4/11/09

Θεοδόσιος Β' ο Νεώτερος (408-450) [8]

Όπως αναφέρουν μερικές πηγές, ο Αρκάδιος - από φόβο μήπως οι διάφοροι «ευνοούμενοι» της Κωνσταντινούπολης εκθρονίσουν τον Θεοδόσιο - διόρισε επίτροπο του νεαρού διαδόχου του τον βασιλιά της Περσίας Ισδιγέρδη Α', ο οποίος με αφοσίωση εκπλήρωσε την αποστολή του, έχοντας τοποθετήσει κάποιον έμπιστό του άνθρωπο κοντά στον Θεοδόσιο για να τον προφυλάξει από κάθε ραδιουργία των αυλικών. Πολλοί επιστήμονες δε δέχονται ως αυθεντική την άποψη αυτή, αν και δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να την απορρίψουμε, εφόσον τέτοια παραδείγματα έχουμε και σε άλλες περιόδους της ιστορίας.
Οι αρμονικές σχέσεις που υπήρχαν ανάμεσα στις δυο αυτοκρατορίες εξηγούν την ασυνήθιστα ευνοϊκή θέση του Χριστιανισμού στην Περσία κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ισδιγέρδη Α'. Η περσική παράδοση - η οποία είναι επηρεασμένη από τους Μάγους και Ευγενείς - ονομάζει τον Ισδιγέρδη «αποστάτη», «φαύλο», φίλο της Ρώμης και των Χριστιανών και διώκτη των Μάγων. Αντίθετα οι χριστιανικές πηγές τον εξυμνούν για την καλοσύνη του, την ηπιότητά του και τη γενναιοδωρία του, ενώ μερικές φορές φθάνουν στο σημείο να τον παρουσιάζουν ως έτοιμο να δεχθεί το Χριστιανισμό. Στην πραγματικότητα, ο Ισδιγέρδης, όπως και ο Μεγάλος Κωνσταντίνος, εκτίμησε τη σημασία που είχε για τα πολιτικά του σχέδια ο Χριστιανισμός και το 409 έδωσε επίσημα την άδειά στους Χριστιανούς να λειτουργούν ελεύθερα και να αποκτήσουν πάλι τις εκκλησίες τους. Μερικοί ιστορικοί ονομάζουν το σχετικό με την άδεια διάταγμα που δόθηκε στην ασσυριακή χριστιανική εκκλησία, Έδικτο του Μιλάνου.
Το 410 έγινε στη Σελεύκεια μια σύνοδος κατά την οποία οργανώθηκε η χριστιανική εκκλησία της Περσίας. Ο επίσκοπος της Σελεύκειας (Κτησιφών) ονομάστηκε αρχηγός της εκκλησίας, με έδρα την πρωτεύουσα της Περσικής Αυτοκρατορίας, παίρνοντας συγχρόνως τον τίτλο «Καθολικός».
Τα μέλη της συνόδου έκαναν την εξής δήλωση: «Όλοι μας ικετεύουμε τον Πολυεύσπλαχνο Θεό μας να δίνει πολλά χρόνια ζωής στον ένδοξο και νικηφόρο βασιλιά των βασιλέων Ισδιγέρδη». Οι Χριστιανοί όμως δεν απόλαυσαν για πολύ καιρό την ελευθερία τους, γιατί αργότερα άρχισαν πάλι οι διωγμοί.
Ο Θεοδόσιος Β' δεν υπήρξε ικανός πολιτικός, ούτε ενδιαφέρθηκε πολύ για τις υποθέσεις του κράτους. Σε όλη τη διάρκεια της μακριάς βασιλείας του κρατήθηκε μακριά από τις υποθέσεις του κράτους, ζώντας μια μοναχική ζωή. Αφιερώνοντας το περισσότερο χρόνο του στην καλλιγραφία, αντέγραφε πολλά παλιά χειρόγραφα με τον ωραίο του γραφικό χαρακτήρα. Γύρω από τον Θεοδόσιο όμως υπήρχαν ικανοί και ενεργητικοί άνθρωποι που βοήθησαν στο να συμβούν στην εσωτερική ζωή της αυτοκρατορίας κατά την περίοδο αυτή αξιόλογα γεγονότα, τα οποία αναγκάζουν τους ιστορικούς να μη θεωρούν πλέον τον Θεοδόσιο ως έναν αδύνατο και άβουλο αυτοκράτορα.
Ένα από τα πρόσωπα που εξάσκησαν μεγάλη επιρροή κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Θεοδοσίου υπήρξε η αδελφή του Πουλχερία, η οποία και συντέλεσε στο γάμο του αδελφού της με την πολύ ικανή και μορφωμένη Αθηναΐδα (Ευδοκία), που ήταν κόρη ενός Αθηναίου φιλοσόφου. Η Ευδοκία έγραψε μερικά βιβλία, θρησκευτικού κυρίως περιεχομένου, στα οποία διαβλέπει κανείς μερικά γεγονότα, πολιτικής φύσης της εποχής της.
Στους εξωτερικούς του αγώνες το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας υπήρξε πιο τυχερό από το δυτικό κατά την περίοδο του Θεοδοσίου. Ενώ στην Ανατολή δεν παρουσιάστηκαν σοβαρές εχθρικές ενέργειες, στη Δύση οι Γότθοι είχαν προκαλέσει μια πολύ σοβαρή κρίση. Το πιο συγκλονιστικό όμως γεγονός υπήρξε η εισβολή στη Ρώμη του αρχηγού των Βησιγότθων Αλάριχου. Λίγο αργότερα οι βάρβαροι δημιούργησαν τα πρώτα τους βασίλεια - σε ρωμαϊκή περιοχή - στη Δυτική Ευρώπη και στη Βόρεια Αφρική. Η ανατολική πλευρά της αυτοκρατορίας είχε ένα διάστημα απειληθεί από τους Ούννους, οι οποίοι κτύπησαν την περιοχή του Βυζαντίου και λεηλάτησαν τη χώρα, σχεδόν μέχρι τα τείχη της Κωνσταντινούπολης. Πριν έρθει σε φιλικές σχέσεις με τους βαρβάρους ο αυτοκράτορας αναγκάστηκε να πληρώσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και να τους παραχωρήσει την περιοχή που ήταν στα νότια του Δούναβη. Αργότερα στάλθηκε από την Κωνσταντινούπολη στην Παινονία μια αποστολή με αρχηγό τον Μαξιμίνο, του οποίου ο συνοδός και φίλος Πρίσκος έγραψε εξαιρετικού ενδιαφέροντος λεπτομέρειες σχετικές με τη ζωή της αυλής του Αττίλα και με τις συνήθειες των Ούννων. Η περιγραφή του Πρίσκου έχει ιδιαίτερη αξία γιατί μας δίνει πληροφορίες όχι μόνο για τους Ούννους, αλλά και για τους Σλάβους του Μέσου Δούναβη, τους οποίους είχαν νικήσει οι Ούννοι.

Θεολογικές διαμάχες και η Γ' Οικουμενική Σύνοδος
Οι δυο πρώτες Οικουμενικές Σύνοδοι αποφάσισαν οριστικά ότι ο Ιησούς υπήρξε Θεός και άνθρωπος. Η απόφαση αυτή όμως δεν ήταν δυνατόν να ικανοποιήσει το ερευνητικό πνεύμα των θεολόγων που δε μπορούσαν να εξηγήσουν τη συνύπαρξη της θείας υπόστασης του Κυρίου με την ανθρώπινη φύση Του. Στην Αντιόχεια, κατά τα τέλη του 4ου αιώνα, παρουσιάστηκε η διδασκαλία ότι δεν υπήρξε πλήρης η ενότητα των δύο φύσεων του Χριστού. Σιγά-σιγά η διδασκαλία αυτή προσπαθούσε να αποδείξει την απόλυτη ανεξαρτησία της ανθρώπινης φύσης του Κυρίου πριν και μετά την ένωσή της με τη Θεία φύση. Εφόσον η θεωρία αυτή έμενε περιορισμένη σε στενό κύκλο ανθρώπων δεν προκαλούσε στην Εκκλησία σοβαρά ζητήματα. Αλλά όταν ανέβηκε στο πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης ο πρεσβύτερος Νεστόριος από την Αντιόχεια, θερμός οπαδός της νέας θεωρίας, η κατάσταση άλλαξε γιατί ο νέος πατριάρχης επέβαλε τη θεωρία του στην Εκκλησία. Γνωστός για την ευγλωττία του, απευθύνθηκε στον αυτοκράτορα, μετά τη χειροτονία του, ως εξής: «Παράδωσέ μου τη γη ξεκαθαρισμένη από τους αιρετικούς και θα σου δώσω ως ανταμοιβή τους ουρανούς. Βοήθησέ με να νικήσω τους αιρετικούς και θα σε βοηθήσω να καταβάλλεις του Πέρσες». Με τη λέξη «αιρετικοί» ο Νεστόριος εννοούσε όλους εκείνους που δε συμφωνούσαν με τις απόψεις του. Ο Νεστόριος δεν ονόμαζε την Παρθένο «Μητέρα του Θεού», αλλά «Χριστοτόκο» ή «Θεοδόχο».
Οι διωγμοί που έκανε ο Νεστόριος κατά των αντιπάλων του δημιούργησαν μεγάλο σάλο στην Εκκλησία. Κυρίως δυνατή υπήρξε η διαμαρτυρία του Πατριάρχη Αλεξανδρείας Κύριλλου και του Πάπα Κελεστίνου, ο οποίος καταδίκασε τη νέα αιρετική διδασκαλία σε μια σύνοδο που έγινε στη Ρώμη. Ο Θεοδόσιος, επιθυμώντας να δώσει κάποιο τέλος σ’ αυτές της εκκλησιαστικές διαμάχες κάλεσε στην Έφεσο την Γ' Οικουμενική Σύνοδο, η οποία καταδίκασε, το 431, τη θεωρία του Νεστόριου, που εξορίστηκε στην Αίγυπτο, όπου έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Η καταδίκη του Νεστοριανισμού δεν εμπόδισε τη διάδοσή του. Έμειναν ακόμα αρκετοί οπαδοί της αίρεσης στη Συρία και στη Μεσοποταμία και ο αυτοκράτορας έδωσε διαταγή στους διοικητές των επαρχιών αυτών να λάβουν αυστηρά μέτρα κατά των αιρετικών. Βασικό κέντρο του Νεστοριανισμού υπήρξε η Έδεσσα όπου λειτουργούσε η φημισμένη σχολή της που διέδιδε τις ιδέες της Αντιόχειας. Το 489, επί Ζήνωνος, η σχολή αυτή καταστράφηκε και οι μαθητές και διδάσκαλοί της, που πήγαν στην Περσία όπου ίδρυσαν στη Νίσιβι μια νέα σχολή, εκδιώχθηκαν. Ο Πέρσης βασιλιάς δέχθηκε με ευχαρίστηση τους Νεστοριανούς και τους πρόσφερε την προστασία του γιατί, θεωρώντας τους εχθρούς της αυτοκρατορίας, υπολόγιζε στη βοήθειά τους. Η περσική εκκλησία των Νεστοριανών ή Συρο-χαλδαίων Χριστιανών είχε ως αρχηγό έναν επίσκοπο που έφερε τον τίτλο «Καθολικός». Από την Περσία ο Χριστιανισμός, στη νεστοριανή του μορφή, διαδόθηκε στην Κεντρική Ασία, ενώ συγχρόνως απέκτησε πολλούς οπαδούς στις Ινδίες.
Η Σύνοδος της Εφέσου είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία, στην ίδια την εκκλησία του Βυζαντίου και κυρίως στην Αλεξάνδρεια, νέων κινήσεων που ήταν αντίπαλες του Νεστοριανισμού. Οι οπαδοί του Κύριλλου Αλεξανδρείας πιστεύοντας στην υπεροχή της Θείας φύσης του Κυρίου, έφτασαν στο συμπέρασμα ότι η ανθρώπινη φύση Του είχε τελείως απορροφηθεί από τη Θεία υπόσταση. Πίστευαν δηλαδή σε μια μόνο φύση του Χριστού, τη Θεία. Η νέα αυτή διδασκαλία ονομάστηκε Μονοφυσιτισμός και οι οπαδοί της Μονοφυσίτες. Ο Μονοφυσιτισμός προόδευσε πολύ χάρη στη βοήθεια δύο θερμών του οπαδών, του Αλεξανδρινού επισκόπου Διόσκορου και του Ευτυχούς, αρχιμανδρίτη ενός μοναστηριού της Κωνσταντινούπολης. Ο αυτοκράτορας έλαβε το μέρος του Διόσκορου τον οποίθον θεωρούσε οπαδό των ιδεών του Κύριλλου Αλεξανδρείας. Η νέα διδασκαλία όμως ήρθε σε αντίθεση με τον Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης και τον Πάπα Λέοντα Α'. Ο Διόσκορος τότε προέτρεψε τον αυτοκράτορα να συγκαλέσει το 449 στην Έφεσο μια σύνοδο, η οποία είναι γνωστή ως «ληστρική». Οι Αλεξανδρινοί Μονοφυσίτες, με αρχηγό τον Διόσκορο, που ήταν πρόεδρος της Συνόδου, ανάγκασαν μέλη της Συνόδου, που δε συμφωνούσαν, να αναγνωρίσουν τη διδασκαλία του Ευτυχούς ως ορθόδοξη και να καταδικάσουν όσους ήταν αντίθετοι στο νέο δόγμα. Ο αυτοκράτορας επικύρωσε τις αποφάσεις της Συνόδου και την αναγνώρισε επίσημα ως Οικουμενική. Όπως ήταν φυσικό η Σύνοδος δεν πέτυχε την ειρήνευση της Εκκλησίας. Μια θυελλώδης περίοδος ακολούθησε τη «ληστρική» Σύνοδο κατά τη διάρκεια της οποίας, το 450, πέθανε ο Θεοδόσιος αφήνοντας για τους διαδόχους του τη λύση του προβλήματος του Μονοφυσιτισμού, το οποίο έχει μεγάλη σημασία για την ιστορία του Βυζαντίου.
Εκτός όμως από τα αξιόλογα θρησκευτικά γεγονότα που συνέβηκαν κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Θεοδόσιου παρατηρούμε και άλλα γεγονότα, στην εσωτερική ζωή της αυτοκρατορίας, που προβάλλουν την εποχή αυτή σαν μια σημαντική περίοδο, από ιστορικής πλευράς.

Το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης
Η οργάνωση του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης και η έκδοση του Κώδικα του Θεοδοσίου είναι δύο αξιόλογα γεγονότα για τη ζωή της αυτοκρατορίας του Βυζαντίου.
Μέχρι τον 5ο αιών η πόλη των Αθηνών υπήρξε το μορφωτικό κέντρο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Έλληνες διδάσκαλοι της ρητορικής και της φιλοσοφίας, γνωστοί ως σοφιστές, πήγαιναν εκεί από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας. Άλλοι για να επιδείξουν τις γνώσεις τους και τη ρητορική τους δύναμη και άλλοι ελπίζοντας να πάρουν μια καλή θέση στο διδακτικό προσωπικό της φημισμένης σχολής της πόλης, το οποίο πληρωνόταν εν μέρει από τα αυτοκρατορικά εισοδήματα και εν μέρει από τα εισοδήματα των άλλων πόλεων. Η διδασκαλία και η καθοδήγηση των σπουδαστών πληρωνόταν στην Αθήνα, καλύτερα από οπουδήποτε αλλού. Ο θρίαμβος του Χριστιανισμού, στα τέλη του 4ου αιώνα, υπήρξε ένα γερό χτύπημα για τη Σχολή των Αθηνών, το οποίο συμπληρώθηκε στα τέλη του ίδιου αιώνα, με τις καταστροφικές επιδρομές των Βησιγότθων στην Ελλάδα. Ακόμα και μετά την αναχώρηση του Αλάριχου και των Βησιγότθων η Σχολή δεν ξαναβρήκε την παλιά της δόξα και ο αριθμός των φιλοσόφων ελαττώθηκε πολύ. Το μεγαλύτερο όμως χτύπημα που δέχτηκε η Σχολή των Αθηνών ήταν η οργάνωση του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης.
Όταν η Κωνσταντινούπολη έγινε πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας, πολλοί ρήτορες και φιλόσοφοι ήρθαν στη νέα πόλη και, πριν από τον Θεοδόσιο, υπήρχε ήδη εκεί ένα είδος Πανεπιστημίου. Διδάσκαλοι και λόγιοι κλήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη από την Αφρική, τη Συρία κι άλλα μέρη. Ο άγιος Ιερώνυμος γράφει στο «Χρονικό» του (360-62) ότι: «Ο Ευάνθιος, ένας από τους πιο μορφωμένους λόγιους, πέθανε στην Κωνσταντινούπολη για να τον διαδεχθεί ο Χαρίσιος, που κλήθηκε για αυτόν το σκοπό από την Αφρική». Ένας άλλος σύγχρονος μελετητής των προβλημάτων των Ανωτάτων Σχολών της Κωνσταντινούπολης, λέει ότι ο Θεοδόσιος δεν ίδρυσε, αλλά αναδιοργάνωσε το Πανεπιστήμιο.
Το 425 ο αυτοκράτορας εξέδωσε ένα διάταγμα σχετικό με την οργάνωση Πανεπιστημίου, που θα είχε 31 καθηγητές που θα δίδασκαν γραμματική, ρητορική, δίκαιο και φιλοσοφία. Τρεις ρήτορες και δέκα άλλοι διδάσκαλοι θα δίδασκαν λατινικά, ενώ πέντε σοφιστές και δέκα διδάσκαλοι θα παρέδιδαν ελληνικά. Εκτός από αυτό, το διάταγμα προέβλεπε μια έδρα Φιλοσοφίας και δύο έδρες Δικαίου. Αν και τα λατινικά παρέμεναν η επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας, η δημιουργία εδρών της ελληνικής στο Πανεπιστήμιο, δείχνει ότι ο αυτοκράτορας άρχισε να καταλαβαίνει ότι στη νέα πρωτεύουσα η ελληνική γλώσσα είχε αναμφισβήτητα δικαιώματα επειδή ήταν η γλώσσα εκείνη που χρησιμοποιείτο περισσότερο στην ανατολική πλευρά της αυτοκρατορίας. Ο αριθμός των Ελλήνων ρητόρων ήταν κατά δύο μεγαλύτερος από αυτόν των Λατίνων. Το νέο Πανεπιστήμιο απέκτησε δικό του κτίριο με μεγάλες αίθουσες παραδόσεων και διαλέξεων. Οι καθηγητές απαγορευόταν να διδάσκουν ιδιαίτερα μαθήματα στα σπίτια και ήταν υποχρεωμένοι να αφιερώνουν όλο τους το χρόνο και όλη τους την προσπάθεια στο Πανεπιστήμιο. Ο μισθός τους, που ήταν πολύ ικανοποιητικός, πληρωνόταν από το αυτοκρατορικό θησαυροφυλάκιο.
Το εκπαιδευτικό αυτό κέντρο της Κωνσταντινούπολης έγινε ένας επικίνδυνος αντίπαλος της Εθνικής Σχολής των Αθηνών, η οποία σιγά-σιγά παράκμαζε. Στη μετέπειτα ζωή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, το Πανεπιστήμιο του Θεοδοσίου Β', υπήρξε για πολύ καιρό το κέντρο γύρω από το οποίο συγκεντρώθηκαν όλες οι πνευματικές δυνάμεις της αυτοκρατορίας.

Codex Theodosianus
Η εποχή του Θεοδόσιου μας έδωσε και την παλαιότερη συλλογή αυτοκρατορικών διαταγμάτων που υπάρχει. Μια τέτοια συλλογή ήταν απαραίτητη γιατί τα διάφορα διασκορπισμένα διατάγματα χάνοντας και ξεχνιόνταν εύκολα με αποτέλεσμα τη δύσκολη εφαρμογή των νόμων από τους νομικούς, που έτσι συχνά βρίσκονταν σε πολύ δύσκολη θέση. Υπήρχαν ήδη δύο παλαιότερες συλλογές διαταγμάτων: ο Γρηγοριανός Κώδικας (Codex Gregorianus) και ο Ερμογενειακός Κώδικας (Codex Hermogenianus), που έφεραν το όνομα των συγγραφέων τους, για τους οποίους δε γνωρίζουμε πολλά πράγματα. Η πρώτη συλλογή ανήκει στην εποχή του Διοκλητιανού και περιέχει πιθανόν διατάγματα από την εποχή του Αδριανού μέχρι τον Διοκλητιανό. Η δεύτερη συλλογή, που έγινε κατά τη διάρκεια της βασιλείας των διαδόχων του Διοκλητιανού, τον 4ο αιώνα, περιλαμβάνει διατάγματα που χρονολογούνται από τα τέλη του 3ου αιώνα μέχρι το 360 περίπου. Καμιά από τις συλλογές αυτές δεν διασώθηκε. Και οι δύο είναι γνωστές μόνο από μικρά κομμάτια τους που έχουν διασωθεί.
Ο Θεοδόσιος θέλησε να εκδώσει μια συλλογή νόμων, με βάση το σχέδιο των δύο παλαιότερων συλλογών, που θα περιλάμβανε διατάγματα των χριστιανών αυτοκρατόρων από το Μεγάλο Κωνσταντίνο μέχρι και τον Θεοδόσιο Β'. Η επιτροπή την οποία διόρισε ο αυτοκράτορας δημιούργησε στα λατινικά, ύστερα από εργασία 8 ετών, τον Codex Theodosianus. Εκδόθηκε το 438 στην Ανατολή και γρήγορα εισήχθηκε και στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Ο Κώδικας του Θεοδοσίου διαιρείται σε 16 βιβλία, τα οποία είναι χωρισμένα σε τίτλους (tituli) ανάλογα με το περιεχόμενο. Κάθε βιβλίο ασχολείται και με μια εκδήλωση της ζωής του κράτους, όπως π.χ. με τις στρατιωτικές υποθέσεις, τη θρησκευτική ζωή κλπ. Τα διατάγματα κάθε τίτλου είναι τακτοποιημένα με χρονολογική σειρά. Τα διατάγματα που κυκλοφόρησαν μετά την έκδοση του Κώδικα ονομάστηκαν Νεαραί (leges novellae).
Ο Κώδικας του Θεοδοσίου έχει μεγάλη ιστορική σημασία επειδή είναι η πιο αξιόλογη πηγή που μας πληροφορεί για την εσωτερική ιστορία του κράτους κατά τον 4ο και 5ο αιώνα. Δεδομένου ότι αναφέρεται στην περίοδο κατά την οποία ο Χριστιανισμός αναγνωρίστηκε ως επίσημη θρησκεία του κράτους, η συλλογή του Θεοδοσίου αποτελεί ένα είδος γενικής περιγραφής του τι πέτυχε η νέα θρησκεία στον τομέα του Δικαίου και τι αλλαγές έφερε στην απονομή της Δικαιοσύνης. Επιπλέον ο Κώδικας, μαζί με τις παλαιότερες συλλογές, αποτέλεσε μια σταθερή βάση για τη μετέπειτα νομική δράση του Ιουστινιανού. Τελικά ο Κώδικας του Θεοδοσίου εισήχθηκε στη Δύση όπου, μαζί με τους δύο παλαιούς κώδικες, τις νεότερες νομοθεσίες και μερικά άλλα νομικά βιβλία, επηρέασε πολύ, έμμεσα και άμεσα, τη νομοθεσία των βαρβάρων. Το φημισμένο «Ρωμαϊκό Δίκαιο των Βησιγότθων» (Lex Romana Visigothorum), που προοριζόταν για τους Ρωμαίους υπηκόους του βασιλείου των Βησιγότθων, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια συντόμευση του Θεοδοσιανού Κώδικα και των άλλων πηγών που αναφέραμε πιο πάνω. Για το λόγο αυτό το «Ρωμαϊκό Δίκαιο των Βησιγότθων» λέγεται και «Breviarium Alaricianum», δηλαδή συντόμευση την οποία εξέδωσε ο Βησιγότθος βασιλέας Αλάριχος Β', στις αρχές του 6ου αιώνα. Το γεγονός αυτό δίνει μια εικόνα της άμεσης επιρροής του Θεοδοσιανού Κώδικα πάνω στη νομοθεσία των βαρβάρων. Ακόμα πιο μεγάλη υπήρξε η έμμεση επιρροή του Κώδικα των Βησιγότθων. Στις αρχές του Μεσαίωνα μέχρι και την εποχή του Καρλομάγνου, η νομοθεσία της Δυτικής Ευρώπης είχε την επιρροή του Breviarium, το οποίο έγινε στη Δύση κύρια πηγή του Ρωμαϊκού Δικαίου. Αυτό δείχνει καθαρά ότι το Ρωμαϊκό Δίκαιο δεν οφείλει, την εποχή αυτή, την επιρροή του στη Δυτική Ευρώπη, αλλά στον Ιουστινιάνειο Κώδικα, ο οποίος εκδόθηκε στη Δύση πολύ αργότερα, περίπου κατά τη διάρκεια του 12ου αιώνα. Το γεγονός αυτό, πολλές φορές, το παραβλέπουν οι επιστήμονες. Και αυτός ακόμα ο εκλεκτός ιστορικός Fustel de Coulanges γράφει: «έχει αποδειχθεί επιστημονικά ότι οι νομικές συλλογές του Ιουστινιανού διατήρησαν το κύρος τους, κατά το Μεσαίωνα, στη Γαλατία». Η επιρροή του Κώδικα του Θεοδοσίου υπήρξε ακόμα μεγαλύτερη εφόσον το Breviarium του Αλάριχου έχει παίξει κάποιο ρόλο και στην ιστορία της Βουλγαρίας ακόμα. Κατά τη γνώμη του γνωστού Κροάτη λόγιου Bogisic - του οποίου τα επιχειρήματα αναπτύχθηκαν και επιβεβαιώθηκαν από τον Βούλγαρο Bobtchev - το Breviarium Alaricianum στάλθηκε από τον Πάπα Νικόλαο Α' στη Βουλγαρία, της οποίας ο βασιλιάς Βόρις είχε ζητήσει από τον Πάπα, το 866, να του στείλει τους «εγκόσμιους νόμους» (Leges mundanae). Σε απάντηση του αιτήματος αυτού ο Πάπας – Responsa papae Nicolai ad Consulla Bulgärorum - ανάγγειλε ότι θα έστελνε στη Βουλγαρία «τους σεβαστούς νόμους των Ρωμαίων» (Venerandae Romanorum leges) οι οποίοι, κατά τον Bogisic και τον Bobtchev, ήταν το Breviarium του Αλάριχου. Και αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, η αξία του κώδικα αυτού για τη ζωή των αρχαίων Βουλγάρων δεν πρέπει να μεγαλοποιείται επειδή, λίγα χρόνια αργότερα, ο Βόρις απομακρύνθηκε από τη Δύση και πλησίασε περισσότερο την Κωνσταντινούπολη. Πάντως το γεγονός ότι ο Πάπας έστειλε το Breviarium στους Βούλγαρους δείχνει τη σημασία που είχε αυτό, για την Ευρώπη, κατά τον 9ο αιώνα. Όλα αυτά τα παραδείγματα δείχνουν καθαρά τη μεγάλη και εκτεταμένη επιρροή του Codex Theodosianus.

Τα τείχη της Κωνσταντινούπολης
Άλλο αξιόλογο γεγονός της βασιλείας του Θεοδοσίου υπήρξε η κατασκευή των τειχών της Κωνσταντινούπολης. Ο Μεγάλος Κωνσταντίνος είχε περιβάλλει τη νέα πρωτεύουσα με τείχος αλλά την εποχή του Θεοδοσίου Β' η πόλη είχε ξεπεράσει τα όρια του τείχους και έπρεπε να βρεθεί νέος τρόπος προστασίας της εναντίον των επιθέσεων των εχθρών. Η τύχη της Ρώμης, την οποία κατέλαβε το 410 ο Αλάριχος, υπήρξε μια σοβαρή προειδοποίηση για την Κωνσταντινούπολη που κι αυτή είχε απειληθεί από τους Ούννους κατά τα πρώτα 50 χρόνια του 5ου αιώνα.
Η λύση του δύσκολου αυτού προβλήματος ανατέθηκε σ’ έναν από τους πιο ικανούς και δραστήριους ανθρώπους της αυλής του Θεοδοσίου. Το 413 ο Ανθέμιος, που κατάλαβε τα ανώτατα αξιώματα της πολιτείας, ανήγειρε ένα τείχος με πολυάριθμους πύργους, που άρχιζε απ’ τη θάλασσα του Μαρμαρά (Προποντίδα) και τέλειωνε στον Κεράτιο κόλπο, δυτικά περίπου του τείχους του Κωνσταντίνου. Το νέο αυτό τείχος του Ανθέμιου, που έσωσε την πρωτεύουσα από τις επιθέσεις του Αττίλα, υπάρχει και σήμερα ακόμα στα βόρεια της θάλασσας του Μαρμαρά. Ύστερα από έναν ισχυρό σεισμό, που κατέστρεψε το τείχος, ένα νέο τείχος με πολλούς πύργους και μια τάφρος γεμάτη νερό γύρω του, χτίστηκε γύρω από το παλιό, το οποίο επισκευάστηκε κι αυτό. Έτσι στην ξηρά η Κωνσταντινούπολη είχε τρεις σειρές άμυνας: τα δύο τείχη που χωρίζονταν μεταξύ τους με μια «ταράτσα» και τη βαθειά τάφρο που περιέβαλε το εξωτερικό τείχος. Η οχύρωση της πόλης ενισχύθηκε ακόμα περισσότερο όταν ο πρωθυπουργός Κύρος έχτισε κι άλλα πιο νέα τείχη κατά μήκος της ακτής. Δυο επιγραφές που υπάρχουν στα τείχη, και που διαβάζονται και τώρα ακόμα, μια λατινική και μια ελληνική, μιλούν για τη σχετική με αυτά δράση του Θεοδόσιου. Το όνομα του Κύρου έχει συνδεθεί επίσης με το νυχτερινό φωτισμό των δρόμων της πρωτεύουσας.Ο Θεοδόσιος Β' πέθανε το 450. Παρά την αδυναμία του και την έλλειψη πολιτικής ικανότητας, η βασιλεία του υπήρξε σημαντική για τη μετέπειτα ιστορία, κυρίως δε όσον αφορά το μορφωτικό τομέα. Με μια επιτυχημένη εκλογή των υπεύθυνων αξιωματούχων ο Θεοδόσιος κατόρθωσε να πετύχει μεγάλα πράγματα. Το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης και ο Κώδικας του Θεοδοσίου θεωρούνται ακόμα θαυμάσια μνημεία της πνευματικής κίνησης του πρώτου τέταρτου του 5ου αιώνα. Τα τείχη της πόλης, που χτίστηκαν κατά την περίοδο αυτή, κράτησαν την Κωνσταντινούπολη για πολλούς αιώνες απόρθητη. Ο Ν. Η. Baynes αναφερόμενος στα τείχη παρατηρεί ότι: «Κατά κάποιον τρόπο τα τείχη της Κωνσταντινούπολης αντικατέστησαν στην Ανατολή τα όπλα και την πυρίτιδα, η έλλειψη των οποίων προκάλεσε το χαμό της αυτοκρατορίας στη Δύση».

Δεν υπάρχουν σχόλια: