Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώνστας Β'. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κώνστας Β'. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17/2/11

Η θρησκευτική πολιτική της δυναστείας του Ηρακλείου [21]

Ο ΜΟΝΟΘΕΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ «Η ΕΚΘΕΣΗ»
Οι εκστρατείες του Ηρακλείου εναντίον των Περσών έχοντας σαν αποτέλεσμα την επανάκτηση των Μονοφυσιτικών επαρχιών της αυτοκρατορίας (Συρία, Παλαιστίνη, Αίγυπτος) έθεσαν για μια ακόμα φορά έντονο το πρόβλημα της συμπεριφοράς του κράτους προς τους Μονοφυσίτες. Ακόμα και στη διάρκεια των εκστρατειών του ο Ηράκλειος άρχισε συνεννοήσεις με τους Μονοφυσίτες επισκόπους των ανατολικών επαρχιών, για να πετύχει ένα είδος εκκλησιαστικής ενότητας, κάνοντας ορισμένες παραχωρήσεις στα δογματικά ζητήματα. Φαινόταν ότι η ενότητα θα μπορούσε να επιτευχθεί αν η Ορθόδοξη Εκκλησία συμφωνούσε να αποδεχθεί δύο μεν φύσεις αλλά μια ενέργεια και ένα θέλημα του Ιησού. Από την τελευταία αυτή λέξη η διδασκαλία ονομάστηκε Μονοθελητισμός και είναι γνωστή στην ιστορία με το όνομα αυτό. Η Αντιόχεια και η Αλεξάνδρεια, που αντιπροσωπεύονταν από τους Μονοφυσίτες Πατριάρχες τους που διόρισε ο Ηράκλειος, ήθελαν να εργαστούν για την επίτευξη μιας συμφωνίας. Εναντίον όμως του Μονοθελητισμού εξεγέρθηκε ο μοναχός Σωφρόνιος από την Παλαιστίνη, ο οποίος ζούσε στην Αλεξάνδρεια και που χρησιμοποιώντας τα εντυπωσιακά του επιχειρήματα κατά της νέας διδασκαλίας, απειλούσε να υποσκάψει τη διαλεκτική τακτική του Ηράκλειου. Ο Πάπας Ονόριος, αναγνωρίζοντας τον κίνδυνο των δογματικών ερίδων που στηρίζονταν σε δόγματα, τα οποία δεν συζητήθηκαν από Οικουμενικές Συνόδους, δήλωσε ότι η διδασκαλία περί μιας θέλησης ήταν σωστή. Ο Σωφρόνιος έγινε Πατριάρχης Ιεροσολύμων, παίρνοντας έτσι μια θέση που του επέτρεπε να εξασκεί πολύ μεγαλύτερη επιρροή, και έστειλε μια συνοδική επιστολή στον επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, με την οποία ανέπτυσσε με μεγαλύτερη θεολογική ικανότητα το μη ορθόδοξο της διδασκαλίας των Μονοθελητών. Προβλέποντας ο Ηράκλειος μεγάλες θεολογικές διαμάχες εξέδωσε την «Έκθεση», τη διατύπωση δηλαδή της διδασκαλίας περί μιας θέλησης του Χριστού. Το χριστολογικό μέρος του κειμένου αυτού το συνέθεσε ο Πατριάρχης Σέργιος. Ο αυτοκράτορας έλπιζε ότι η έκθεση θα συντελούσε πολύ στη συνδιαλλαγή των Μονοφυσιτών με τους Ορθοδόξους, αλλά οι ελπίδες του διαψεύσθηκαν. Ο νέος Πάπας δεν ενέκρινε την Έκθεση και θέλοντας να υποστηρίξει το δόγμα περί δύο θελήσεων, κήρυξε τον Μονοθελητισμό ως αίρεση. Η πράξη αυτή όμως δημιούργησε μια απροσδόκητη έχθρα μεταξύ του Πάπα και του αυτοκράτορα. Επιπλέον η Έκθεση δημοσιεύθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία δεν μπορούσε να ασκήσει τη μεγάλη επιρροή στην οποία υπολόγιζε ο Ηράκλειος. Ο κύριος σκοπός του αυτοκράτορα ήταν να συμβιβάσει τις ανατολικές μονοφυσιτικές επαρχίες με την Ορθοδοξία. Αλλά το έτος 638, όταν δημοσιεύθηκε η Έκθεση, η Συρία, η Παλαιστίνη και το τμήμα της Μεσοποταμίας που ανήκε στο Βυζάντιο, δεν αποτελούσαν πια τμήμα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, επειδή είχαν καταληφθεί από τους Άραβες. Υπήρχε ακόμα η Αίγυπτος αλλά και αυτής οι ημέρες ήταν μετρημένες. Η υπόθεση των Μονοφυσιτών είχε χάσει την πολιτική της σημασία και το διάταγμα του Ηρακλείου δεν είχε κανένα αποτέλεσμα. Παρόμοιες προσπάθειες συμβιβασμού που είχαν γίνει στο παρελθόν δεν οδήγησαν σε ικανοποιητικά αποτελέσματα και δεν πέτυχαν ποτέ να λύσουν τα βασικά προβλήματα κυρίως λόγω της έντονης ισχυρογνωμοσύνης της πλειονότητας και των δύο πλευρών.

Ο «ΤΥΠΟΣ» ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑ Β'
Μετά το θάνατο του Ηράκλειου, στη διάρκεια της βασιλείας του Κώνστα Β', η θρησκευτική πολιτική εξελίχθηκε ως εξής: Ο αυτοκράτορας παρέμενε ακόμα οπαδός του Μονοθελητισμού, αν και η κίνηση αυτή είχε χάσει την πολιτική της σημασία. Μετά την απώλεια της Αιγύπτου, που καταλήφθηκε από τους Άραβες, ο αυτοκράτορας έκανε αρκετές προσπάθειες για να συμβιβασθεί με τον Πάπα, και προσφέρθηκε να κάνει αρκετές μεταβολές των δογμάτων του Μονοθελητισμού. Έχοντας σκοπό τη συμφιλίωση, ο Κώνστας Β' εξέδωσε το 648 τον «Τύπο», ο ποίος απαγόρευε κάθε συζήτηση σχετική με τις δύο ενέργειες ή θελήσεις του Χριστού. Εκτός από την απαγόρευση αυτή, ο Τύπος διέταζε την εξαφάνιση των εγγράφων συζητήσεων επί του θέματος, δηλαδή την έκθεση του Ηρακλείου, που είχε τοποθετηθεί στο νάρθηκα της Αγίας Σοφίας. Το μέτρο όμως αυτό του Κώνστα δεν πέτυχε την ποθητή θρησκευτική ειρήνη. Μπροστά στους αντιπροσώπους του ελληνικού κλήρου, στη Σύνοδο του Λατερανού, ο Πάπας Μαρτίνος καταδίκασε «την πολύ ασεβή Έκθεση (impiissima Ecthesis)» και «τον φαύλο Τύπο (scelerosus Typus)» και κήρυξε όλους εκείνους, που τα ονόματά τους συνδέονταν με τη σύνταξη των δύο διαταγμάτων, ένοχους αίρεσης. Ο εκλεκτός θεολόγος του 7ου αιώνα Μάξιμος ο Ομολογητής, αντιμετώπισε αποφασιστικά τόσο τον Τύπο όσο και τον Μονοθελητισμό γενικά. Επίσης μεγάλη δυσαρέσκεια εκδηλωνόταν εναντίον της θρησκευτικής πολιτικής του αυτοκράτορα στην Ανατολική Εκκλησία.
Εξοργισμένος από τη στάση του Πάπα στη σύνοδο του Λατερανού, ο Κώνστας Β' διέταξε τον Έξαρχο της Ραβέννας να συλλάβει τον Μαρτίνο και να τον στείλει στην Κωνσταντινούπολη. Ο Έξαρχος, εκπληρώνοντας τις διαταγές του αυτοκράτορα, μετέφερε τον Πάπα στην Κωνσταντινούπολη, όπου κατηγορήθηκε για προσπάθεια εξέγερσης των δυτικών επαρχιών εναντίον του αυτοκράτορα, διαπομπεύθηκε και φυλακίστηκε. Λίγο αργότερα στάλθηκε στη μακρινή Χερσώνα, το συνηθισμένο τόπο εξορίας της βυζαντινής περιόδου, όπου πέθανε λίγο μετά την άφιξή του εκεί. Στα γράμματα που έστελνε από τη Χερσώνα ο Πάπας παραπονείται για τις κακές συνθήκες ζωής και ζητάει από τους φίλους του να του στείλουν τροφή και κυρίως ψωμί, για το οποίο μιλούν εκεί δίχως να το έχουν δει ποτέ. Δυστυχώς τα γράμματα του Μαρτίνου δίνουν πολύ μικρού ενδιαφέροντος πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατούσε στη Χερσώνα, από πλευράς οικονομικής και πολιτισμού, τον 7ο αιώνα.
Ο αυτοκράτορας κι ο Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης συνέχισαν τις συνεννοήσεις τους με τους διαδόχους του Μαρτίνου και τελικά συμβιβάστηκαν με τον δεύτερο διάδοχό του, τον Βιταλιανό και το σχίσμα των Εκκλησιών έπαψε να υπάρχει. Αυτή η θρησκευτική συμφιλίωση με τη Ρώμη πολιτικά ήταν πολύ σημαντική για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, επειδή ενίσχυσε τη θέση του αυτοκράτορα στην Ιταλία.
Ο αντίπαλος του Μονοθελητισμού, Μάξιμος ο Ομολογητής, συνελήφθηκε από τον Έξαρχο της Ιταλίας και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου, αφού τον καταδίκασαν, τον ακρωτηρίασαν σκληρά. Ο Μάξιμος πέθανε σαν μάρτυρας στην εξορία.

Η 6η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ
Αν και ο Μονοθελητισμός έχασε την πολιτική του σημασία, συνέχισε να προκαλεί διαφωνίες μεταξύ του λαού ακόμα και μετά την απαγόρευση του Τύπου. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο ο διάδοχος του Κώνστα Β', ο Κωνσταντίνος Δ', θέλοντας να εγκαθιδρύσει μια οριστική θρησκευτική ειρήνη στην αυτοκρατορία του, συγκάλεσε το 680 στην Κωνσταντινούπολη την 6η Οικουμενική Σύνοδο, που καταδίκασε τον Μονοθελητισμό και αναγνώρισε τις δύο φύσεις, τα δύο θελήματα και τις δύο ενέργειες του Χριστού.
Η ειρήνη με τη Ρώμη αποκαταστάθηκε τελείως, και η ανακοίνωση που στάλθηκε στον Πάπα από την 6η Σύνοδο τον προσφωνεί «Κεφαλή της πρώτης Επισκοπής της παγκόσμιας Εκκλησίας» και δηλώνει ότι το μήνυμα του Πάπα προς τον αυτοκράτορα ερμήνευε τις πραγματικές αρχές της θρησκείας.
Έτσι την εποχή του Κωνσταντίνου Δ', το βυζαντινό κράτος εκδηλώθηκε οριστικά κατά του Μονοφυσιτισμού και του Μονοθελητισμού. Τα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων, Αλεξανδρείας και Αντιοχείας (αποσπασμένα από την αυτοκρατορία, μετά τις κατακτήσεις των Αράβων) έλαβαν μέρος στην 6η Οικουμενική Σύνοδο, στέλνοντας κι αυτά τους αντιπροσώπους τους. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μακάριος, που ζούσε στην Κωνσταντινούπολη ασκώντας τα καθήκοντά του μόνο στην Κιλικία και την Ισαυρία, υποστήριξε τον Μονοθελητισμό στη διάρκεια της Συνόδου και γι’ αυτό εκθρονίστηκε και αφορίστηκε. Οι αποφάσεις της Συνόδου απέδειξαν στη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο ότι η Κωνσταντινούπολη εγκατέλειψε την επιθυμία να βρει ένα τρόπο συμβιβασμού με τις επαρχίες που δεν αποτελούσαν πλέον μέρος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Η θρησκευτική ειρήνη που έγινε με τη Ρώμη πέτυχε χάρη στην αποφασιστική απομάκρυνση από το Μονοφυσιτικό και το Μονοθελητικό πληθυσμό των ανατολικών επαρχιών, πράγμα που συντέλεσε πολύ στην περαιτέρω ενίσχυση της δύναμης των Αράβων στις επαρχίες αυτές. Η Συρία, η Παλαιστίνη κι η Αίγυπτος απομονώθηκαν οριστικά από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.
Δεν μπορούμε να πούμε ότι η συμφωνία που έγινε με τη Ρώμη, με βάση την 6η Οικουμενική Σύνοδο, κράτησε πολύ. Ακόμα και την εποχή του διαδόχου του Κωνσταντίνου Δ', Ιουστινιανού Β', οι σχέσεις μεταξύ Βυζαντινής αυτοκρατορίας και Ρώμης εντάθηκαν και πάλι. Θέλοντας να συμπληρώσει το έργο της 5ης και 6ης Οικουμενικής Συνόδου, ο Ιουστινιανός Β' συγκάλεσε στην Κωνσταντινούπολη, το 691, μια Σύνοδο, που έγινε στη θολωτή αίθουσα του Παλατιού, τον Τρούλο, και ονομάστηκε συνεπώς «η εν Τρούλω Σύνοδος». Η Σύνοδος αυτή που ονομάστηκε Οικουμενική, είναι επίσης γνωστή ως «Πανθέκτη» (Ouinisextum), επειδή αποτελεί συμπλήρωμα των δύο προηγούμενων Συνόδων, δηλαδή της 5ης και της 6ης. Ο Πάπας Σέργιος αρνήθηκε να υπογράψει τα πρακτικά της Συνόδου με την αιτιολογία ορισμένους όρους, όπως ήταν ο όρος ο σχετικός με τη νηστεία του Σαββάτου και η άδεια που δινόταν στους ιερείς να παντρεύονται. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Κώνστα Β' που εξόρισε τον Μαρτίνο στην Κριμαία, ο Ιουστινιανός διέταξε τη σύλληψη του Σέργιου και τη μεταφορά του στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά ο στρατός της Ιταλίας τον υπερασπίστηκε και τον προστάτευσε από τον απεσταλμένο του αυτοκράτορα, ο οποίος θα έχανε τη ζωή του αν δεν επενέβαινε ο Πάπας.
Στη διάρκεια της δεύτερης βασιλείας του Ιουστινιανού Β' (705-711), ο Πάπας Κωνσταντίνος (ο τελευταίος Πάπας που κλήθηκε στην πρωτεύουσα του Βυζαντίου) ήρθε, ύστερα από πρόσκληση του αυτοκράτορα, στην Κωνσταντινούπολη. Ο Ιουστινιανός δέχτηκε τον Πάπα με μεγάλες τιμές και (όπως αναφέρει ο βιογράφος του Πάπα) ξαπλώθηκε μπροστά στον Κωνσταντίνο, του οποίου φίλησε το πόδι, κρατώντας στο χέρι το αυτοκρατορικό στέμμα.
Ο Ιουστινιανός κι ο Πάπας πέτυχαν έναν ικανοποιητικό συμβιβασμό, για τον οποίον όμως δεν υπάρχουν ακριβείς πληροφορίες. Ο Πάπας Κωνσταντίνος, όπως αναφέρει ο Γερμανός εκκλησιαστικός ιστορικός Hefele, είχε την εποχή εκείνη αναμφίβολα πετύχει τη μέση οδό, την οποία αργότερα ακολούθησε ο Πάπας Ιωάννης Η' (872-882), δηλώνοντας ότι «δεχόταν όλους τους κανόνες που δεν ήταν αντίθετοι στην αληθινή πίστη, την ηθική και τα διδάγματα της Ρώμης».
Ο Πάπας Κωνσταντίνος επέστρεψε με ασφάλεια στη Ρώμη, όπου έγινε δεκτός από το λαό με μεγάλη χαρά. Η θρησκευτική ειρήνη φαινόταν να έχει επικρατήσει τελικά μέσα στα τόσο περιορισμένα σύνορα της αυτοκρατορίας.

ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΩΝ «ΘΕΜΑΤΩΝ»
Στη βυζαντινή ιστορία η οργάνωση των θεμάτων συνδέεται συνήθως με την εποχή της δυναστείας του Ηράκλειου. Με τη φράση «οργάνωση των θεμάτων» εννοούμε την ιδιόρρυθμη οργάνωση των επαρχιών, την οποία υπαγόρευαν οι συνθήκες της εποχής εκείνης και της οποίας το κύριο χαρακτηριστικό ήταν η ανάπτυξη της στρατιωτικής δύναμης των διοικητών των επαρχιών και της τελικής επικράτησής τους σε βάρος των πολιτικών αρχών. Η μεταβολή αυτή δεν έγινε απότομα και ξαφνικά αλλά σιγά - σιγά. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα η ελληνική λέξη «θέμα» σήμαινε ένα στρατιωτικό σώμα, εγκατεστημένο σε μια επαρχία και μόνον αργότερα, πιθανόν τον 8ο αιώνα, ονομάστηκε με το όνομα αυτό και η επαρχία όπου βρισκόταν το στρατιωτικό απόσπασμα. Έτσι άρχισε η λέξη «θέμα» να έχει σχέση με τη διοικητική διαίρεση της αυτοκρατορίας.
Κύρια πληροφοριακή πηγή για το ζήτημα των θεμάτων είναι το «Περί θεμάτων» έργο του αυτοκράτορα του 10ου αιώνα Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου. Το έργο αυτό, εκτός από το ότι είναι πολύ μεταγενέστερο από τον Ηράκλειο, έχει το μειονέκτημα ότι στηρίζεται σε μερικά σημεία, σε γεωγραφικά έργα του 5ου και του 6ου αιώνα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν πολύ επιπόλαια ή αντιγράφηκαν κατά λέξη. Αν και το έργο αυτό δεν δίνει πολλές πληροφορίες για την οργάνωση των θεμάτων κατά τον 7ο αιώνα, όμως συνδυάζει την αρχή του συστήματος με το όνομα του Ηράκλειου. Ο αυτοκράτορας γράφει: «Από την εποχή της βασιλείας του Ηράκλειου η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία περιορίστηκε σε έκταση και ακρωτηριάστηκε τόσο από την ανατολή όσο και από τη δύση». Πολύ ενδιαφέρον, αν και όχι τελείως ερμηνευμένο, υλικό σχετικό με τα θέματα βρίσκεται στα έργα των Αράβων γεωγράφων Ibn-Khurdadhbah (Khordadhbeh) (αρχές του 9ου αιώνα) και Kudama (αρχές του 10ου αιώνα). Για τη μελέτη της πρώτης περιόδου του συστήματος των θεμάτων οι ιστορικοί κάνουν χρήση σχετικών παρατηρήσεων των χρονογράφων και κυρίως του λατινικού μηνύματος του Ιουστινιανού Β', που αυτός έστειλε στον Πάπα (687) σχετικά με την επιβεβαίωση της 6ης Οικουμενικής Συνόδου. Η επιστολή αυτή περιέχει ένα πίνακα των στρατιωτικών περιοχών της εποχής αυτής, που δεν αναφέρονται ακόμα ως θέματα αλλά με το λατινικό όνομα exercitus (στρατός). Στις ιστορικές πηγές της περιόδου αυτής η λατινική λέξη «exercitus» και η ελληνική «στρατός» ή μερικές φορές «στράτευμα», συχνά χρησιμοποιούνταν με την έννοια μιας περιοχής ή επαρχίας με στρατιωτική οργάνωση.
Πραγματικοί πρόδρομοι της οργάνωσης των θεμάτων υπήρξαν τα εξαρχάτα της Ραβέννας και της Καρχηδόνας, τα οποία ιδρύθηκαν στα τέλη του 6ου αιώνα.
Οι επιθέσεις των Λογγοβάρδων προκάλεσαν τη ριζική μεταβολή της οργάνωσης της Ιταλίας, καθώς οι επιθέσεις των Βέρβερων οδήγησαν στις μεταβολές που έγιναν στη Β. Αφρική. Η κεντρική διοίκηση, θέλοντας να δημιουργήσει μια πιο αποτελεσματική άμυνα εναντίον των εχθρών της, επιχείρησε να οργανώσει μεγάλες περιφερειακές ενότητες με ισχυρές στρατιωτικές αρχές στις συνοριακές επαρχίες. Οι περσικές και αργότερα οι αραβικές κατακτήσεις του 7ου αιώνα, που στέρησαν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία από τις ανατολικές της επαρχίες, άλλαξαν τελείως τις συνθήκες που επικρατούσαν στη Μ. Ασία. Από μια χώρα, που ποτέ δεν είχε ουσιαστικά ανάγκη από σοβαρή προστασία, μεταβλήθηκε σε μια περιοχή που απειλείτο σταθερά κι ισχυρά από τους Μουσουλμάνους γείτονές της. Η κυβέρνηση του Βυζαντίου αναγκάστηκε να πάρει αποτελεσματικά μέτρα στα ανατολικά της σύνορα: Οι στρατιωτικές της δυνάμεις ανασυγκροτήθηκαν και έγιναν νέες διοικητικές μεταβολές που έδιναν την εξουσία κυρίως στις στρατιωτικές αρχές, των οποίων οι υπηρεσίες την εποχή εκείνη ήταν εξαιρετικά σημαντικές. Εξίσου μεγάλη υπήρξε η απειλή από τον αραβικό στόλο, που κυριαρχούσε σχεδόν στη Μεσόγειο, από τον 7ο αιώνα, απειλώντας τις ακτές της Μ. Ασίας, τα νησιά του αρχιπελάγους και ακόμα τις ακτές της Ιταλίας και της Σικελίας. Στα ΒΔ της αυτοκρατορίας οι Σλάβοι κατείχαν ένα μεγάλο μέρος της Βαλκανικής Χερσονήσου και εισχώρησαν μέσα στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης και της Πελοποννήσου, ενώ στα βόρεια σύνορα παρουσιάστηκε το βασίλειο των Βουλγάρων (τα 50 τελευταία χρόνια του 7ου αιώνα). Αυτές οι μεταβαλλόμενες καταστάσεις ανάγκασαν το Βυζάντιο να καταφύγει στην οργάνωση (στις πιο επισφαλείς επαρχίες) εκτεταμένων περιοχών, που διοικούνταν σχεδόν όπως τα εξαρχάτα, με βάση μια ισχυρή στρατιωτική δύναμη. Το Βυζάντιο, με τον τρόπο αυτόν, απέκτησε ένα καθεστώς στρατοκρατίας.
Το γεγονός ότι τα θέματα δεν είναι καρπός μιας νομοθετικής πράξης σημαίνει ότι κάθε θέμα είχε την ιστορία του. Το πρόβλημα της προέλευσης των θεμάτων μπορεί να λυθεί μόνο με ειδική έρευνα για κάθε θέμα χωριστά. Σχετικά με το ζήτημα αυτό είναι πολύ ενδιαφέροντα τα έργα του Kulakovsky. Τα στρατιωτικά μέτρα του Ηράκλειου, μετά τη νίκη του κατά των Περσών είναι, κατά τον συγγραφέα αυτόν, το σημείο εκκίνησης για τη νέα διοικητική οργάνωση. Ο Bréhier υποστηρίζει τον Kulakovsky στο σημείο αυτό. Η Αρμενία αποτελεί παράδειγμα της στρατικοποίησης της αυτοκρατορίας ενόψει του κινδύνου των Περσών, επειδή όταν ο Ηράκλειος αναδιοργάνωσε την Αρμενία δε διόρισε πολιτικό διοικητή. Η διοίκηση ήταν καθαρά στρατιωτική. Το σύστημα των θεμάτων είναι απλά μια εφαρμογή σε άλλες επαρχίες αυτού που έγινε στην Αρμενία.
Ο Ουσπένσκι έστρεψε την προσοχή του στους Σλάβους. Όταν κατέκλυσαν τη Βαλκανική χερσόνησο, την εποχή του σχηματισμού των θεμάτων, λέει ότι οι Σλάβοι «βοήθησαν στο σχηματισμό των θεμάτων στη Μ. Ασία προμηθεύοντας έναν αριθμό εθελοντών για την αποίκηση της Βιθυνίας». Η άποψη αυτή όμως πρέπει να ληφθεί υπόψη με προσοχή γιατί δεν υπάρχουν ενδείξεις ομαδικής μετανάστευσης Σλάβων στη Μ. Ασία, πριν τη μεταφορά 80.000 Σλάβων στο Οψίκιο την εποχή του Ιουστινιανού, κατά τα τέλη του 7ου αιώνα.
Είναι οριστικά γνωστό ότι για την αντιμετώπιση του κινδύνου ιδρύθηκαν στην Ανατολή, τον 7ο αιώνα, οι εξής στρατιωτικές περιοχές που αργότερα ονομάστηκαν θέματα: 1) των Αρμενιακών, στη ΒΑ Μ. Ασία, στα σύνορα της Αρμενίας, 2) των Ανατολικών, 3) το Οψίκιο, στη Μ. Ασία κοντά στη θάλασσα του Μαρμαρά και 4) το ναυτικό θέμα των Καραβισιάνων στις νότιες ακτές της Μ. Ασίας και στα γειτονικά νησιά. Τα δύο πρώτα θέματα, που βρίσκονταν σε όλο το κεντρικό κομμάτι της Μ. Ασίας, από τα σύνορα της Κιλικίας στην Ανατολή, μέχρι τις ακτές του Αιγαίου Πελάγους στη Δύση, προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν για την εναντίον των Αράβων προστασία. Το τρίτο είχε σκοπό να προστατεύσει την πρωτεύουσα από τους εξωτερικούς εχθρούς. Το τέταρτο (το ναυτικό θέμα) προοριζόταν για την άμυνα εναντίον του στόλου των Αράβων.
Μια εξαιρετική αναλογία υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτήν την οργάνωση των θεμάτων και στη στρατικοποίηση της Περσικής αυτοκρατορίας την εποχή των Σασσανιδών, κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Kawadh και του Χοσρόη (Nushirvan), τον 6ο αιώνα. Στην Περσία επίσης η όλη περιοχή της αυτοκρατορίας είχε διαιρεθεί σε 4 στρατιωτικές διοικήσεις. Η αναλογία είναι τόσο πλήρης ώστε ο Stein την εξηγεί με βάση τη σκέψη ότι ο αυτοκράτορας σκόπευε να υιοθετήσει τη μεταρρύθμιση αυτή των Περσών. Οι διάφορες πηγές πληροφοριών, λέει, μας προτρέπουν να πιστέψουμε ότι ο Ηράκλειος μελέτησε τις μεταρρυθμίσεις των δύο βασιλέων της Περσίας και ότι ακόμα ίσως να είχε υπόψη του σχετικό υλικό από τα αρχεία των Περσών: «Η επιθυμία να διδαχθεί κανείς από τον εχθρό του υπήρξε πάντοτε η επιθυμία κάθε γνήσιου πολιτικού».
Στη Βαλκανική χερσόνησο δημιουργήθηκε η περιοχή της Θράκης εναντίον των Σλάβων και των Βουλγάρων και αργότερα, ίσως στα τέλη του 7ου αιώνα, οργανώθηκε η στρατιωτική περιοχή της Ελλάδας με σκοπό να προστατεύσει την Ελλάδα από τις σλαβικές εισβολές. Την ίδια σχεδόν εποχή οργανώθηκε η περιοχή της Σικελίας εναντίον των ναυτικών επιδρομών των Αράβων, οι οποίοι είχαν αρχίσει να απειλούν τη δυτική πλευρά της Μεσογείου. Με μερικές μικρές εξαιρέσεις οι περιοχές αυτές (τα θέματα) διοικούνταν από τους στρατηγούς. Ο διοικητής των Καραβισιάνων έφερε τον τίτλο drungarius (υποναύαρχος) και ο διοικητής του Οψικίου ονομαζόταν comes.
Η οργάνωση λοιπόν των θεμάτων μπορεί να αναχθεί στον Ηράκλειο, που θέλησε κάτω από την πίεση του κινδύνου των Περσών να οργανώσει στρατιωτικά την αυτοκρατορία. Πέτυχε όμως, από όσα γνωρίζουμε, μόνο στην αναδιοργάνωση της Αρμενίας. Η λαμπρή νίκη κατά των Περσών, που είχε ως αποτέλεσμα την επανάκτηση της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου, δημιούργησε μια επιτακτική ανάγκη για την αναδιοργάνωση αυτών των επαρχιών. Ο Ηράκλειος όμως δεν πρόλαβε να ανταποκριθεί στην ανάγκη αυτή γιατί γρήγορα οι επαρχίες αυτές κατακτήθηκαν από τους Άραβες. Ο φόβος των Περσών απομακρύνθηκε αλλά παρουσιάστηκε νέος κίνδυνος, πιο απειλητικός: ο αραβικός κίνδυνος. Οι διάδοχοι του Ηράκλειου ακολουθώντας το παράδειγμά του, δημιούργησαν στρατιωτικές περιοχές (που αργότερα ονομάστηκαν θέματα) με σκοπό την άμυνα εναντίον των Αράβων. Συγχρόνως οι αυτοκράτορες αναγκάστηκαν κάτω από την πίεση της αναπτυσσόμενης σλαβικής και βουλγαρικής απειλής, στα βόρεια της αυτοκρατορίας, να επεκτείνουν τις μεθόδους αυτές άμυνας και προστασίας στη Βαλκανική χερσόνησο και στην Ελλάδα.
Στις στρατιωτικές περιοχές και στα εξαρχάτα οι πολιτικές αρχές δεν παραχώρησαν αμέσως τα δικαιώματά τους στους στρατιωτικούς διοικητές. Η πολιτική διοίκηση (οι επαρχίες) συνέχισαν να υπάρχουν μέσα στα πλαίσια της νέας τάξης πραγμάτων, στις περισσότερες περιοχές. Οι στρατιωτικές αρχές όμως είχαν πλήρη εξουσία για την αντιμετώπιση των εξωτερικών κινδύνων και η δύναμή τους γινόταν όλο και πιο αισθητή στην πολιτική διοίκηση. «Ο σπόρος του Ηράκλειου», όπως παρατηρεί ο Stein «καρποφόρησε θαυμάσια».
Στη συλλογή των Νεαρών η περίοδος του Ηράκλειου αντιπροσωπεύεται από 4, που ασχολούνται με διάφορα ζητήματα σχετικά με τον κλήρο (612-629). Υπάρχουν επίσης πληροφορίες για άλλους Νόμους του Ηράκλειου, οι οποίοι δεν διασώθηκαν ολόκληροι. Πάντως μπορεί να αποδειχθεί ότι μερικοί από αυτούς τους Νόμους έγιναν δεκτοί και εισήχθηκαν στη νομοθεσία της Δύσης, από τους Γερμανούς και στη νομοθεσία της Ανατολής, από τους Άραβες. Αυτό μπορεί να αποδειχθεί το λιγότερο για μερικούς Νόμους που ασχολούνται με την πλαστογραφία των νομισμάτων, των επίσημων σφραγίδων και των δημοσίων εγγράφων.

ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΝΑΡΧΙΑΣ (711-717)
Οι τρεις τυχαίοι αυτοκράτορες, ο Βαρδάνης ή Φιλιππικός, ο Αναστάσιος Β' και ο Θεοδόσιος Γ', που κατέλαβαν το θρόνο μετά τον Ιουστινιανό Β', εκθρονίστηκαν γρήγορα. Ανταρσία και αναρχία επικρατούσε σε όλο το Βυζάντιο. Υποστηρίζοντας το Μονοθελητισμό ο Βαρδάνης διέκοψε τις σχέσεις του με τη Ρώμη, ενώ ο Αναστάσιος πέτυχε να επαναλάβει την επαφή και την παλιά συμφωνία με τον Πάπα. Στα εξωτερικά κυρίως ζητήματα η αυτοκρατορία απέτυχε. Οι Βούλγαροι, αποφασισμένοι να εκδικηθούν το φόνο του Ιουστινιανού ο οποίος τους είχε φερθεί φιλικά, προχώρησαν προς το νότο μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Οι Άραβες, προχωρώντας σταθερά στην ξηρά μέσω της Μ. Ασίας και στη θάλασσα στο Αιγαίο Πέλαγος και την Προποντίδα απειλούσαν επίσης την πρωτεύουσα. Η αυτοκρατορία περνούσε μια πολύ κρίσιμη περίοδο, όμοια με εκείνη που αντιμετώπισε πριν από την επανάσταση του 610, και για μια ακόμα φορά είχε ανάγκη από έναν ικανό και δραστήριο άνθρωπο που θα μπορούσε να την σώσει από ανεπανόρθωτη καταστροφή. Ένας τέτοιος άνθρωπος παρουσιάστηκε στο πρόσωπο του στρατηγού του θέματος των Ανατολικών, Λέοντα. Ο αδύνατος Θεοδόσιος Γ' αντιλαμβανόμενος την ανικανότητά του να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο που πλησίαζε, παραιτήθηκε και το 717 ο Λέων, χωρίς να πειράξει τον Θεοδόσιο, μπήκε στην Κωνσταντινούπολη με θριαμβευτική πομπή και στέφθηκε αυτοκράτορας από τον Πατριάρχη στο Ναό της Αγίας Σοφίας. Έτσι ο Λέων, από στρατιωτικός διοικητής που διέθετε μεγάλη δύναμη στην οργάνωση των θεμάτων, έγινε αυτοκράτορας.

ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ, ΜΑΘΗΣΗ, ΤΕΧΝΗ (7ος ΑΙΩΝΑΣ)
Όσον αφορά τα γράμματα και την τέχνη, η περίοδος αυτή (610-717) είναι η πιο σκοτεινή εποχή όλης της ιστορίας του Βυζαντίου. Μετά την πλούσια δημιουργία του προηγούμενου αιώνα, η πνευματική δραστηριότητα φαίνεται να έχει εξαφανιστεί τελείως. Η κύρια αιτία της στειρότητας αυτής της περιόδου πρέπει να αναζητηθεί στις πολιτικές συνθήκες της αυτοκρατορίας, που ήταν αναγκασμένη να κατευθύνει όλη της τη δράση προς την άμυνα εναντίον των εξωτερικών εχθρών. Οι περσικές και αργότερα οι αραβικές κατακτήσεις των πνευματικά προοδευμένων και δημιουργικών ανατολικών επαρχιών της Συρίας, της Παλαιστίνης, της Αιγύπτου και της Β. Αφρικής, η απειλή των Αράβων στη Μ. Ασία, τα νησιά της Μεσογείου και την πρωτεύουσα ακόμα, καθώς και η αραβο-σλαβική απειλή στα Βαλκάνια, όλα αυτά δημιούργησαν συνθήκες που δεν επέτρεπαν καμιά πνευματική ή καλλιτεχνική δράση. Ακατάλληλες συνθήκες δεν επικρατούσαν μόνο στις επαρχίες που είχαν αποσπαστεί από το Βυζάντιο, αλλά και σε αυτές ακόμα που αποτελούσαν τμήμα του.
Στη διάρκεια όλης αυτής της περιόδου, η Βυζαντινή αυτοκρατορία δεν παρουσίασε ούτε έναν ιστορικό. Μόνον ο διάκονος της Αγίας Σοφίας Γεώργιος Πισίδης, που έζησε την εποχή του Ηράκλειου, περιγράφει αρμονικά και σωστά τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ηράκλειου εναντίον των Περσών και των Αράβων. Άφησε τρία ιστορικά έργα: 1) Περί της εκστρατείας του αυτοκράτορα Ηρακλείου εναντίον των Περσών, 2) Περί της επιθέσεως των Αβάρων εναντίον της Κωνσταντινούπολης, το έτος 626 και περί της ήττας των, χάρη στην επέμβαση της Θεοτόκου και 3) Την «Ηρακλειάδα», η οποία είναι ένας πανηγυρικός του αυτοκράτορα που γράφτηκε με την ευκαιρία της νίκης του εναντίον των Περσών. Ανάμεσα στα άλλα έργα να σημειώσουμε το «εξαήμερον» (Hexaemeron), ένα είδος θεολογικού φιλοσοφικού διδακτικού ποιήματος, το οποίο αναφερόμενο στη δημιουργία του κόσμου κάνει υπαινιγμούς και για τα σύγχρονα γεγονότα. Το έργο αυτό, που περιέχει ένα αγαπητό θέμα στους Χριστιανούς συγγραφείς, διαδόθηκε πέρα από τα σύνορα του Βυζαντίου. Η ποιητική μεγαλοφυΐα του Γεωργίου Πισίδη εκτιμήθηκε αργότερα πολύ και τον 11ο αιώνα ο περίφημος λόγιος του Βυζαντίου, Μιχαήλ Ψελλός, βρέθηκε αντιμέτωπος με το πρόβλημα: «Ποιος υπήρξε καλύτερος ποιητής, ο Ευριπίδης ή ο Γεώργιος Πισίδης;». Ο σύγχρονος επιστημονικός κόσμος θεωρεί τον Γεώργιο ως τον καλύτερο «κοσμικό» ποιητή της βυζαντινής περιόδου.
Από τους χρονικογράφους πρέπει να σημειώσουμε τον Ιωάννη Αντιόχειας και τον ανώνυμο συγγραφέα του «Πασχαλίου Χρονικού». Ο Ιωάννης Αντιόχειας, που έζησε πιθανόν την εποχή του Ηράκλειου, έγραψε ένα παγκόσμιο χρονικό, το οποίο συμπεριλάμβανε την περίοδο από τον Αδάμ μέχρι το θάνατο του Φωκά (610). Επειδή το έργο αυτό έχει διασωθεί μόνο σε αποσπάσματα, δημιουργήθηκαν πολλές διαφωνίες στον επιστημονικό κόσμο σχετικά με την ταυτότητα του συγγραφέα. Μερικές φορές μάλιστα αποδίδεται στον Ιωάννη Μαλάλα, ο οποίος ήταν επίσης από την Αντιόχεια. Με βάση όμως τα αποσπάσματα που έχουν διασωθεί, το έργο του Ιωάννη Αντιόχειας αναγνωρίζεται ως πολύ ανώτερο από αυτό του Μαλάλα, επειδή δείχνει μια πολύ πιο κατάλληλη χρήση των πηγών. Την ίδια επίσης εποχή του Ηράκλειου, κάποιος άγνωστος κληρικός συνέθεσε το Πασχάλιο Χρονικό, το οποίο αν και δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας πίνακας γεγονότων από τον Αδάμ μέχρι το 629 μ.Χ., περιέχει αρκετές, μάλλον ενδιαφέρουσες, ιστορικές παρατηρήσεις. Η αξία του έργου αυτού (που είναι πρωτότυπο) έγκειται κυρίως στην κατάλληλη χρήση των πηγών και στο μέρος εκείνο που ασχολείται με τα σύγχρονα γεγονότα του συγγραφέα.
Στον θεολογικό τομέα οι Μονοθελητικές διαμάχες του 7ου αιώνα, όπως και οι Μονοφυσιτικές διαμάχες των παλαιότερων χρόνων, οδήγησαν στη δημιουργία εκτεταμένης φιλολογίας, η οποία όμως δεν διασώθηκε, επειδή καταδικάστηκε από τις Συνόδους του 7ου αιώνα, με αποτέλεσμα να χαθούν γρήγορα, όπως ακριβώς χάθηκαν και τα έργα των Μονοφυσιτών. Η φιλολογία αυτή πρέπει να κριθεί συνεπώς σχεδόν αποκλειστικά με βάση τα πρακτικά της 6ης Οικουμενικής Συνόδου και τα έργα του Μάξιμου του Ομολογητή, ο οποίος αναφέρει αποσπάσματα αυτών των εξαφανισμένων έργων, προσπαθώντας να τα αναιρέσει.
Ο Μάξιμος ο Ομολογητής υπήρξε ένας από τους πιο αξιόλογους Βυζαντινούς θεολόγους. Σύγχρονος του Ηράκλειου και του Κώνστα Β', υπήρξε υπερασπιστής της Ορθοδοξίας στη διάρκεια των Μονοθελητικών συζητήσεων του 7ου αιώνα. Για τις πεποιθήσεις του φυλακίστηκε και, αφού βασανίστηκε, εξορίστηκε στη Λαζική, τη μακρινή αυτή επαρχία του Καυκάσου, όπου έμεινε μέχρι τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Στα έργα του, τα οποία αναφέρονται στην πολεμική, στην εξήγηση των Γραφών, στον ασκητισμό, στο μυστικισμό και στη λειτουργική, βλέπει κανείς την επίδραση κυρίως των 3 φημισμένων πατέρων της Εκκλησίας (Μ. Αθανασίου, Γρηγορίου Ναζιανζηνού και Γρηγορίου Νύσσης) καθώς και τις μυστικές απόψεις του ονομαζόμενου «Διονυσίου Αρεοπαγίτη» (ψευδο-αρεοπαγίτη), που είχαν πολύ διαδοθεί κατά τον Μεσαίωνα. Τα έργα του Μάξιμου υπήρξαν πολύ σημαντικά για την ανάπτυξη του μυστικισμού στο Βυζάντιο. «Συνδυάζοντας το στεγνό ατομιστικό μυστικισμό του Διονυσίου Αρεοπαγίτη», γράφει ένας μελετητής του Μαξίμου, «με τα ζωντανά ηθικά προβλήματα του θεωρητικού ασκητισμού, ο Μάξιμος δημιούργησε έναν ζωντανό τύπο βυζαντινού μυστικισμού, τον οποίο βλέπουμε και πάλι στα έργα πολλών μεταγενέστερων ασκητών. Συνεπώς ο Μάξιμος μπορεί να θεωρηθεί ως ο δημιουργός του βυζαντινού μυστικισμού, με ην πλήρη έννοια του όρου». Δυστυχώς ο Μάξιμος δεν άφησε συστηματική περιγραφή των απόψεών του, τις οποίες πρέπει να συλλέξουμε μέσα από τα πολυάριθμα έργα του. Εκτός από τα θεολογικά και μυστικά του έργα, ο Μάξιμος άφησε και έναν μεγάλο αριθμό επιστολών που έχουν αρκετό ενδιαφέρον.
Η επίδραση και η σημασία των έργων του Μάξιμου δεν περιορίστηκαν μόνο στην Ανατολή. Μεταφέρθηκαν και στη Δύση, όπου αργότερα επηρέασαν τα έργα του λογίου του 9ου αιώνα Johannes Scotus Eriugena, ο οποίος ενδιαφερόταν πολύ για τα έργα του Διονυσίου Αρεοπαγίτη και που αργότερα δήλωσε ότι κατόρθωσε να καταλάβει τις πιο «σκοτεινές» ιδέες του Διονυσίου μόνο χάρη στον «θαυμάσιο τρόπο» με τον οποίο τον εξηγεί ο Μάξιμος, τον οποίο ο Eriugena ονομάζει «θείο φιλόσοφο», «τον πιο διακεκριμένο από όλους τους διδασκάλους» κλπ. Το σχετικό με τον Γρηγόριο τον Θεολόγο έργο του Μάξιμου, μεταφράστηκε λατινικά από τον Eriugena. Ένας σύγχρονος, νεώτερος του Μάξιμου, ο Αναστάσιος Σιναΐτης ανέπτυξε τα δικά του πολεμικά και εξηγητικά έργα με τον ίδιο σχεδόν τρόπο με τον Μάξιμο, διαθέτοντας όμως λιγότερο ταλέντο.
Στον τομέα της αγιογραφίας, μπορούμε να αναφέρουμε τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Σωφρόνιο, ο οποίος έζησε την πολιορκία της Αγίας Πόλης από τους Άραβες και που έγραψε μια εκτεταμένη περιγραφή του μαρτυρίου και των θαυμάτων των αγίων της Αιγύπτου Κύρου και Ιωάννη. Το έργο αυτό περιέχει πολλές πληροφορίες γεωγραφικής και ιστορικής φύσης. Ακόμα πιο μεγάλο ενδιαφέρον έχουν τα έργα του Λεόντιου, Επισκόπου Νεαπόλεως, ο οποίος έζησε τον 7ο αιώνα επίσης. Έγραψε πολλές «βιογραφίες», από τις οποίες η Ζωή του Ιωάννου του Ελεήμονος, Αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας κατά τον 7ο αιώνα, είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την ιστορία της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της περιόδου αυτής. Ο Λεόντιος διαφέρει από τη μεγάλη πλειοψηφία των αγιογράφων στο ότι έγραψε τους Βίους των Αγίων για τον πολύ λαό. Γι’ αυτό η γλώσσα που χρησιμοποιεί έχει πολύ επηρεαστεί από τη δημοτική γλώσσα που χρησιμοποιείτο τότε.
Στον τομέα της εκκλησιαστικής υμνογραφίας, ο 7ος αιώνας αντιπροσωπεύεται από τον Ανδρέα Κρήτης, από τη Δαμασκό, ο οποίος έζησε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στη Συρία και την Παλαιστίνη, μετά την κατάκτησή τους από τους Άραβες. Αργότερα έγινε Αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Ως υμνογράφος είναι περίφημος, κυρίως για τον Μεγάλο Κανόνα του, που διαβάζεται ακόμα και σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, δυο φορές κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής. Μερικά κομμάτια του Κανόνα δείχνουν την επίδραση του Ρωμανού του Μελωδού. Ο Κανόνας απαριθμεί τα κυριότερα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης, αρχίζοντας με την πτώση του Αδάμ, καθώς και με τα λόγια και τα έργα του Σωτήρα.
Η σύντομη επισκόπηση των φιλολογικών έργων των σκοτεινών και γεμάτων από δοκιμασίες χρόνων της δυναστείας του Ηράκλειου, δείχνει ότι οι περισσότεροι από τους τόσο λίγους Βυζαντινούς συγγραφείς της περιόδου αυτής προέρχονταν από τις ανατολικές επαρχίες, από τις οποίες μερικές ήταν ήδη κάτω από την κυριαρχία των Μουσουλμάνων κατακτητών.
Έχοντας υπόψη τα εξωτερικά γεγονότα της δυναστείας του Ηράκλειου, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι δεν έχουν διασωθεί σήμερα μνημεία τέχνης της εποχής εκείνης. Όμως και τα πολύ λίγα ακόμα μνημεία του 7ου αιώνα που έχουν διασωθεί, μιλούν καθαρά για τη στερεότητα των βάσεων που έβαλε στην καλλιτεχνική ζωή του Βυζαντίου ο Χρυσός Αιώνας του Μεγάλου Ιουστινιανού.
Και, αν και στις αρχές των 50 τελευταίων χρόνων του 6ου αιώνα, η βυζαντινή τέχνη γίνεται μόλις ελαφρά αισθητή στην αυτοκρατορία, η επιρροή της τον 7ο αιώνα παρατηρείται πολύ καθαρά πέρα από τα σύνορα της αυτοκρατορίας. Ένας αριθμός εκκλησιών της Αρμενίας αποτελούν λαμπρά παραδείγματα της επιρροής του Βυζαντίου. Ανάμεσα σ’ αυτές είναι ο καθεδρικός Ναός του Edgmiatsin (Etschmiadzin), που ανασυγκροτήθηκε μεταξύ του 611 και του 628 και η εκκλησία της ακρόπολης Ani (622). Το τζαμί του Ομάρ στην Ιερουσαλήμ, που κτίστηκε το 687-690, είναι ένα γνήσιο βυζαντινό έργο. Μερικές τοιχογραφίες της Santa Maria Antica, στη Ρώμη, ανήκουν στον 7ο ή στις αρχές του 8ου αιώνα.

12/2/11

Οι αραβικές κατακτήσεις μέχρι τον 8ο αιώνα [20]

Μετά το θάνατο του Μωάμεθ (632), ο συγγενής του Abu-Bakr εξελέγη αρχηγός των Μουσουλμάνων με τον τίτλο του χαλίφη (Khalifa). Οι τρεις μεταγενέστεροι χαλίφες, ο Ομάρ, ο Οτμάν και ο Αλή, εξελέγησαν επίσης αρχηγοί, αλλά δεν δημιούργησαν δυναστεία. Οι τέσσερις αυτοί άμεσοι διάδοχοι του Μωάμεθ είναι γνωστοί ως οι «ορθόδοξοι χαλίφες». Οι πιο σπουδαίες κατακτήσεις, τις οποίες έκαναν οι Άραβες στην περιοχή του Βυζαντίου, συμπίπτουν με την εποχή του χαλίφη Ομάρ.

Το ότι ο Μωάμεθ έγραψε στους αρχηγούς των άλλων κρατών, και στον Ηράκλειο, να δεχθούν τον Ισλαμισμό, και ότι ο Ηράκλειος απάντησε ευνοϊκά, θεωρείται τώρα ως μεταγενέστερο δημιούργημα το οποίο στερείται ιστορικής βάσης. Παρόλα αυτά όμως ακόμα και σήμερα υπάρχουν επιστήμονες που δέχονται την αλληλογραφία αυτή ως ιστορικό γεγονός.
Όσο ζούσε ο Μωάμεθ μόνο μεμονωμένες ομάδες των Βεδουίνων διέσχισαν τα βυζαντινά σύνορα. Την εποχή όμως του δεύτερου χαλίφη, Ομάρ, τα γεγονότα διεξήχθηκαν με μεγάλη ταχύτητα. Η χρονολογική σειρά των στρατιωτικών γεγονότων του 7ου αιώνα είναι σκοτεινή και πολύπλοκη. Είναι όμως πιθανόν τα γεγονότα να εξελίχθηκαν ως εξής: Το 634 οι Άραβες κατέλαβαν το βυζαντινό οχυρό Bothra, πέρα από τον Ιορδάνη, το 635 έπεσε η πόλη της Συρίας Δαμασκός, το 636 η μάχη του ποταμού Yarmuk είχε σαν αποτέλεσμα να καταληφθεί όλη η Συρία και το 637 ή το 638 παραδόθηκε η Ιερουσαλήμ ύστερα από πολιορκία δύο ετών. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας αυτής έπαιξαν ρόλο κυρίως ο χαλίφης Ομάρ, από τη μια πλευρά και ο Πατριάρχης Σωφρόνιος από την άλλη. Το κείμενο της συμφωνίας, με βάση το οποίο ο Σωφρόνιος παρέδωσε την Ιερουσαλήμ στον Ομάρ και που καθιέρωσε ορισμένες θρησκευτικές και κοινωνικές εγγυήσεις για τους Χριστιανούς της πόλης, έχει διασωθεί με μερικές δυστυχώς μεταγενέστερες μεταβολές. Οι Χριστιανοί είχαν πετύχει να απομακρύνουν τον Τίμιο Σταυρό από την Ιερουσαλήμ και να τον στείλουν στην Κωνσταντινούπολη πριν μπουν οι Άραβες στην πόλη. Η κατάκτηση της Μεσοποταμίας και της Περσίας, που συνέβη συγχρόνως με τις κατακτήσεις των περιοχών του Βυζαντίου, τερματίζει την πρώτη περίοδο των αραβικών επιτυχιών στην Ασία. Κατά τα τέλη των 30 πρώτων χρόνων του αιώνα αυτού ο αρχηγός των Αράβων, Άμβρος, παρουσιάστηκε στα ανατολικά σύνορα της Αιγύπτου και άρχισε την κατάκτησή της. Μετά το θάνατο του Ηρακλείου, το 641 ή το 642, οι Άραβες κατέλαβαν την Αλεξάνδρεια, ενώ ο θριαμβευτής Άμβρος έστελνε το εξής μήνυμα στον Ομάρ στη Μεδίνα: «Κατάκτησα μια πόλη της οποίας θα αποφύγω την περιγραφή. Αρκεί μόνο να πω ότι κατέσχεσα σ’ αυτήν 4.000 βίλες με 4.000 λουτρά, 40.000 Ιουδαίους που πληρώνουν κεφαλικό φόρο και τετρακόσιους τόπους διασκεδάσεως». Προς τα τέλη των 40 πρώτων χρόνων η Βυζαντινή αυτοκρατορία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει οριστικά την Αίγυπτο. Την κατάκτηση της Αιγύπτου ακολούθησε μια προώθηση των Αράβων προς τις δυτικές ακτές της Β. Αφρικής. Το 650 η Συρία, μέρος της Μ. Ασίας, η Άνω Μεσοποταμία, η Παλαιστίνη, η Αίγυπτος και μέρος των βυζαντινών επαρχιών της Β. Αφρικής είχαν ήδη περιέλθει στην εξουσία των Αράβων.
Οι κατακτήσεις των Αράβων, φέρνοντάς τους στις ακτές της Μεσογείου, τους δημιούργησαν νέα προβλήματα ναυτικής φύσης. Μη έχοντας στόλο οι Άραβες ήταν ανίσχυροι μπροστά στα πολυάριθμα πλοία των Βυζαντινών, για τα οποία οι νέες παραλιακές αραβικές επαρχίες ήταν πολύ προσιτές. Γρήγορα οι Άραβες κατάλαβαν τη σοβαρότητα της κατάστασης κι ο διοικητής της Συρίας και μελλοντικός χαλίφης Μωαβίας, άρχισε να κατασκευάζει αρκετά πλοία το πλήρωμα των οποίων αρχικά αποτελείτο από ντόπιους Ελληνο-Σύριους, οι οποίοι ήταν ειδικοί στη ναυσιπλοΐα. Σύγχρονες μελέτες των παπύρων αποκαλύπτουν ότι κατά τα τέλη του 7ου αιώνα η κατασκευή των πλοίων και η επάνδρωσή τους με πεπειραμένους ναυτικούς ήταν ένα από τα μεγάλα προβλήματα της διοίκησης της Αιγύπτου.

ΚΩΝΣΤΑΣ Β' ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΑΒΕΣ
Την εποχή του Κώνστα Β', τα αραβικά πλοία του Μωαβία άρχισαν τις επιδρομές τους στην περιοχή του Βυζαντίου και κατέλαβαν την Κύπρο, το σπουδαίο αυτό ναυτικό κέντρο. Κοντά στις ακτές της Μ. Ασίας νίκησαν το στόλο του Βυζαντίου, που διοικείτο από τον ίδιο τον αυτοκράτορα, κατέλαβαν τη Ρόδο (654), κατέστρεψαν εκεί τον περίφημο Κολοσσό του νησιού και έφτασαν σχεδόν μέχρι την Κρήτη και τη Σικελία, απειλώντας το Αιγαίο πέλαγος και την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας. Οι αιχμάλωτοι που συνελήφθηκαν κατά τη διάρκεια αυτών των επιδρομών, και ιδίως αυτοί από τη Σικελία, μεταφέρθηκαν στην αραβική πόλη Δαμασκό.
Οι αραβικές κατακτήσεις του 7ου αιώνα στέρησαν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία από τις ανατολικές και νότιες επαρχίες της και συντέλεσαν να χάσει τη σημαντική θέση που κατείχε ως το πιο δυναμικό κράτος του κόσμου. Εδαφικά περιορισμένη η Βυζαντινή αυτοκρατορία έγινε ένα κράτος με ελληνικό πληθυσμό κυρίως, αν και όχι πλήρως, όπως πιστεύεται από μερικούς επιστήμονες. Οι περιοχές όπου οι Έλληνες αποτελούσαν τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού ήταν η Μ. Ασία με τα γειτονικά της νησιά του Αιγαίου Πελάγους και η Κωνσταντινούπολη με την κοντινή της επαρχία. Την εποχή αυτή η Βαλκανική χερσόνησος, μαζί με την Πελοπόννησο, είχε εθνογραφικά αλλάξει πολύ χάρη στην εμφάνιση μεγάλων εγκαταστάσεων Σλάβων. Στη Δύση η Βυζαντινή αυτοκρατορία κατείχε ακόμα τα χωριστά εκείνα τμήματα της Ιταλίας που δεν συμπεριλαμβάνονταν στο βασίλειο των Λογγοβάρδων: το νότιο κομμάτι της Ιταλίας, με τη Σικελία, και αρκετά άλλα γειτονικά νησιά της Μεσογείου, τη Ρώμη και το εξαρχάτο της Ραβέννας. Ο ελληνικός πληθυσμός, που συγκεντρώθηκε κυρίως στο νότιο τμήμα αυτών των βυζαντινών κτήσεων της Ιταλίας, αυξήθηκε πολύ τον 7ο αιώνα, όταν η Ιταλία έγινε το καταφύγιο πολλών κατοίκων της Αιγύπτου και της Β. Αφρικής που δεν ήθελαν να γίνουν υποτελείς των Αράβων κατακτητών. Μπορεί να πει κανείς ότι η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία μεταβλήθηκε, την περίοδο αυτή, σε μια Βυζαντινή αυτοκρατορία, της οποίας τα προβλήματα έγιναν πιο περιορισμένα χάνοντας την παλαιά τους έκταση. Μερικοί ιστορικοί, όπως για παράδειγμα ο Gelzer, πιστεύουν ότι οι μεγάλες απώλειες υπήρξαν εμμέσως ευνοϊκές για το Βυζάντιο, γιατί απομάκρυναν τους ξένους παράγοντες, ενώ «ο λαός της Μ.Ασίας και εκείνα τα μέρη της Βυζαντινής χερσονήσου που ακόμα αναγνώριζαν την εξουσία του αυτοκράτορα, σχημάτιζαν, με τη γλώσσα τους και την πίστη τους, μις τελείως ομοιογενή και συμπαγή πειθαρχημένη μάζα». Από τα μέσα του 7ου αιώνα η προσοχή της αυτοκρατορίας έπρεπε να στραφεί κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, στη Μ. Ασία και στη Βαλκανική χερσόνησο. Αλλά και αυτές οι κτήσεις ακόμα απειλούνταν συνεχώς από τους Λογγοβάρδους, τους Σλάβους, τους Βουλγάρους και τους Άραβες. Ο L. Brehier γράφει ότι «η περίοδος αυτή έδωσε στην Κωνσταντινούπολη τον ιστορικό εκείνο ρόλο της συνεχούς άμυνας, που κράτησε μέχρι τον 15ο αιώνα με εναλλασσόμενες περιόδους υποχώρησης και εξάπλωσης».
Σχετικά με τον αντίκτυπο των αραβικών κατακτήσεων είναι πολύ σημαντικό να ληφθούν υπόψη τα δεδομένα των βυζαντινών αγιογραφικών κειμένων, που έχουν παραμεληθεί ή παραβλεφθεί. Η βυζαντινή αγιογραφία δίνει μια ζωντανή και ζωηρή εικόνα της ομαδικής μετανάστευσης που έγινε κάτω από την πίεση της εισβολής των Αράβων από τις συνοριακές περιοχές στο κέντρο της αυτοκρατορίας. Η αγιογραφία επιβεβαιώνει, επαυξάνει και χρωματίζει καλά όλες τις εξαιρετικά σύντομες πληροφορίες τις οποίες δίνουν οι ιστορικοί και οι χρονογράφοι. Η μεγάλη σημασία του αραβικού κινδύνου για τη συγκέντρωση και τη συμπύκνωση του πληθυσμού στις κεντρικές περιοχές της αυτοκρατορίας μπορεί πλέον να θεωρείται ως τελείως αποδεδειγμένη.
Η περαιτέρω επέκταση των κατακτήσεων των Αράβων στη Β. Αφρική σταμάτησε, για ένα διάστημα, από την ενεργό αντίσταση των Βέρβερων. Η στρατιωτική δράση των Αράβων σταμάτησε επίσης λόγω των εσωτερικών αγώνων που ξέσπασαν μεταξύ των τελευταίων «ορθόδοξων χαλιφών» του Αλή και του διοικητή της Συρίας Μωαβιά. Ο αιματηρός αυτός αγώνας τέλειωσε το 661 με το θάνατο του Αλή και τον θρίαμβο του Μωαβιά, ο οποίος ανέβηκε στο θρόνο εγκαινιάζοντας τη νέα δυναστεία των Ομεϊάδων και ορίζοντας ως πρωτεύουσα του βασιλείου του τη Δαμασκό.
Μετά την επιτυχημένη ενίσχυση της δύναμής του στη χώρα του, ο Μωαβιά ανανέωσε τους επιθετικούς πολέμους εναντίον του Βυζαντίου στέλνοντας το στόλο του κατά της Κωνσταντινούπολης και επαναλαμβάνοντας τις κινήσεις του προς τη Δύση, στην περιοχή της Β. Αφρικής.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ' - Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ
Την πιο μεγάλη της δοκιμασία αντιμετώπισε η Βυζαντινή αυτοκρατορία την εποχή του δραστήριου Κωνσταντίνου Δ' (668-685), όταν ο αραβικός στόλος διέσχισε το Αιγαίο και τον Ελλήσποντο, μπήκε στην Προποντίδα και κατέφυγε στην Κύζικο, χρησιμοποιώντας το λιμάνι της πόλης αυτής για βάση τους οι Άραβες πολλές φορές, χωρίς όμως επιτυχία, πολιόρκησαν την Κωνσταντινούπολη (673-677), επαναλαμβάνοντας την πολιορκία τους κάθε χρόνο, κυρίως κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Οι Άραβες δεν κατέκτησαν την πρωτεύουσα κυρίως γιατί ο αυτοκράτορας γνώριζε πώς να ετοιμάσει την πόλη για την απαραίτητη άμυνα.
Η επιτυχημένη όμως αντίσταση του στρατού του Βυζαντίου οφείλεται κυρίως στη χρήση του «υγρού ή ελληνικού πυρός» ή (όπως απλά ονομάζεται) «του θαλασσίου πυρός», το οποίο εφεύρε ο Καλλίνικος, μηχανικός από τη Συρία. Το κοινό όνομα αυτής της εφεύρεσης οδήγησε σε μερικές παρανοήσεις. Το «ελληνικό πυρ» ήταν ένα είδος εύφλεκτων ουσιών, το οποίο το εκσφενδόνιζαν με μακρούς σωλήνες «σίφωνες» ή «χειροσίφωνες», προκαλώντας πυρκαγιά στα εχθρικά πλοία. Ο στόλος του Βυζαντίου ήταν εξοπλισμένος με ειδικά «σιφωνοφόρα» πλοία, τα οποία προκάλεσαν τρομερή σύγχυση στους Άραβες. Υπήρχαν επίσης και άλλες μέθοδοι για τη μετάδοση του πυρός στον εχθρό. Η ιδιορρυθμία του πυρός ήταν κυρίως το γεγονός ότι έκαιε ακόμα και πάνω στο νερό. Για ένα αρκετό μεγάλο διάστημα η σύνθεση του πυρός κρατήθηκε προσεκτικά μυστική και το νέο όπλο οδήγησε πολλές φορές το στόλο του Βυζαντίου στην επιτυχία.
Όλες οι προσπάθειες που έκανε ο στόλος των Αράβων για την κατάκτηση της πρωτεύουσας του Βυζαντίου απέτυχαν και το 677 ο εχθρικός στόλος απέπλευσε κατευθυνόμενος προς τις ακτές της Συρίας. Ενώ όμως κατευθυνόταν προς τα εκεί καταστράφηκε από μια τρομερή τρικυμία. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των Αράβων στη Μ. Ασία απέτυχαν επίσης και ο ηλικιωμένος Μωαβιάς αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει με τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου, υπό τον όρο να του πληρώνει κάθε χρόνο ένα ορισμένο χρηματικό ποσό.
Με την επιτυχημένη αντιμετώπιση των Αράβων στην Κωνσταντινούπολη καθώς και με την πλεονεκτική για το Βυζάντιο συνθήκη ειρήνης, ο Κωνσταντίνος δεν πρόσφερε μεγάλη υπηρεσία μόνο στην αυτοκρατορία του, αλλά και στη Δυτική Ευρώπη, η οποία με τον τρόπο αυτό απαλλάχθηκε από τη σοβαρή απειλή των Μουσουλμάνων. Επίσης αξίζει να σημειωθεί ότι η επιτυχία του Κωνσταντίνου έκανε μεγάλη εντύπωση στη Δύση. Όπως λέει ένας χρονογράφος, όταν τα νέα των επιτυχιών του Κωνσταντίνου έφτασαν στον Χαν των Αβάρων και στους άλλους ηγέτες της Δύσης, «οι τελευταίοι έστειλαν πρεσβευτές με δώρα προς τον αυτοκράτορα ζητώντας του να καθιερώσει μαζί τους σχέσεις αγάπης και ειρήνης... και άρχισε μια μεγάλη περίοδος ειρήνης στην Ανατολή και στη Δύση».

ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΣ Β' ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΑΒΕΣ
Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ιουστινιανού Β', διαδόχου του Κωνσταντίνου Δ', συνέβη ένα γεγονός στα ανατολικά αραβικά σύνορα που ήταν πολύ σημαντικό για τις μετέπειτα σχέσεις Αράβων και Βυζαντίου. Τα βουνά του Λιβάνου και της Συρίας κατοικούνταν για αρκετό διάστημα από τους Μαρδαΐτες (που μπορούν να ονομαστούν «αντάρτες», «επαναστάτες» ή «αποστάτες»), που ήταν οργανωμένοι στρατιωτικά και χρησιμοποιούνταν στην περιοχή αυτή ως ένα είδος επάλξεων του Βυζαντίου. Μετά την κατάκτηση της Συρίας από τους Άραβες, οι Μαρδαΐτες αποσύρθηκαν προς τα βόρεια, στα αραβο-βυζαντινά σύνορα, ενοχλώντας τρομερά τους Άραβες με τις διαρκείς επιδρομές τους στις γειτονικές περιοχές. Σύμφωνα με όσα γράφει ένα χρονικό οι Μαρδαΐτες αποτελούσαν «ένα ορειχάλκινο τείχος» που προστάτευε τη Μ. Ασία από τις εισβολές των Αράβων. Με βάση μια συνθήκη που έγινε την εποχή του Ιουστινιανού Β', ο αυτοκράτορας συμφώνησε να υποχρεώσει τους Μαρδαΐτες να εγκατασταθούν στις εσωτερικές επαρχίες της αυτοκρατορίας με τον όρο να πληρώσει ο χαλίφης κάποιο χρηματικό ποσό. Το διάβημα αυτό του αυτοκράτορα «κατέστρεψε το ορειχάλκινο τείχος». Αργότερα βρίσκουμε τους Μαρδαΐτες ως θαλασσοπόρους στην Παμφυλία (νότια Μ. Ασία), στη Πελοπόννησο, στην Κεφαλληνία και σε αρκετές άλλες περιοχές. Η απομάκρυνσή τους από τα σύνορα της Αραβίας ασφαλώς ενίσχυσε τη θέση των Αράβων στις επαρχίες που κατέκτησαν και διευκόλυνε τις μεταγενέστερες επιθετικές κινήσεις τους στη Μ. Ασία. Δεν υπάρχουν αρκετά δεδομένα για να θεωρήσουμε το γεγονός αυτό ως μια πράξη στην οποία παρακινήθηκε ο αυτοκράτορας «από εκτίμηση των Χριστιανών που διοικούνταν από ανθρώπους μιας ξένης πίστης». Τα αίτια της μεταφοράς των Μαρδαϊτών υπήρξαν καθαρά πολιτικά.
Τον 7ο αιώνα, συγχρόνως με τις προσπάθειες που γίνονταν για την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης στην ανατολή, οι Άραβες άρχισαν στη Β. Αφρική τις κινήσεις τους προς τη δύση. Στα τέλη του 7ου αιώνα οι Άραβες πήραν την Καρχηδόνα, την πρωτεύουσα του εξαρχάτου της Αφρικής και στις αρχές του 8ου αιώνα κατέλαβαν το σημερινό οχυρό της Ισπανίας Θέουτα, κοντά στις Στήλες του Ηρακλέους. Σχεδόν συγχρόνως οι Άραβες, υπό την ηγεσία του στρατηγού τους Ταρίκ, πέρασαν από την Αφρική στην Ισπανία και γρήγορα πήραν από τους Βησιγότθους το μεγαλύτερο μέρος της χερσονήσου. Από το όνομα του Ταρίκ προήλθε η σύγχρονη αραβική ονομασία του Γιβραλτάρ που σημαίνει «το βουνό του Ταρίκ». Έτσι στις αρχές του 8ου αιώνα η Μουσουλμανική απειλή παρουσιάστηκε στην Ευρώπη από διαφορετική κατεύθυνση, δηλαδή από τη χερσόνησο των Πυρηναίων.
Αξίζει να σημειώσουμε πόσο γρήγορη και έντονη ήταν η διάδοση της γλώσσας και του πολιτισμού των Αράβων στην Ισπανία. Ένας μεγάλος αριθμός Χριστιανών των πόλεων δέχθηκε τον αραβικό πολιτισμό χωρίς να γίνουν Μουσουλμάνοι, και μερικοί από αυτούς δημιούργησαν μια κοινωνική τάξη που ονομάστηκε με το αραβικής προέλευσης όνομα Mazarabs. Τον 9ο αιώνα ο επίσκοπος Κορδούης, Alvaro, ανέφερε σ’ αν κήρυγμά του τα εξής:
«Πολλοί από τους ομόθρησκούς μου διαβάζουν κείμενα και ιστορίες των Αράβων και μελετούν τα έργα των Μουσουλμάνων φιλοσόφων και θεολόγων όχι με το σκοπό να τα ανασκευάσουν, αλλά θέλοντας να μάθουν να εκφράζονται στην αραβική γλώσσα πιο σωστά και γλαφυρά. Ποιος από αυτούς μελετά τα Ευαγγέλια, τους Προφήτες και τους Αποστόλους; Αλλοίμονο! Όλοι οι ικανοί Χριστιανοί νέοι γνωρίζουν μόνο τη γλώσσα και τη φιλοσοφία των Αράβων και διαβάζουν, μελετώντας τα με προσοχή, τα αραβικά βιβλία... Εάν κανείς τους μιλήσει για χριστιανικά βιβλία απαντούν με περιφρόνηση ότι δεν αξίζει να τα προσέχει κανείς. Ουαί! Οι Χριστιανοί ξέχασαν τη γλώσσα τους και μόλις υπάρχει ένας στους χίλιους που μπορεί να γράφει σ’ ένα φίλο λατινικά ένα χαιρετιστήριο γράμμα. Όμως υπάρχουν πολλοί που εκφράζονται πολύ ωραία στα αραβικά και που γράφουν ποιήματα στη γλώσσα αυτή, ωραιότερα και με περισσότερη τέχνη από τους ίδιους τους Άραβες».
Κάτι παρόμοιο μπορεί να σημειωθεί και στην Αίγυπτο. Το 699, οπότε η αραβική γλώσσα καθιερώθηκε ως υποχρεωτική για το λαό, αποτελεί για την Αίγυπτο το τέλος της ελληνικής και αιγυπτιακής φιλολογίας. Μετά από αυτήν τη χρονολογία έχουμε την περίοδο της μετάφρασης των έργων των Κοπτών στα αραβικά.
Οι σχέσεις μεταξύ των Αράβων και του πληθυσμού της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου διαφέρουν πολύ από τις σχέσεις που δημιουργήθηκαν στη Β. Αφρική στις περιοχές της σύγχρονης Λιβύης, Τυνησίας, Αλγερίας και Μαρόκου. Στη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο οι Άραβες δεν αντιμετώπισαν καμιά ισχυρή αντίσταση από τον πληθυσμό, αλλά μάλλον γνώρισαν την υποστήριξη και τη συμπάθεια του πληθυσμού που κατέκτησαν. Σε απάντηση της συμπάθειας αυτής οι Άραβες συμπεριφέρθηκαν στους νέους υπηκόους τους με μεγάλη ανοχή. Με λίγες εξαιρέσεις άφησαν στους Χριστιανούς τις εκκλησίες τους και το δικαίωμα να κάνουν τις θρησκευτικές τους ακολουθίες, απαιτώντας σαν αντάλλαγμα την τακτική μόνο πληρωμή ενός φόρου και την εξασφάλιση πολιτικής πειθαρχίας των Χριστιανών στους Άραβες διοικητές τους. Η Ιερουσαλήμ, που ήταν ένα από τα πιο ιερά μέρη των Χριστιανών, παρέμεινε ανοιχτή στους προσκυνητές που έρχονταν στην Παλαιστίνη από τα μακρινά σημεία της Δ. Ευρώπης για να προσκυνήσουν στους Αγίους Τόπους και διατήρησε τα πανδοχεία και τα νοσοκομεία που είχε για τους προσκυνητές. Πρέπει επίσης να μη ξεχνάμε ότι στη Συρία, την Παλαιστίνη και την Αίγυπτο, οι Άραβες ήρθαν σε επαφή με το βυζαντινό πολιτισμό και ότι η επιρροή του γρήγορα έγινε αισθητή ανάμεσα στους κατακτητές. Με λίγα λόγια, στη Συρία και στην Παλαιστίνη οι κατακτητές δημιούργησαν ειρηνικές σχέσεις που κράτησαν για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα. Λιγότερο ικανοποιητικά ήταν τα πράγματα στην Αίγυπτο, αλλά και εκεί ακόμα η συμπεριφορά προς τους Χριστιανούς βασιζόταν τελείως στην ανεκτικότητα, τουλάχιστον στη διάρκεια των πρώτων χρόνων της αραβικής κατοχής.
Μετά την αραβική επικράτηση τα Πατριαρχεία των κατακτημένων επαρχιών ήρθαν στα χέρια των Μονοφυσιτών. Παρόλα αυτά όμως οι Μουσουλμάνοι έδωσαν ορισμένα προνόμια στον Ορθόδοξο πληθυσμό της Συρίας, της Παλαιστίνης και της Αιγύπτου και ύστερα από λίγο καιρό τα Ορθόδοξα Πατριαρχεία της Αντιόχειας και της Αλεξανδρείας αποκαταστάθηκαν και πάλι μέχρι τις ημέρες μας. Ο Άραβας ιστορικός και γεωγράφος Masudi λέει ότι κάτω από την αραβική κυριαρχία και τα τέσσερα ιερά βουνά: το όρος Σινά, το Χωρήβ, το όρος των Ελαιών, κοντά στην Ιερουσαλήμ και το όρος Θαβώρ, παρέμειναν στα χέρια των Ορθοδόξων. Μόνο που σιγά-σιγά, οι Μονοφυσίτες και άλλοι «αιρετικοί», συμπεριλαμβανομένων και των Μουσουλμάνων, πήραν από τους Ορθοδόξους τους Αγίους Τόπους. Αργότερα η Ιερουσαλήμ αναγνωρίστηκε (μαζί με τη Μέκκα και τη Μεδίνα) ως ιερή μουσουλμανική πόλη. Για τους Μουσουλμάνους η ιερότητα της Ιερουσαλήμ έγκειται στο γεγονός ότι ο Μωαβίας έγινε εκεί χαλίφης.
Τελείως διαφορετική ήταν η κατάσταση στη Β. Αφρική. Εκεί η μεγάλη πλειονότητα των Βέρβερων, παρά την επίσημη αναγνώριση του Χριστιανισμού, παρέμενε στην παλιά κατάσταση του βαρβαρισμού και αντιστεκόταν πολύ ισχυρά στον αραβικό στρατό, ο οποίος για αντίποινα λεηλατούσε και ερήμωνε τις περιοχές των Βέρβερων. Χιλιάδες αιχμαλώτων μεταφέρονταν στην Ανατολή όπου και τους πουλούσαν ως δούλους. «Στις νεκρές πόλεις της Τύνιδας», λέει ο Diehl, «οι οποίες είναι σήμερα, στην πλειοψηφία τους, στην ίδια κατάσταση στην οποία είχαν μείνει μετά την εισβολή των Αράβων, μπορεί κανείς να βρει σε κάθε στροφή ίχνη των τρομερών αραβικών επιδρομών». Όταν τελικά οι Άραβες πέτυχαν να κατακτήσουν τις επαρχίες της Β. Αφρικής, πολλοί από τους ντόπιους μετανάστευσαν στην Ιταλία και τη Γαλατία. Η Εκκλησία της Αφρικής, που κάποτε υπήρξε τόσο φημισμένη στα χρονικά της χριστιανικής ιστορίας, δέχτηκε ένα πολύ δυνατό χτύπημα. Σχετικά με τα γεγονότα της περιόδου αυτής, ο Diehl λέει τα εξής: «Δύο αιώνες η Βυζαντινή αυτοκρατορία διατήρησε στις περιοχές αυτές τη δύσκολη κληρονομιά της Ρώμης, δύο αιώνες η αυτοκρατορία πέτυχε τη μεγάλη και σταθερή πρόοδο των επαρχιών αυτών χάρη στη δυναμική αντίσταση των οχυρών τους, δύο αιώνες διατήρησε στο τμήμα αυτό της Β. Αφρικής τις παραδόσεις του κλασικού πολιτισμού και μετέστρεψε τους Βέρβερους σ’ έναν ανώτερο πολιτισμό, με βάση τη θρησκευτική προπαγάνδα. Μέσα σε 50 χρόνια η εισβολή των Αράβων κατέστρεψε όλες αυτές τις επιτυχίες».
Παρά τη γρήγορη διάδοση του Ισλαμισμού ανάμεσα στους Βέρβερους, ο Χριστιανισμός συνέχισε να υπάρχει ανάμεσά τους και ακόμα και τον 14ο αιώνα, ακούμε για «μερικά μικρά χριστιανικά νησιά της Β. Αφρικής».

Η ΣΛΑΒΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗ Μ. ΑΣΙΑ
Στα 50 τελευταία χρόνια του 6ου αιώνα, οι Σλάβοι δε χτυπούσαν ή λεηλατούσαν μόνον τις βαλκανικές κτήσεις της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, αλλά και έφτασαν μέχρι τον Ελλήσποντο, τη Θεσσαλονίκη, τη Ν. Ελλάδα και τις ακτές της Αδριατικής θάλασσας, όπου και εγκαταστάθηκαν αρκετοί από αυτούς. Η Άβαρο-Σλαβική επιδρομή εναντίον της πρωτεύουσας έγινε το 626, στη διάρκεια της βασιλείας του Ηρακλείου, ενώ η Θεσσαλονίκη πολιορκήθηκε από σλαβικές φυλές, οι οποίες έφεραν την πόλη σε πολύ δύσκολη θέση.
Με τα πλοία τους οι Σλάβοι κατέβηκαν στο Αιγαίο Πέλαγος κτυπώντας το στόλο του Βυζαντίου κι αποκόπτοντας συχνά την ενίσχυση της πρωτεύουσας σε τρόφιμα. Ο αυτοκράτορας Κώνστας Β' αναγκάστηκε να αναλάβει μια εκστρατεία «εναντίον της Σκλαβωνίας». Από την εποχή αυτή αρχίζει η μετανάστευση μεγάλων μαζών Σλάβων στη Μ. Ασία και στη Συρία. Κατά την εποχή του Ιουστινιανού Β’ μια ορδή 80.000 Σλάβων το λιγότερο, όπως αναφέρει ο V. I. Lamansky, μεταφέρθηκε στο Οψίκιο, ένα από τα «θέματα» της Μ. Ασίας. Περίπου 30.000 από αυτούς χρησιμοποίησε ο αυτοκράτορας στους αγώνες του εναντίον των Αράβων, με τους οποίους όμως τελικά συντάχθηκαν, εγκαταλείποντας τον αυτοκράτορα. Για την τρομερή τους αυτή πράξη, οι υπόλοιποι Σλάβοι του Οψικίου υπέστησαν φοβερή σφαγή. Μια σφραγίδα της σλαβικής στρατιωτικής αποικίας της Βιθυνίας, που ανήκε στο Οψίκιο, υπάρχει ακόμα από την περίοδο εκείνη και αποτελεί μνημείο μεγάλης αξίας: «Ένα νέο κομμάτι της φυλετικής ιστορίας των Σλάβων», το οποίο (όπως αναφέρει ο B. A. Panchenko, που δημοσίευσε κι εξήγησε τη σφραγίδα αυτή) ρίχνει «μια φωτεινή αχτίδα στην αμυδρά φωτισμένη ιστορία των μεγάλων μεταναστεύσεων». Από τις αρχές του 7ου αιώνα το πρόβλημα των σλαβικών εγκαταστάσεων στη Μ. Ασία παρουσιάζει πολύ εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
Τα 50 τελευταία χρόνια του 7ου αιώνα έχουν επίσης το χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκειά τους σχηματίστηκε το νέο Βουλγαρικό βασίλειο, στα βόρεια σύνορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, κατά μήκος των ακτών του κάτω Δούναβη. Ένα βασίλειο, του οποίου η μεταγενέστερη ιστορία υπήρξε εξαιρετικά σημαντική για την τύχη της αυτοκρατορίας. Την περίοδο αυτή κυρίως αναφέρονται οι παλαιοί Βούλγαροι, ένας λαός ουννικής (τουρκικής) προέλευσης, που ήταν πολύ συγγενικός με τη φυλή των Ονογουνδούρων. Την εποχή του Κώνστα Β', μια ορδή Βουλγάρων, με αρχηγό τον Ασπαρούχ, αναγκάστηκε από τους Χαζάρους να μετακινηθεί δυτικά, να εγκατασταθεί στο Δούναβη και αργότερα να μετακινηθεί νοτιότερα και να μπει στο τμήμα εκείνο του Βυζαντίου που σήμερα είναι γνωστό ως Δοβρουτσά. Οι Βούλγαροι αυτοί, όπως αναφέρει ο V. N. Zlatarsky, είχαν κλείσει προηγουμένως μια συμφωνία με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, με βάση την οποία, ως σύμμαχοι της αυτοκρατορίας, θα υπερασπίζονταν τα σύνορα στο Δούναβη από τις επιθέσεις άλλων βαρβάρων. Είναι δύσκολο να πούμε αν η άποψη αυτή είναι σωστή ή όχι, επειδή γνωρίζουμε πολύ λίγα πράγματα για την ιστορία των πρώτων Βουλγάρων. Και αν όμως υπήρχε πράγματι μια τέτοια συμφωνία δεν κράτησε πολύ. Οι Βούλγαροι απασχολούσαν πολύ τον αυτοκράτορα και το 679 ο Κωνσταντίνος Δ’ ανέλαβε μια εκστρατεία εναντίον τους, η οποία όμως τέλειωσε με πλήρη ήττα του στρατού του Βυζαντίου και με υποχρέωση του αυτοκράτορα να πληρώνει στους Βουλγάρους ετήσιο φόρο και να τους παραχωρήσει ορισμένα εδάφη. Το Δέλτα του Δούναβη και μέρος των ακτών της Μαύρης Θάλασσας παρέμεινε στα χέρια των Βουλγάρων. Το νεοσχημάτιστο βασίλειο, αναγνωρισμένο με τη βία από τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου, έγινε ένας επικίνδυνος γείτονας.
Αφού οι Βούλγαροι αναγνωρίστηκαν πολιτικά, άρχισαν σιγά-σιγά να αυξάνουν τις κτήσεις τους και να συγκρούονται με το σλαβικό πληθυσμό των γειτονικών επαρχιών. Οι νεοελθόντες Βούλγαροι εισήγαγαν τη στρατιωτική οργάνωση και την πειθαρχία ανάμεσα στους Σλάβους. Ενεργώντας ως ενωτικός παράγοντας ανάμεσα στις φυλές των Σλάβων της χερσονήσου, που ζούσαν μέχρι τότε σε χωριστές ομάδες, οι Βούλγαροι ανέπτυξαν σιγά-σιγά ένα δυναμικό κράτος που φυσικά αποτελούσε μεγάλη απειλή για τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Αργότερα χρειάστηκε να οργανωθούν πολλές στρατιωτικές επιχειρήσεις από τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες κατά των Βουλγάρων και των Σλάβων. Αριθμητικά μικρότεροι από τους Σλάβους, οι Βούλγαροι του Ασπαρούχ, σύντομα βρέθηκαν κάτω από την έντονη επιρροή των Σλάβων. Μεγάλες φυλετικές αλλαγές έγιναν ανάμεσα σ’ αυτούς τους Βουλγάρους, οι οποίοι ενώ περνούσε ο καιρός, έχαναν την ουννική (τουρκική) τους εθνικότητα για να γίνουν σχεδόν τελείως Σλάβοι, στα μέσα του 9ου αιώνα, αν και σήμερα ακόμα φέρουν το παλιό τους όνομα: Βούλγαροι.
Το 1899 και το 1900 το Ρωσικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Κωνσταντινούπολης έκανε ανασκαφές στην υποτιθέμενη παλαιά θέση της Βουλγαρίας, με αποτέλεσμα να ανακαλυφθούν εξαιρετικής αξίας ευρήματα. Στη θέση της παλιάς πρωτεύουσας του βασιλείου (Pliska ή Pliskova) κοντά στο σημερινό χωριό Aboba, στη ΒΑ Βουλγαρία, κάπου ΒΑ της πόλης Shumla, οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν τα θεμέλια των ανακτόρων των παλαιών Χάνων της Βουλγαρίας καθώς και μέρος των τειχών της με πύργους και πύλες, τα θεμέλια μιας μεγάλης εκκλησίας, επιγραφές, πολλά καλλιτεχνικά και διακοσμητικά αντικείμενα, χρυσά και ορειχάλκινα νομίσματα καθώς και σφραγίδες. Δυστυχώς όλα αυτά τα ευρήματα δεν μπορούν να αξιοποιηθούν και να εξηγηθούν όσο πρέπει, επειδή οι σχετικές πηγές με την περίοδο αυτή είναι πολύ σπάνιες. Προς το παρόν πρέπει κανείς να περιοριστεί σε υποθέσεις και εικασίες. Ο Θ. Ουσπένσκυ, ο οποίος διηύθυνε τις ανασκαφές, λέει ότι «οι ανακαλύψεις που έγιναν από το Ινστιτούτο στην πλευρά της πεδιάδας που είναι κοντά στη Shumla, έφεραν στο φως πολύ σημαντικά δεδομένα, που δίνουν αρκετές βάσεις για το σχηματισμό μιας καθαρής ιδέας για τη βουλγαρική ορδή που εγκαταστάθηκε στα Βαλκάνια, καθώς και για τις βαθμιαίες μεταμορφώσεις που προκλήθηκαν από την επιρροή των σχέσεών της με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία». «Όπως αποδεικνύεται από παλαιά μνημεία που βρέθηκαν στη διάρκεια των ανασκαφών της παλαιάς πρωτεύουσας και που δείχνουν τις βουλγαρικές συνήθειες και τρόπους ζωής», λέει ο ίδιος επιστήμονας, «οι Βούλγαροι γρήγορα υπέστησαν την επίδραση του πολιτισμού της Κωνσταντινούπολης, ενώ οι Χάνοι τους σιγά-σιγά εισήγαγαν στις Αυλές τους συνήθειες και τελετές της Αυλής του Βυζαντίου». Το μεγαλύτερο μέρος των μνημείων που ανακαλύφθηκαν στη διάρκεια των ανασκαφών, ανήκει σε μια εποχή μεταγενέστερη της εποχής του Ασπαρούχ, και κυρίως στον 8ο και 9ο αιώνα.

ΠΡΟΤΑΣΗ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΤΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ
Κατά τα μέσα του 7ου αιώνα, η κατάσταση της Κωνσταντινούπολης μεταβλήθηκε πολύ γρήγορα. Οι αραβικές κατακτήσεις των ανατολικών και ΝΑ επαρχιών του Βυζαντίου, οι συχνές αραβικές επιθέσεις στις επαρχίες της Μ. Ασίας, οι επιτυχημένες επιδρομές του αραβικού στόλου στη Μεσόγειο και το Αιγαίο Πέλαγος και η δημιουργία του βουλγαρικού βασιλείου στα βόρεια σύνορα, καθώς και η βαθμιαία κάθοδος των Σλάβων των Βαλκανίων προς την πρωτεύουσα, το Αιγαίο και την Ελλάδα, δημιούργησαν νέες και μοναδικές στο είδος τους συνθήκες για την Κωνσταντινούπολη, η οποία δεν μπορούσε να αισθάνεται καθόλου ασφαλής. Η πρωτεύουσα αντλούσε πάντοτε τη δύναμή της από τις ανατολικές επαρχίες, ενώ τώρα ένα μεγάλο μέρος τους είχε κατακτηθεί και το υπόλοιπο τμήμα ήταν εκτεθειμένο σε κάθε είδους κινδύνους και απειλές. Μόνο με βάση αυτή τη νέα κατάσταση των πραγμάτων μπορούμε να αναλύσουμε, όπως πρέπει, την επιθυμία του Κώνστα Β' να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και να μεταθέσει την πρωτεύουσα πίσω στην Παλαιά Ρώμη ή σε κάποιο άλλο σημείο της Ιταλίας. Οι χρονογράφοι εξηγούν την αναχώρηση του αυτοκράτορα από την πρωτεύουσα σαν φυγή, στην οποία αναγκάστηκε να καταφύγει λόγω του μίσους που προκάλεσε στο λαό με τον φόνο του αδελφού του. Η εξήγηση αυτή όμως είναι δύσκολο να γίνει δεκτή από ιστορικής πλευράς.
Η πραγματικότητα είναι ότι ο αυτοκράτορας δεν θεωρούσε πλέον ασφαλή την παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη. Εκτός από αυτό όμως, είναι πολύ πιθανόν να αντιλήφθηκε την αναπόφευκτη προσέγγιση του κινδύνου των Αράβων από τη Β. Αφρική στην Ιταλία και τη Σικελία, και να αποφάσισε να ενισχύσει τη δύναμη της αυτοκρατορίας στο δυτικό τμήμα της Μεσογείου, με την παρουσία του, που θα του έδινε τη δυνατότητα να πάρει όλα τα μέτρα για να εμποδίσει τους Άραβες να επεκτείνουν τις κτήσεις τους πέρα από τα σύνορα της Αιγύπτου. Είναι πιθανόν ότι ο αυτοκράτορας δεν είχε σκοπό να εγκαταλείψει για πάντα την Κωνσταντινούπολη και ότι επιθυμούσε μόνο να δημιουργήσει ένα δεύτερο κεντρικό σημείο της αυτοκρατορίας στη Δύση, όπως ακριβώς συνέβαινε τον 4ο αιώνα, ελπίζοντας ότι αυτό θα βοηθούσε να σταματήσει η επέκταση της κυριαρχίας των Αράβων. Όμως, οι σύγχρονοι ιστορικοί εξηγούν την επιθυμία του Κώνστα Β' να κατευθυνθεί προς τη Δύση, με βάση πολιτικά και όχι προσωπικούς λόγους.
Στο μεταξύ η κατάσταση στην Ιταλία δεν προμήνυε ειρήνη. Οι Έξαρχοι της Ραβέννας, έχοντας πάψει να αισθάνονται την ισχυρή θέληση του αυτοκράτορα λόγω της μεγάλης απόστασης που τους χώριζε από την Κωνσταντινούπολη και λόγω των εξαιρετικά δύσκολων συνθηκών που επικρατούσαν στην Ανατολή, έτειναν επίσημα προς την αποστασία. Οι Λογγοβάρδοι κατείχαν ένα μεγάλο μέρος της Ιταλίας, αν και η εξουσία του αυτοκράτορα αναγνωριζόταν ακόμα στη Ρώμη, τη Νεάπολη και τη Σικελία, καθώς και στο νότιο τμήμα της Ιταλίας, όπου ο πληθυσμός ήταν κυρίως ελληνικός.
Αφήνοντας την Κωνσταντινούπολη ο Κώνστας Β' ξεκίνησε, μέσω της Αθήνας, για την Ιταλία και ύστερα από μια παραμονή στη Ρώμη, τη Νεάπολη και τα νότια μέρη της Ιταλίας, εγκαταστάθηκε στις Συρακούσες της Σικελίας. Πέρασε τα 5 τελευταία χρόνια της βασιλείας του στην Ιταλία, χωρίς να πετύχει να εκπληρώσει τα σχέδιά του. Ο αγώνας του με τους Λογγοβάρδους απέτυχε, η Σικελία απειλείτο ακόμα από τους Άραβες και μια συνωμοσία εναντίον του αυτοκράτορα είχε σαν αποτέλεσμα το φόνο του μέσα σ’ ένα από τα λουτρά των Συρακουσών.
Μετά το θάνατό του, εγκαταλείφθηκε η ιδέα της μεταφοράς της πρωτεύουσας στη Δύση και ο γιος του Κώνστα, ο Κωνσταντίνος Δ', έμεινε στην Κωνσταντινούπολη.