη πήρε μια υλιστική, περήφανη και πλουτοκρατική όψη, μη μπορώντας πια να δώσει βαθειά θρησκευτική ικανοποίηση».
Κάτω από την επίδραση του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού, με τον οποίον οι Άραβες είχαν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή στη Μέκκα, εμφανίστηκαν πριν τον Μωάμεθ ακόμα, μεμονωμένα άτομα τα οποία εμπνεύστηκαν από θρησκευτικά ιδανικά που διέφεραν πολύ από την ξηρή τυπικότητα των παλαιών θρησκευτικών συνηθειών. Μια τάση προς το μονοθεϊσμό και την αποδοχή της ασκητικής ζωής ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών των ατόμων. Έβρισκαν ικανοποίηση μέσω της προσωπικής τους πείρας μόνο, χωρίς να επηρεάζουν ούτε να διδάσκουν τους άλλους.
Ο άνθρωπος που ένωσε τους Άραβες, ιδρύοντας μια διεθνή θρησκεία, υπήρξε ο Μωάμεθ, ο οποίος από ταπεινός κήρυκας της μετάνοιας, έγινε αρχικά προφήτης και μετά πολιτικός ηγέτης.
Ο Μωάμεθ γεννήθηκε το 570 περίπου. Υπήρξε μέλος μιας από τις πιο φτωχές φυλές και έχασε τους γονείς του ενώ ήταν ακόμα πολύ νέος, με αποτέλεσμα να είναι αναγκασμένος να κερδίζει το ψωμί του δουλεύοντας ως οδηγός καμηλών στα καραβάνια της πλούσιας χήρας Χαδίτζας. Όταν αργότερα παντρεύτηκε τη Χαδιτζά ο Μωάμεθ έγινε πλούσιος. Από παιδί είχε ένα νοσηρό συναισθηματισμό και κάτω από την επίδραση των Ιουδαίων και των Χριστιανών, με τους οποίους ερχόταν σε επαφή, άρχισε να ασχολείται όλο και περισσότερο με τη θρησκευτική οργάνωση της Μέκκας. Οι αμφιβολίες που συχνά τάραζαν τη σκέψη του, τον έκαναν να γνωρίσει πολλές στιγμές απελπισίας και ατέλειωτου βασανισμού, καθώς και να παθαίνει νευρικές κρίσεις. Στη διάρκεια των περιπάτων, που έκανε μόνος του στα περίχωρα της Μέκκας, έβλεπε οράματα που ενίσχυαν την πεποίθησή του ότι είχε σταλεί από το θεό για να σώσει το λαό του, που ακολουθούσε λανθασμένο δρόμο.
Ο Μωάμεθ ήταν 40 ετών όταν αποφάσισε να εκδηλώσει τις απόψεις του δημόσια, αρχικά σαν ένας ταπεινός κήρυκας της ηθικής στην οικογένειά του. Αργότερα άρχισε να διδάσκει σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων, που ανήκαν στις κατώτερες τάξεις και αμέσως μετά σε μερικούς εκλεκτούς πολίτες. Η Μέκκα όμως δεν ήταν πρόθυμη να δεχτεί το κήρυγμα του Μωάμεθ, ο οποίος αναγκάστηκε να φύγει από αυτήν μαζί με τους οπαδούς του κρυφά και να πάει, το 622, στην Αιθρίβη, της οποίας ο λαός, συμπεριλαμβανομένων των Ιουδαίων, συχνά τον είχε παροτρύνει να καταφύγει στην πόλη τους, με την υπόσχεση ότι θα απολάμβανε εκεί καλύτερους όρους διαβίωσης.
Τον δέχτηκαν, αυτόν και τους οπαδούς του, πολύ θερμά και αργότερα άλλαξαν το όνομα της πόλης τους, ονομάζοντάς την Μεδίνα, δηλαδή «πόλη του προφήτη». Το έτος της μετανάστευσής του ή όπως είναι (αν και λανθασμένα) πιο πολύ γνωστό, το έτος της φυγής (Hidjra αραβικά - Εγίρα ευρωπαϊκά) του Μωάμεθ από τη Μέκκα στη Μεδίνα, αποτελεί την αρχή της χρονολόγησης του Ισλαμισμού. Οι Άραβες και όλοι οι άλλοι μουσουλμανικοί λαοί συνήθως θεωρούν την Παρασκευή της 16ης Ιουλίου του 622 ως την αρχή του πρώτου έτους της Εγίρας. Η χρονολογία αυτή όμως καθιερώθηκε μόνο το 16ο χρόνο, μετά το 622.
Οι πρωτότυπες πληροφοριακές πηγές που αναφέρονται στον Μουσουλμανισμό δεν είναι ικανοποιητικές, επειδή δεν υπάρχει σχεδόν καμιά αυθεντική πληροφορία για την πρώτη περίοδο της ζωής του Μωάμεθ στη Μέκκα. Την εποχή αυτή η διδασκαλία του ήταν τόσο αόριστη και χαώδης, ώστε να μην μπορεί να χαρακτηριστεί σαν νέα θρησκεία.
Στη Μεδίνα ο Μωάμεθ έγινε ο αρχηγός μιας μεγάλης κοινότητας, αρχίζοντας να θεμελιώνει ένα πολιτικό κράτος με θρησκευτικές βάσεις. Έχοντας αναπτύξει τις βασικές αρχές της θρησκείας του, εισήγαγε ορισμένες θρησκευτικές τελετές και αφού ενίσχυσε την πολιτική του θέση, βάδισε το 630 εναντίον της Μέκκας. Αφού κατέλαβε την πόλη, κατέστρεψε αμέσως τα είδωλά της και κάθε υπόλειμμα του πολυθεϊσμού. Η λατρεία ενός μόνο θεού (του Αλλάχ) καθιερώθηκε ως βάση της νέας θρησκείας. Ο Μωάμεθ έδωσε ένα είδος αμνηστίας σε όλους τους εχθρούς του, μη επιτρέποντας κανένα φόνο και καμιά λεηλασία. Από την εποχή αυτή ο Μωάμεθ και οι οπαδοί του έκαναν ελεύθερα τα προσκυνήματά τους στη Μέκκα καθώς και τις θρησκευτικές τους τελετές. Ο Μωάμεθ πέθανε το 632.
Ο Μωάμεθ δεν στηρίχθηκε στη λογική και γι’ αυτό η διδασκαλία του δύσκολα μπορεί να παρουσιαστεί με ένα συστηματικό τρόπο. Η διδασκαλία αυτή δεν υπήρξε πρωτότυπη, αλλά αναπτύχθηκε κάτω από την επίδραση άλλων θρησκειών: του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού και μέχρι ενός σημείου, του Ζωροαστρισμού., της θρησκείας δηλαδή του Περσικού βασιλείου των Σασσανιδών. Οι σύγχρονοι ιστορικοί κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι «η πρώτη μουσουλμανική κοινότητα, αντίθετα με παλαιότερες απόψεις, ήταν πιο κοντά στο Χριστιανισμό παρά στον Ιουδαϊσμό». Ο Μωάμεθ είχε γνωρίσει και άλλες θρησκείες στα νιάτα του, όταν ταξίδευε με τα καραβάνια και αργότερα κατά την παραμονή του στη Μέκκα και τη Μεδίνα. Το κύριο χαρακτηριστικό της διδασκαλίας του είναι η κατανόηση της τέλειας εξάρτησης του ανθρώπου από το θεό και της τυφλής υπακοής στο θέλημά του. Η θρησκεία του είναι αυστηρά μονοθεϊστική και πιστεύει ότι η δύναμη που διαθέτει ο θεός πάνω στα δημιουργήματά του είναι απεριόριστη. Η Μουσουλμανική θρησκεία πήρε το όνομα Ισλάμ, που σημαίνει «υποταγή στο θεό», και οι οπαδοί του Ισλάμ ονομάζονται Μουσουλμάνοι. Βάση της θρησκείας αυτής είναι η ιδέα της ύπαρξης ενός μόνο θεού, του Αλλάχ. Η αρχή ότι «υπάρχει ένας μόνο θεός και ο Μωάμεθ είναι ο απόστολός του» είναι μια από τις βασικές αρχές του Ισλάμ. Τόσο ο Μωυσής όσο και ο Ιησούς Χριστός αναγνωρίζονται ως προφήτες, αλλά η νέα διδασκαλία δεχόταν ότι κανείς δεν υπήρξε τόσο μεγάλος όσο ο Μωάμεθ. Στη διάρκεια της παραμονής του στη Μεδίνα ο Μωάμεθ δήλωσε ότι η θρησκευτική του διδασκαλία αποτελούσε μια γνήσια αποκατάσταση της θρησκείας του Αβραάμ την οποία είχαν διαφθείρει οι Χριστιανοί και οι Ιουδαίοι. Ένα από τα πρώτα προβλήματα που απασχόλησαν τον Μωάμεθ υπήρξε η απομάκρυνση των Αράβων από τη βάρβαρη κατάστασή τους (αραβικά Djahiliyya) και η προσαρμογή τους προς ανώτερες ηθικές αρχές. Αντί της διαδεδομένης σκληρής εκδίκησης του αίματος (vendetta) δίδαξε στο λαό του την ειρήνη, την αγάπη και τον αυτοέλεγχο. Επίσης θεωρούσε υπεύθυνο τον εαυτό του να τερματίσει τη συνήθεια που είχαν μερικές φυλές να θάβουν ζωντανά νεογέννητα κορίτσια και επιχείρησε να ρυθμίσει τις σχέσεις των δύο φίλων, περιορίζοντας την πολυγαμία και ελαττώνοντας τον αριθμό των νόμιμων γυναικών σε τέσσερις, αφήνοντας όμως στην περίπτωση αυτή περισσότερη ελευθερία για τον εαυτό του. Στη θέση των παλαιών φυλετικών αντιλήψεων υποστήριξε την ιδέα των δικαιωμάτων του ατόμου, αλλά και το δικαίωμα της κληρονομιάς. Ο Μωάμεθ έδωσε επίσης μερικές κατευθύνσεις σχετικές με την προσευχή και τη νηστεία. Ήταν απαραίτητο να βλέπει κανείς, όταν προσευχόταν, προς την κατεύθυνση του Κααμπά. Ως μεγάλη περίοδος νηστείας καθορίστηκε ο 9ος μήνας, που ονομάστηκε Ramadan, ενώ η Παρασκευή καθιερώθηκε ως ημέρα αργίας. Η νέα διδασκαλία απαγόρευσε τη χρήση αίματος, κρασιού, χοιρινού κρέατος και κρέατος ζώων που πέθαναν από φυσικό θάνατο ή που χρησιμοποιήθηκαν για θυσίες στα είδωλα των ειδωλολατρών. Επίσης απαγορεύτηκε η χαρτοπαιξία. Η πίστη σε αγγέλους και στον Διάβολο ήταν αναγκαστική για τους Μουσουλμάνους, ενώ οι αντιλήψεις περί Παραδείσου, Κόλασης, Ανάστασης και Δευτέρας Παρουσίας ήταν χαρακτηριστικά υλιστικές. Τα βασικά στοιχεία των αντιλήψεων αυτών βρίσκονται στην χριστιανο-ιουδαϊκή απόκρυφη φιλολογία. Ο Μωάμεθ συμπεριλάμβανε στη διδασκαλία του το έλεος του θεού, τη μετάνοια των αμαρτωλών και τη δικαίωση μέσω των καλών πράξεων.
Οι νέοι θρησκευτικοί κανόνες αναπτύχθηκαν σιγά-σιγά, λίγο μετά το θάνατο του Μωάμεθ. Έτσι, για παράδειγμα, η προσευχή δεν είχε ακόμα αυστηρά καθιερωθεί ούτε και την εποχή των Ομμεϋάδων ακόμα. Οι εντολές της θρησκείας μπορούν να περιοριστούν στις εξής 5: α) την πίστη σ’ ένα θεό, τον Αλλάχ, και τον προφήτη του Μωάμεθ, β) την εκτέλεση ορισμένης προσευχής, σε ορισμένο χρόνο, με βάση αυστηρώς διατηρούμενους τύπους, γ) τη συνεισφορά ορισμένων χρημάτων για την αντιμετώπιση των στρατιωτικών και φιλανθρωπικών δαπανών της μουσουλμανικής κοινότητας, δ) τη νηστεία κατά τη διάρκεια του μήνα Ramadan και ε) το προσκύνημα του Κααμπά, στη Μέκκα (αραβικά το προσκύνημα αυτό ονομάζεται hadj).
Όλες οι βασικές αρχές και οι κανόνες του Ισλαμισμού περιέχονται στο ιερό βιβλίο των αποκαλύψεων του Μωάμεθ, το Κοράνι, που υποδιαιρείται σε 114 κεφάλαια (αραβικά Sura). Οι αφηγήσεις των έργων και της διδασκαλίας του Μωάμεθ, συγκεντρώθηκαν αργότερα; Σε διάφορα βιβλία που φέρουν το όνομα Sunna.
Η ιστορία των αρχών του Ισλάμ, την εποχή του Μωάμεθ είναι σκοτεινή και συζητήσιμη λόγω της κατάστασης στην οποία βρίσκονται οι σχετικές πληροφοριακές πηγές. Για την ιστορία όμως της Βυζαντινής αυτοκρατορίας το πρόβλημα αυτί είναι εξαιρετικά σημαντικό, επειδή μια επαρκής αντιμετώπισή του θα βοηθούσε πολύ στην εξήγηση της ασυνήθιστης και γρήγορης στρατιωτικής επιτυχίας των Αράβων, οι οποίοι αφαίρεσαν από την αυτοκρατορία τις ανατολικές και νότιες επαρχίες της: Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτο και Βόρεια Αφρική.
Οι παρατηρήσεις 3 σοβαρών μελετητών δείχνουν χαρακτηριστικά τις αντιθέσεις που επικρατούν στις γνώμες των επιστημόνων, σχετικά με το Ισλάμ. Ο Goldziher γράφει: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Μωάμεθ σκέφτηκε να απλώσει τη θρησκεία του πέρα από τα σύνορα της Αραβίας και να μεταβάλλει τη διδασκαλία του, η οποία αρχικά έγινε γνωστή μόνο στους συγγενείς του, σε μια δύναμη που θα κυριαρχούσε σε όλο τον κόσμο». Ο Grimme τονίζει ότι μπορεί κανείς να πιστέψει, με βάση το Κοράνι, ότι τελικός σκοπός του Ισλάμ ήταν «η πλήρης κατάκτηση της Αραβίας», ενώ ο Caetani γράφει ότι «ο προφήτης ποτέ δεν ονειρεύτηκε να μεταστρέψει στη θρησκεία του όλη την Αραβία και όλους τους Άραβες».
Ενώ ζούσε ο Μωάμεθ δεν εξουσίασε όλη την Αραβία. Μπορούμε μάλιστα να πούμε γενικά ότι η Αραβία δεν αναγνώρισε ποτέ ένα αποκλειστικό κύριο όλης της χώρας. Στην πραγματικότητα ο Μωάμεθ κατείχε μια περιοχή που αποτελούσε ίσως λιγότερο από το 1/3 της χερσονήσου. Η περιοχή αυτή είχε γερά επηρεαστεί από τις νέες ιδέες του Ισλάμ, αλλά το υπόλοιπο τμήμα της Αραβίας παρέμενε κάτω από μια πολιτική και θρησκευτική οργάνωση που διέφερε πολύ λίγο από αυτή που υπήρχε πριν εμφανιστεί ο Μωάμεθ. Ο Χριστιανισμός επικρατούσε στα νοτιοδυτικά της χερσονήσου, στην Υεμένη. Οι φυλές της βορειοανατολικής Αραβίας δέχτηκαν επίσης τη χριστιανική πίστη, η οποία γρήγορα έγινε θρησκεία η θρησκεία που επικρατούσε στη Μεσοποταμία και στις επαρχίες της Αραβίας, που ήταν κατά μήκος του ποταμού Ευφράτη. Στο μεταξύ παράκμαζε γρήγορα και σταθερά η επίσημη θρησκεία των Περσών. Έτσι όταν πέθανε ο Μωάμεθ δεν ήταν ούτε πολιτικός ούτε θρησκευτικός αρχηγός όλης της Αραβίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι αρχικά η Βυζαντινή αυτοκρατορία αντιμετώπισε το Ισλάμ ως ένα είδος Αρειανισμού, τοποθετώντας το στο ίδιο επίπεδο με τις άλλες χριστιανικές αιρέσεις. Η απολογητική και πολεμική φιλολογία του Βυζαντίου επιτίθεται κατά του Ισλάμ με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο επιτίθετο κατά των Μονοφυσιτών, των Μονοθελητών και των οπαδών των άλλων αιρετικών διδασκαλιών. Έτσι ο Ιωάννης Δαμασκηνός, μέλος μιας οικογένειας Σαρακηνών, ο οποίος έζησε στη μουσουλμανική αυλή τον 8ο αιώνα, δε θεωρούσε το Ισλάμ σαν μια νέα θρησκεία, αλλά ως ένα είδος αποστασίας από την αληθινή χριστιανική πίστη, ακριβώς όμοιο με τις παλαιότερες αιρέσεις. Οι ιστορικοί του Βυζαντίου επίσης έδειξαν πολύ λίγο ενδιαφέρον για την εμφάνιση του Μωάμεθ και της πολιτικής του κίνησης. Ο πρώτος χρονογράφος που αναφέρεται στη ζωή του Μωάμεθ, «του αρχηγού των Σαρακηνών και του ψευδοπροφήτη», υπήρξε ο Θεοφάνης, ο οποίος έγραψε στις αρχές του 9ου αιώνα.
Κατά την αντίληψη της μεσαιωνικής δυτικής Ευρώπης το Ισλάμ δεν ήταν ιδιαίτερη θρησκεία αλλά μια χριστιανική αίρεση όμοια στα δόγματά της με τον Αρειανισμό. Ακόμα και αργότερα στον Μεσαίωνα, ο Δάντης στη «Θεία Κωμωδία» του, θεωρεί τον Μωάμεθ ως ένα αιρετικό και τον ονομάζει «σπορέα σκανδάλων και σχισμάτων».

ΑΙΤΙΕΣ ΤΩΝ ΑΡΑΒΙΚΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΩΝ ΤΟΥ 7ου ΑΙΩΝΑ
Είναι πολύ συνηθισμένο να τονίζεται ο θρησκευτικός ενθουσιασμός των Μουσουλμάνων και η πλήρης μισαλλοδοξία τους ως μια από τις κύριες αιτίες των θαυμαστών στρατιωτικών κατορθωμάτων των Αράβων στη διάρκεια των μαχών τους με τους Πέρσες και τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, τον 7ο αιώνα. Οι Άραβες υποτίθεται ότι όρμησαν εναντίον των επαρχιών της Ασίας και της Αφρικής με σκοπό να φέρουν σε πέρας το θέλημα του προφήτη τους, που θέλησε τη μεταστροφή όλου του κόσμου στη νέα πίστη. Οι νίκες των Αράβων εξηγούνται με βάση το θρησκευτικό ενθουσιασμό, ο οποίος προετοίμασε τους φανατικούς Μουσουλμάνους να αδιαφορούν για το θάνατο, κάνοντάς τους αήττητους.
Η άποψη όμως αυτή πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμη. Την εποχή που πέθανε ο Μωάμεθ υπήρχαν λίγοι Μουσουλμάνοι και ο μικρός αυτός αριθμός των οπαδών του έμενε στη Μεδίνα μέχρι το τέλος των πρώτων μεγάλων κατακτήσεων. Πολύ λίγοι οπαδοί του Μωάμεθ πολέμησαν στη Συρία και την Περσία. Η πλειοψηφία των Αράβων πολεμιστών αποτελείτο από Βεδουίνους, οι οποίοι είχαν μόνον ακούσει τι είναι το Ισλάμ. Ασχολούνταν μόνο με υλικά αγαθά και πέθαιναν για λάφυρα και ακολασίες. Ο θρησκευτικός ενθουσιασμός ήταν άγνωστος γι’ αυτούς, επειδή αρχικά η φύση του Ισλάμ ήταν μάλλον φιλειρηνική. Το Κοράνι δηλώνει καθαρά ότι «ο θεός δεν θα εκβιάσει κανένα» (ΙΙ, 257) και είναι ήδη γνωστή η επιείκεια, που το Ισλάμ έδειξε στις αρχές του προς τον Χριστιανισμό και τον Ιουδαϊσμό. Το Κοράνι μιλάει επίσης για την ανοχή του θεού προς τις άλλες θρησκείες. «Αν ήθελε ο κύριός σου, θα μπορούσε να κάνει όλους τους ανθρώπους μέλη μιας και της αυτής θρησκευτικής κοινότητας» (ΧΙ, 120). Ο θρησκευτικός φανατισμός και η μισαλλοδοξία των Μουσουλμάνων είναι μεταγενέστερα φαινόμενα, ξένα προς το αραβικό έθνος και δικαιολογημένα μόνον από την επιρροή των Μουσουλμάνων προσήλυτων. Οι θριαμβευτικές κατακτήσεις των Αράβων, τον 7ο αιώνα, δεν μπορεί να αποδοθούν στο θρησκευτικό ενθουσιασμό και φανατισμό.
Σύμφωνα με μερικές σύγχρονες έρευνες οι πραγματικές αιτίες της επιδρομής των Αράβων υπήρξαν υλιστικές. Η Αραβία, φτωχή σε φυσικά αγαθά, δεν μπορούσε πια να ικανοποιήσει τις φυσικές ανάγκες του πληθυσμού της και οι Άραβες με την απειλή της φτώχειας και της πείνας, αναγκάστηκαν να επιχειρήσουν μια απελπιστική προσπάθεια να ελευθερωθούν «από τη θερμή φυλακή της ερήμου». Οι αφόρητες συνθήκες ζωής είναι οι μόνοι υπεύθυνοι για την ορμή με την οποία οι Άραβες επέπεσαν πάνω στη Βυζαντινή αυτοκρατορία και την Περσία. Στην κίνησή τους αυτή δεν έπαιξε κανένα ρόλο ο θρησκευτικός παράγοντας.
Αν και η άποψη αυτή είναι μέχρι ενός σημείου σωστή, δεν μπορούμε να δικαιολογήσουμε τελείως τις επιτυχίες των Αράβων μόνο με τις υλικές τους ανάγκες. Ανάμεσα στα αίτια υπάρχουν και οι εσωτερικές συνθήκες των ανατολικών και νότιων επαρχιών του Βυζαντίου (Συρίας, Παλαιστίνης και Αιγύπτου) τις οποίες κατέκτησαν τόσο εύκολα οι Άραβες. Η δυσαρέσκεια των επαρχιών αυτών, σχετικά με τα θρησκευτικά ζητήματα, έχει ήδη τονιστεί πολλές φορές. Οι Μονοφυσίτες και εν μέρει οι Νεστοριανοί, έρχονταν συνεχώς σε αντίθεση με το αδυσώπητο κράτος, και κυρίως μετά το θάνατο του Ιουστινιανού. Η αδικαιολόγητη τακτική των αυτοκρατόρων οδήγησε τη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο στο να είναι έτοιμες να αποσπαστούν από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία και να γίνουν υποτελείς στους Άραβες, οι οποίοι ήταν γνωστοί για την ανεξιθρησκία τους και το μοναδικό τους ενδιαφέρον να εισπράττουν τακτικά φόρους από τις κατακτημένες χώρες. Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των λαών πολύ λίγο ενδιέφεραν τους Άραβες.
Αφετέρου οι Ορθόδοξοι των ανατολικών επαρχιών ήταν δυσαρεστημένοι και αυτοί με το κράτος λόγω μερικών παραχωρήσεων που έκανε κυρίως τον 7ο αιώνα προς τους Μονοφυσίτες. Σχετικά με τις μονοθελητικές τάσεις του Ηρακλείου, ο χριστιανός Άραβας ιστορικός του 10ου αιώνα, Ευτύχιος, γράφει ότι οι κάτοικοι της Έμεσας ονόμαζαν τον αυτοκράτορα «Μονοθελήτη και εχθρό της πίστης», ενώ ένας άλλος Άραβας ιστορικός του 9ου αιώνα λέει ότι οι κάτοικοι αυτοί στράφηκαν προς τους Άραβες, λέγοντας «η διοίκησή σας και η δικαιοσύνη σας συμφωνούν περισσότερο μαζί μας από ό,τι συμφωνεί η τυραννία και οι προσβολές, τις οποίες υποφέραμε». Φυσικά αυτές είναι οι απόψεις των Μουσουλμάνων, αλλά οπωσδήποτε αποδίδουν τη νοοτροπία του ορθόδοξου πληθυσμού. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Συρίας και της Παλαιστίνης ήταν σημιτικής καταγωγής και σε μεγάλη έκταση, αραβικής προέλευσης, πράγμα που βοήθησε τους Άραβες να βρουν στις περιοχές που κατέκτησαν ανθρώπους της φυλής τους, που μιλούσαν την ίδια με αυτούς γλώσσα. Όπως αναφέρει ένας επιστήμονας «δεν ετίθετο το ζήτημα κατάκτησης μιας ξένης χώρας, της οποίας οι φόροι θα αποτελούσαν το μόνο άμεσο κέρδος, αλλά επρόκειτο και για την επανάκτηση τμήματος της πατρικής τους γης, η οποία παρήκμαζε κάτω από την κατοχή των ξένων».
Εκτός όμως από τη γενική δυσαρέσκεια των επαρχιών και τη συγγένειά τους με τους Άραβες, η Βυζαντινή αυτοκρατορία και ο στρατός της είχε να αντιμετωπίσει την εξασθένησή της μετά από μακροχρόνιους και συνεχείς (αν και τελικά επιτυχείς) αγώνες της κατά των Περσών και γι’ αυτό δεν μπορούσε να αντισταθεί, όπως έπρεπε στις ανθηρές αραβικές δυνάμεις.
Στην Αίγυπτο υπήρχαν ειδικοί λόγοι για μια ασθενική αντίσταση στους Άραβες. Η κύρια όμως αιτία πρέπει να αναζητηθεί στις γενικές συνθήκες που επικρατούσαν στο στρατό του Βυζαντίου. Αριθμητικά ο στρατός ήταν ίσως αρκετά δυνατός, αλλά η γενική οργάνωσή του ήταν ανεπαρκής. Ήταν διαιρεμένος σε πολλά μέρη, τα οποία διοικούσαν 5 διαφορετικοί διοικητές ή δούκες (duces), που είχαν ίσα δικαιώματα χωρίς να διαθέτουν ενότητα δράσης μεταξύ τους. Οι διαφωνίες τους για τα γενικά προβλήματα της επαρχίας, οι προσωπικές τους φιλοδοξίες, η έλλειψη αλληλεγγύης και συνεργασίας και η στρατιωτική ανικανότητά τους παρέλυσαν κάθε αντίσταση. Οι στρατιώτες δεν ήταν καλύτεροι από τους αρχηγούς τους. Πολυάριθμος, όπως ήταν ο στρατός της Αιγύπτου, κάτω από την επίδραση της κακής ηγεσίας, παρουσίαζε τάσεις αποστασίας. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλά αίτια εξηγούν τις τρομερές επιτυχίες των Αράβων». Ο Maspero γράφει ότι «η κύρια αιτία της ήττας του Βυζαντίου στην κοιλάδα του Νείλου ήταν η κακή ποιότητα του στρατού στον οποίον είχαν εμπιστευθεί την άμυνα της Αιγύπτου». Με βάση τη μελέτη των παπύρων ο Gelger νομίζει ότι η τάξη της αριστοκρατίας των μεγαλοκτηματιών, η οποία παρουσιάστηκε στην Αίγυπτο πριν από την περίοδο των αραβικών κατακτήσεων, έγινε ανεξάρτητη από την κεντρική κυβέρνηση και, αν και δεν δημιούργησε μια τοπική ανεξάρτητη διοίκηση, συνετέλεσε στην πτώση της κυριαρχίας του Βυζαντίου. Ο Amélineau, με βάση επίσης τη μελέτη των παπύρων, αναφέρει σαν ένα σπουδαίο παράγοντα, που διευκόλυνε τη νίκη των Αράβων, την ανεπαρκή πολιτική οργάνωση της Αιγύπτου.
Ο Άγγλος παπυρολόγος H. I. Bell λέει ότι η κατάκτηση της Αιγύπτου από τους Άραβες «δεν ήταν θαύμα ή παράδειγμα θείας εκδίκησης της διάσπασης της Χριστιανοσύνης, αλλά απλώς η αναπόφευκτη κατάρρευση ενός, κατά κόρον, διεφθαρμένου συστήματος».
Έτσι στις κύριες αιτίες που προκάλεσαν τις επιτυχίες των Αράβων συμπεριλαμβάνονται οι θρησκευτικές συνθήκες της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου, η φυλετική συγγένεια του λαού των δύο πρώτων χωρών προς το λαό της Αραβίας, η ανεπάρκεια των στρατιωτικών δυνάμεων, η ελλιπής στρατιωτική και πολιτική οργάνωση και οι κοινωνικές συνθήκες της Αιγύπτου.
Η βυζαντινή αλλά και η αραβική ιστορική παράδοση υπερβάλλουν πολύ την αριθμητική δύναμη του στρατού και των δύο πλευρών, που στην πραγματικότητα δεν ήταν πολύ μεγάλη. Μερικοί επιστήμονες πιστεύουν ότι οι Άραβες στρατιώτες που έλαβαν μέρος στις εκστρατείες της Συρίας και της Παλαιστίνης ήταν 27.000, αν και φοβούνται ότι και ο αριθμός αυτός είναι υπερβολικός. Ο αριθμός του στρατού του Βυζαντίου ήταν πιθανόν ακόμα μικρότερος. Επίσης οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν διεξήχθηκαν μόνο από τους Άραβες της χερσονήσου, αλλά και από τους Άραβες της ερήμου της Συρίας, που ήταν κοντά στα σύνορα της Περσίας και του Βυζαντίου.
Καλύτερη μελέτη των αρχών του Ισλάμ τοποθετεί καθαρά σε δευτερεύουσα θέση τον θρησκευτικό παράγοντα σε σχέση με τα πολιτικά γεγονότα της περιόδου αυτής. «Το Ισλάμ μεταβλήθηκε σε πολιτική δύναμη γιατί μόνο με αυτή την ιδιότητα μπορούσε να θριαμβεύσει κατά των εχθρών του. Αν το Ισλάμ είχε μείνει για πάντα μια απλή ηθική και θρησκευτική διδασκαλία, θα είχε γρήγορα πάψει να υφίσταται στη σκεπτικιστική υλιστική Αραβία και κυρίως στην εχθρική ατμόσφαιρα της Μέκκας». «Οι υπέρμαχοι του Ισλάμ δεν είχαν να ασχοληθούν τόσο με τη μεταστροφή των απίστων στην πίστη, όσο με την υποταγή τους».

Δεν υπάρχουν σχόλια: